Αγκαθα Κρίστι: Τα μυστήρια της βασίλισσας των μυστηρίων

Από τις θρυλικές πωλήσεις δισεκατομμυρίων αντιτύπων μέχρι την περιβόητη εξαφάνισή της, ακόμα και μισό αιώνα μετά τον θάνατό της, η ζωή της διάσημης βρετανίδας συγγραφέως αποδεικνύεται εξίσου συναρπαστική με τις ιδιοφυείς υποθέσεις των εμβληματικών ηρώων της, Ηρακλή Πουαρό και Μις Μαρπλ.

Στις 12 Ιανουαρίου του 1976 η Αγκαθα Κρίστι έφυγε από τη ζωή – πλήρης, κατά το δημοσιογραφικό κλισέ και ζύγι, ημερών – σε ηλικία 85 ετών. Πέθανε από φυσικά αίτια στο σπίτι όπου έζησε για περισσότερα από 40 χρόνια με τον δεύτερο σύζυγό της, στο Γουόλινγκφορντ, μια τυπική κωμόπολη της αγγλικής εξοχής, σαν εκείνη στην οποία είχε μεγαλώσει, μεταξύ Λονδίνου και Οξφόρδης.

Ο Τύπος της εποχής την αποχαιρέτησε αφιερώνοντας μερικές αράδες και δημοσιεύοντας φωτογραφίες της στα εξώφυλλα της επόμενης ημέρας, τα θέατρα του West End, όπου τη συγκεκριμένη περίοδο ανέβαιναν δύο θεατρικά έργα της, απέτιναν φόρο τιμής χαμηλώνοντας τα φώτα τους, ενώ την κηδεία της, που πραγματοποιήθηκε την επομένη σε στενό οικογενειακό κύκλο, έσπευσαν να παρακολουθήσουν και να καταγράψουν περί τους 20 δημοσιογράφους από Ευρώπη και Αμερική.

Ηταν ένας μάλλον άδοξος θάνατος. Ή τουλάχιστον άνισος για μια συγγραφέα που εκείνον τον καιρό είχε μεταφραστεί σε 28 γλώσσες και είχε στο παλμαρέ της 83 εκδόσεις – μυθιστορήματα, θεατρικά αλλά και ρομάντζα που είχε υπογράψει με το ψευδώνυμο Μαίρη Γουέστµακοτ –, ενώ η επιτυχία της έκανε πολλούς να εικάζουν πως η περιουσία της είχε ξεπεράσει το 1 εκατομμύριο στερλίνες. Αν και τα στοιχεία δεν μπορούσαν να είναι ακριβή, υπολογιζόταν πως ήδη από 1959, 17 χρόνια πριν περάσει στην αιωνιότητα, η Κρίστι εισέπραττε ετησίως από πωλήσεις και δικαιώματα περί τις 100.000 στερλίνες.

Το κομπόδεμά της μεγέθυναν το δίχως άλλο και οι κινηματογραφικές εκδοχές των έργων της, όπως η all star μεταφορά τού «Εγκλήματος στο Οριάν Εξπρές» (Murder on the Orient Express) το 1974 από τον σκηνοθέτη Σίντνεϊ Λουμέτ, με πρωταγωνιστές μεταξύ άλλων την Ινγκριντ Μπέργκμαν, τη Λόρεν Μπακόλ, τον Σον Κόνερι, τη Ζακλίν Μπισέ και τον Αντονι Πέρκινς. Παρεμπιπτόντως, το μουστάκι του Ηρακλή Πουαρό στο εν λόγω φιλμ – τον χαρακτήρα ενσάρκωνε ο Αλμπερτ Φίνεϊ –ήταν ταπεινό και ως εκ τούτου απογοητευτικό για την Αγκαθα Κρίστι.

Τη χρονιά της κυκλοφορίας της ταινίας η υγεία της επιδεινώθηκε σε τέτοιον βαθμό, ώστε δεν έγραψε ποτέ ξανά έως τον θάνατό της, δεκατέσσερις μήνες μετά.

Από την άλλη, ελάχιστοι θα διαφωνούσαν ότι ο τρόπος με τον οποίο μια από τις διασημότερες συγγραφείς της εποχής της έφυγε από τη ζωή ήταν απολύτως ταιριαστός και συνεπής με εκείνον που η ίδια είχε επιλέξει να ζήσει: αποτραβηγμένη από την πολλή συνάφεια του κόσμου, παραχωρώντας ελάχιστες συνεντεύξεις στη διάρκεια της καριέρας της και αποφεύγοντας να περιφέρει στη δημόσια σφαίρα από τις πιο απλές πτυχές της ζωής της – όπως λόγου χάριν τον τόπο της κατοικίας της, που ελάχιστοι γνώριζαν – μέχρι τις πιο σύνθετες και σκανδαλώδεις.

Για παράδειγμα, η Αγκαθα Κρίστι πέθανε χωρίς ποτέ να αποσαφηνίσει τις συνθήκες της περιβόητης εξαφάνισής της μισό αιώνα νωρίτερα. Τι συνέβη άραγε και πού στ’ αλήθεια βρισκόταν τα 11 μερόνυχτα που χάθηκε από προσώπου γης, τοποθετώντας τον εαυτό της ως κεντρικό χαρακτήρα του μεγαλύτερου μυστηρίου που έπλασε, και μάλιστα με πρώτη ύλη την ίδια της τη ζωή;

Και εγένετο Πουαρό

Το Δεκέμβριο του 1926 η 36χρονη τότε Αγκαθα Κρίστι ήταν μια ήδη διάσημη και πολυδιαβασμένη συγγραφέας. Το πρώτο της βιβλίο, «Η μυστηριώδης υπόθεση στο Στάιλς», είχε εκδοθεί το 1920. Η επιτυχία της περσόνας του ιδιόρρυθμου βέλγου ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό, ενός τύπου με υπέροχο μουστάκι και ωοειδές σχήμα κεφαλιού, όπως ανάγλυφα τον περιέγραφε, ήταν τέτοια ώστε το 1923 ακολούθησε το «Εγκλημα στο γκολφ» και τρία χρόνια μετά «Ο φόνος του Ρότζερ Ακρόιντ», βιβλίο που πολλοί θεωρούν το magnum opus της.

Στο ενδιάμεσο, το 1922, είχε κυκλοφορήσει και την πρώτη ιστορία με πρωταγωνιστές το ζεύγος Τόμι και Τάπενς Μπέρεσφορντ. Με έναν τρόπο, η συγγραφέας ρέφαρε την απόρριψη που είχε δεχθεί με το καντάρι στις πρώτες εκδοτικές προσπάθειές της, όταν σε νεότερη ηλικία τη θεματολογία της απασχολούσαν ιστορίες από τη σφαίρα του μεταφυσικού αλλά και εμπειρίες από τα ταξίδια της στον κόσμο – τότε υπέγραφε με το ψευδώνυμο Monosyllaba. Ακόμα πάντως και για το ντεμπούτο του Πουαρό η Κρίστι χρειάστηκε να υπακούσει στις υποδείξεις του εκδότη της, να βάλει νερό στο κρασί της και να γράψει από την αρχή τον τρόπο της λύσης του μυστηρίου. Αναντίρρητα, η παρέμβαση άξιζε τον κόπο.

Εκτός από επαγγελματική ζήτηση και αναγνώριση, στα μέσα της δεκαετίας του ’20 η συγγραφέας απολάμβανε και μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Φαινομενικά τουλάχιστον. Η γνωριμία της τον Οκτώβριο του 1912 με τον αξιωματικό Αρτσι Κρίστι είχε ευδοκιμήσει σε γάμο – και μάλιστα σε διάστημα μόλις τριών μηνών – και κυρίως είχε αντέξει τη δίνη και τους κραδασμούς του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν εκείνος υπηρετούσε στη Γαλλία και εκείνη ήταν εθελόντρια νοσοκόμα στη γενέτειρά της.

Το 1919 το ζευγάρι απέκτησε τη μοναχοκόρη του, Ρόζαλιντ Μάργκαρετ Κλαρίσα, ενώ το 1922 οι ερωτευμένοι νέοι εμπιστεύθηκαν την ανατροφή της στη μητέρα και την αδελφή της Αγκαθα και για 10 μήνες γύρισαν τον κόσμο ως μέλη της αποστολής της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, με στόχο την προώθηση της επερχόμενης τότε Βρετανικής Αυτοκρατορικής Εκθεσης. Ηταν μια περίοδος ανέμελη και ξέγνοιαστη, στη διάρκεια της οποίας μάλιστα η Κρίστι είχε άπλετο χρόνο να καταπιαστεί με μία από τις αγαπημένες της ασχολίες. Οχι, δεν αναφερόμαστε στο γράψιμο. Δύσκολα θα το υπέθετε κανείς, όμως η συγγραφέας αγαπούσε όσο τίποτα τη θάλασσα και υπήρξε δεινή σέρφερ.

Με την επιστροφή του στο Ηνωμένο Βασίλειο, το ζευγάρι μετακόμισε από το Λονδίνο στο Μπέρκσαϊρ – και μάλιστα ονόμασαν το νέο τους σπιτικό Στάιλς, σε ανάμνηση του συγγραφικού ντεμπούτου της Κρίστι. Τίποτα δεν φαινόταν πως μπορούσε να διαταράξει την οικογενειακή τους γαλήνη. Μέχρι που το 1926 όλα πήγαν λάθος. Την ώρα που ο Πουαρό βρισκόταν στο απόγειό του, η προσωπική ζωή της Κρίστι έμπαινε σε φάση αποδόμησης. Τον Απρίλιο εκείνης της χρονιάς η πολυαγαπημένη της μητέρα έφυγε από τη ζωή, κληροδοτώντας της μια δύσκολα διαχειρίσιμη απώλεια, και τέσσερις μήνες μετά ο σύζυγός της τής αποκάλυψε πως βρισκόταν σε σχέση με μια νεότερη και ομορφότερη γυναίκα και της ζήτησε διαζύγιο. Ηταν η αρχή μιας περιόδου προστριβών και καβγάδων που κλιμακώνονταν όσο ο καιρός περνούσε. Το απόγευμα της 3ης Δεκεμβρίου του 1926, έπειτα από μια εκρηκτική συζυγική διένεξη, η συγγραφέας μπήκε στο αυτοκίνητό της, το αγαπημένο της Morris Cowley, και εξαφανίστηκε.

Η κυρία εξαφανίζεται

Η εικόνα του τρακαρισμένου και εγκαταλελειμμένου αυτοκινήτου που εντοπίστηκε το επόμενο πρωί στο Σάρεϊ ήταν αρκετή για να στοιχειοθετήσει μια ιστορία από εκείνες που η συγγραφέας ενορχήστρωνε στα βιβλία της. Μόνο που αυτή τη φορά πρωταγωνιστούσε η ίδια. Αμέσως ξεκίνησε μια τεράστια ακόμα και για τα σημερινά δεδομένα επιχείρηση, με περισσότερους από 1.000 αστυνομικούς να αναζητούν την Αγκαθα Κρίστι από ξηράς και αέρος. Υπολογίζεται ότι 15.000 εθελοντές συμμετείχαν σε αυτό το ασυνήθιστο «κυνήγι θησαυρού» με λάφυρο ένα σημάδι ζωής της συγγραφέως. Στην επιχείρηση πήρε μέρος ακόμα και το αγαπημένο της τεριέ, που κλήθηκε να μυρίσει το γάντι που είχε βρεθεί στο αυτοκίνητό της και να ιχνηλατήσει στα βήματα της αφεντικίνας του, αλλά και ο δημιουργός του «Σέρλοκ Χολμς» σερ Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, ο οποίος έσπευσε με το ίδιο γάντι σε ένα μέντιουμ του Λονδίνου αναζητώντας λύση για το πυκνό μυστήριο στη σφαίρα του μεταφυσικού.

Εν τω μεταξύ, ο Τύπος επινοούσε και διακινούσε πιθανές, μα κυρίως απίθανες θεωρίες για την εξαφάνιση, οι οποίες αναπαράγονταν φλύαρα. Μέσα σε έντεκα 24ωρα η Κρίστι παρουσιάστηκε ως πιθανή αυτόχειρ, ως αυτουργός μιας υπόθεσης με σκοπό να πλήξει τη φήμη του συζύγου της, ως συντετριμμένη εξαπατημένη σύζυγος αλλά και σαν διαβολική γυναίκα που ζητούσε εκδίκηση. Την υπόθεση περιέπλεξαν οι τρεις επιστολές που φέρεται να είχε αφήσει στη γραμματέα, τον κουνιάδο και τον σύζυγό της. Ο τελευταίος μάλιστα αρνούνταν πεισματικά να αποκαλύψει στις Αρχές το περιεχόμενο όσων του είχε γράψει.

Τελικά, η Αγκαθα Κρίστι εντοπίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου σε ένα ξενοδοχείο του Γιορκσάιρ, περίπου 370 χιλιόμετρα μακριά από εκεί που είχε βρεθεί το αυτοκίνητό της, όπου διέμενε χρησιμοποιώντας ψεύτικα στοιχεία. Συστηνόταν ως Τερίσα Νιλ – το επώνυμο της ερωμένης του συζύγου της – με καταγωγή από τη Νότιο Αφρική. Επρόκειτο άραγε για συζυγικό καψόνι, για απέλπιδα προσπάθεια να τον κρατήσει κοντά της ή μήπως ήταν μια έκφραση του συναισθηματικού αδιεξόδου της; Κανείς δεν έμαθε ποτέ, ενώ πολλοί απέδωσαν το μυστήριο στη διαταραχή της διασχιστικής φυγής, μια κατάσταση κατά την οποία το άτομο χάνει προσωρινά τη μνήμη του, αμυνόμενο σε μια τραυματική εμπειρία. Σε κάθε περίπτωση, ακούγεται ως τραγική ειρωνεία: η βασίλισσα του μυστηρίου πέθανε χωρίς να δώσει ποτέ τη λύση ή έστω κάποιο χειροπιαστό στοιχείο, ούτε καν στην αυτοβιογραφία της, όπου προσπέρασε το γεγονός με μια αράδα λέξεις.

Μηχανή παραγωγής μυστηρίου

Το περιστατικό της εξαφάνισής της δεν είναι πάντως το μοναδικό οξύμωρο σχετικά με την Αγκαθα Κρίστι. Πάρτε για παράδειγμα τα λόγια του ιδρυτή του εκδοτικού οίκου Penguin και επί χρόνια επιστήθιου φίλου της, σερ Αλεν Λέιν, σε ραδιοφωνική συνέντευξή του στο BBC το 1955, στην οποία παραδεχόταν πως ποτέ του δεν είχε ακούσει τα πλήκτρα της γραφομηχανής της πολυγραφότατης συγγραφέως και πραγματικά δυσκολευόταν να ανακαλέσει στη μνήμη του έστω και μία αμυδρή εικόνα της να γράφει. Οι ήρωες και οι ιστορίες της Κρίστι δεν γεννιούνταν όταν αποτυπώνονταν μέσω των λέξεων στο χαρτί. Ζούσαν και δρούσαν στο μυαλό της όσο εκείνη καταπιανόταν με οτιδήποτε άλλο.

Η ίδια έλεγε μάλιστα ότι δεν παίδευε ποτέ τις ιστορίες της για περισσότερους από τρεις μήνες. Αυτό ήταν το χρονικό όριο που έθετε στον εαυτό της για τα μυθιστορήματα, προκειμένου οι χαρακτήρες να μη χάνουν το σφρίγος, την ορμή και την αληθοφάνειά τους. Για τα θεατρικά της έργα – έγραψε συνολικά 20, με γνωστότερο όλων την «Ποντικοπαγίδα», η οποία παίζεται ανελλιπώς στο Λονδίνο από το 1952 και τον περασμένο Μάρτιο συμπλήρωσε 30.000 παραστάσεις – χρειαζόταν ακόμα λιγότερο χρόνο. Εκτός από την αγαπημένη της γραφομηχανή, που ενίοτε άσθμαινε από τη χρήση χρόνων, επιστράτευε συχνά και μια συσκευή ηχογράφησης, προκειμένου να καταγράφει και να ακούει τους διαλόγους των ηρώων της.

Για την παραγωγικότητα της Αγκαθα Κρίστι βέβαια δεν ευθύνεται μόνο η σπουδή με την οποία φρόντιζε να ολοκληρώνει τις ιστορίες της. Ούτε αποκλειστικά το χάρισμα ή το ταλέντο της. Η συγγραφή ήδη από την παιδική ηλικία της ήταν το ιδανικό αντίδοτο που είχε βρει για τη βαρεμάρα. Η ίδια περιέγραφε εκείνα τα χρόνια ως εξόχως βαρετά. Παρότι μεγάλωσε χωρίς στερήσεις και κακουχίες και απόλαυσε ανέσεις και πολυτέλειες δυσεύρετες για τις αρχές του 20ού αιώνα, η επιλογή της οικογένειάς της να μορφωθεί κατ’ οίκον αντί να παρακολουθήσει μαθήματα σε κάποιο σχολείο, όπως τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια της, της έδειξε τον δρόμο προς τη συγγραφή. Μέσα από τα βιβλία που διάβαζε και αργότερα μέσα από τους κόσμους που η ίδια άρχισε να πλάθει, έμαθε να αναπληρώνει την κοινωνικοποίηση που στερήθηκε.

Απ’ τη ζωή (της) βγαλμένα

Ναι, θα μπορούσε να βρει κανείς αναλογίες στα παιδικά χρόνια της Αγκαθα με τη ζωή της έτερης διάσημης ηρωίδας της, Τζέιν Μαρπλ. Η αεικίνητη, καλοκάγαθη και δαιμόνια Μις Μαρπλ βρίσκει διέξοδο από τη μεγαλειώδη βαρεμάρα του Σεντ Μέρι Μιντ εξιχνιάζοντας εγκλήματα, όχι με την εμπειρία και την τεχνική ενός έμπειρου ντετέκτιβ όπως ο Πουαρό, αλλά με εργαλείο της την παρατήρηση. Η Μαρπλ, μια γυναίκα που η συγγραφέας έλεγε πως είχε πολλά κοινά με τη θετή προγιαγιά της – ίσως όμως είχε εκλεκτικές συγγένειες και με την ίδια την Αγκαθα –, συστήθηκε με το αναγνωστικό κοινό το 1927 και σηματοδότησε την επανασύνδεση της Κρίστι με τα εγκόσμια, μετά την πολυσυζητημένη εξαφάνισή της και το οδυνηρό διαζύγιό της, που οριστικοποιήθηκε το 1928. Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς η συγγραφέας ξεκίνησε για ένα ταξίδι που θα σφράγιζε τόσο την ιδιωτική ζωή όσο και την καριέρα της. Επιβιβάστηκε στο Οριεντ Εξπρές, ταξίδεψε από το Λονδίνο στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στη Βαγδάτη. Η εν λόγω εμπειρία έγινε όχι μόνο η μαγιά για το «Εγκλημα στο Οριάν Εξπρές», το οποίο κυκλοφόρησε την Πρωτοχρονιά του 1934 και είναι μάλλον το διασημότερο μυθιστόρημά της, αλλά και αφορμή για να συναντήσει τον δεύτερο, κατά 13 χρόνια νεότερο, σύζυγό της, αρχαιολόγο Μαξ Μαλόουαν.

Παντρεύτηκαν το 1930 στο Εδιμβούργο και συμπορεύτηκαν έως το τέλος της ζωής της. Μάλιστα, χάρη στον Μαλόουαν και την ιδιότητά του, η Κρίστι πέρασε μεγάλα διαστήματα της ζωής της στη Μέση Ανατολή, αντλώντας χαρακτήρες, ιστορίες και ατμόσφαιρα για το συγγραφικό σύμπαν της. Εκτός από τα ταξίδια και την περιπέτεια, η ίδια αγαπούσε τον ήλιο, τα παράξενα, εξωτικά φαγητά, το θέατρο, την κλασική μουσική, τον κήπο της αλλά και να περνά τον χρόνο της κεντώντας. Της άρεσε επίσης να διακοσμεί και να επιπλώνει τις κατοικίες της – εκείνη στο Γουόλινγκφορντ αλλά και το εξοχικό σπίτι που αγόρασε με τον Μαλόουαν στο Ντέβον, το οποίο µε δωρέα της κόρης της Ρόζαλιντ πέρασε το 2000 στο βρετανικό Δηµόσιο και µε άδεια του εγγονού της Μάθιου Πρίτσαρντ ανοίξε πλήρως για το κοινό το 2005. Είναι ακόμα αξιομνημόνευτη η προνοητικότητά της. Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έγραψε δύο βιβλία, το «Αυλαία – Η τελευταία υπόθεση του Πουαρό» και το «Ρετρό στην ομίχλη», τα οποία όμως δεν εξέδωσε. Ζήτησε να εκδοθούν από τον σύζυγο και την κόρη της μετά τον θάνατό της. Ηταν ο τρόπος της για να μείνει ήσυχη πως τους είχε εξασφαλίσει. Τελικά, το πρώτο βιβλίο κυκλοφόρησε λίγους μήνες πριν από τον θάνατό της, το 1975, ενώ το δεύτερο, που έμελλε να είναι και το τελευταίο εκδοθέν, τον Οκτώβριο του 1976.

Πενήντα χρόνια μετά η Αγκαθα Κρίστι – που το 1971 έλαβε τον τιμητικό τίτλο της Dame από τη βασίλισσα Ελισάβετ – παραμένει παρούσα. Και μάλιστα όχι μέσω του μύθου που δημιούργησε για τη ζωή της, για την οποία εξακολουθούμε να γνωρίζουμε ελάχιστα, αλλά μέσα από τις ιστορίες της. Οι συνολικές πωλήσεις των βιβλίων της υπολογίζονται από τους μετριοπαθείς σε 2 δισεκατομμύρια αντίτυπα, ενώ κάποιοι μιλούν για διπλάσιο αριθμό. Παραμένει η πλέον μεταφρασμένη συγγραφέας και κορυφαία σε πωλήσεις – μετά τη Βίβλο και τον Σαίξπηρ. Τα έργα της έχουν μεταφερθεί πολλάκις στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση του ηθοποιού Ντέιβιντ Σουσέ, ο οποίος ενσάρκωσε υποδειγματικά τον Ηρακλή Πουαρό στη σειρά του ITVX «Οι περιπέτειες του Ηρακλή Πουαρό» – εντάξει, και ο Πίτερ Ουστίνοφ και ο Κένεθ Μπράνα καλοί ήταν.

Σε αυτή τη σημαδιακή επέτειο των 50 χρόνων από τον θάνατό της, η μίνι σειρά του Netflix «Agatha Christie’s Seven Dials», βασισμένη στο βιβλίο του 1929 «Τα επτά ρολόγια», επισφραγίζει με τον πιο χειροπιαστό τρόπο πως η γοητεία του μυστηρίου της Αγκαθα Κρίστι παραμένει ακαταμάχητη. Και η αυτοκρατορία της ακλόνητη. Η ίδια βεβαίως ίσως να εξέφραζε τη διαφωνία της για τη διαιώνιση του έργου της μέσα από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Μπορεί να μην είπε πολλά στη ζωή της, αλλά είχε επισημάνει με το χαρακτηριστικό πνευματώδες ύφος της ότι απεχθανόταν τη φασαρία τους.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version