Κέρσο, Νότια Καρολίνα. Ενα πρωινό του Απρίλη, φθάνοντας στη δουλειά, στο εργοστάσιο επεξεργασίας σόγιας της ADM, η Λιν Λι είδε αυτοκίνητα με πινακίδες από άλλες Πολιτείες. Κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Υστερα από πενήντα χρόνια σε αυτή την κωμόπολη των περίπου 2.200 κατοίκων, ο αγροτικός κολοσσός Archer Daniels Midland θα έκλεινε το εργοστάσιό του. Η Λι, η οποία εργαζόταν εκεί από το 2021, μάζεψε τα πράγματά της και γύρισε στο σπίτι.
Στα 65 της, ήταν η τέταρτη φορά που απολυόταν. Και όμως, την πήραν πάλι τα κλάματα.
«Θυμάμαι να σκέφτομαι: “Είναι δυνατόν να μου συμβαίνει πάλι αυτό;”» είπε η Λι.
Επιβίωσε από ένα κύμα αλλεπάλληλων οικονομικών γεγονότων που μεταμόρφωσαν τη μεταποίηση στις αγροτικές περιοχές της Αμερικής. Τα εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας που μεταφέρθηκαν στη Βραζιλία στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Το εργοστάσιο παραγωγής ινών γυαλιού που έκλεισε αρκετά χρόνια αργότερα. Την εταιρεία κατασκευής επιγραφών που έκανε περικοπές προσωπικού κατά τη διάρκεια της πανδημίας.
Μετά από κάθε απόλυση η Λι πάντα έβρισκε κάτι. Πλέον, όμως, ήταν σε ηλικία συνταξιοδότησης. Αλλά, όπως συμβαίνει σε πολλούς Αμερικανούς με ελάχιστες αποταμιεύσεις και μεγάλα οικονομικά βάρη, δεν υπήρχε περίπτωση να βγει στη σύνταξη.
Τα χρέη
Είχε ένα χρέος 7.000 δολαρίων από θεραπεία για καρκίνο του μαστού το 2020 και μια καρδιολογική επέμβαση το 2024. Επιπλέον, χρωστούσε ακόμη 42.000 δολάρια σε ένα δεύτερο στεγαστικό δάνειο. Αρχισε και πάλι να ψάχνει για δουλειά σε μια σκληρή αγορά εργασίας. Σχεδόν το 25% των ανέργων παραμένουν χωρίς δουλειά για τουλάχιστον 27 εβδομάδες.
Στο μυαλό της Λι, το εργοστάσιο της ADM, με τα πανύψηλα σιλό του και τα τρένα που πηγαινοέρχονταν αδιάκοπα στην πόλη, θα ήταν ο τελευταίος της εργασιακός σταθμός. Κατέγραφε τα φορτία σόγιας για 17,40 δολάρια την ώρα. Λίγα χρόνια ακόμα και θα ένιωθε οικονομικά ασφαλής για να αποσυρθεί. Θα μπορούσε να ταξιδέψει, όπως είχε ονειρευτεί.
Το πενιχρό επίδομα
Λίγες εβδομάδες μετά την απόλυσή της τον Απρίλιο, έλαβε την πρώτη επιταγή ανεργίας ύψους 270 δολαρίων, βάσει των αποδοχών της. Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Νότιας Καρολίνας, το επίδομα ανεργίας καταβάλλεται για πέντε μήνες. Επειτα, θα έπρεπε να βασιστεί αποκλειστικά στα 830 δολάρια της σύνταξης χηρείας του συζύγου της, ο οποίος πέθανε από καρδιακή προσβολή το 2020.
Ξεκίνησε με αισιοδοξία να κάνει αιτήσεις για διάφορες θέσεις. Εκλεισε άμεσα μια συνέντευξη σε μια εταιρεία προπανίου, μέσω μιας φίλης που εργαζόταν εκεί. Πλήρωναν 22 δολάρια την ώρα.
«Πήγε θαυμάσια» σκέφτηκε η Λι μετά τη συνέντευξη. Ομως ο διευθυντής δεν τηλεφώνησε ποτέ. Η φίλη της τής είπε ότι προσέλαβαν κάποιον άλλον.
Η επόμενη καλύτερη ευκαιρία που είχε η Λι ήταν το ιστορικό χρυσωρυχείο Χέιλ, το οποίο είχε εξαγοραστεί από την πολυεθνική μεταλλευτική εταιρεία Oceana Gold το 2015, είχε ξεκινήσει να λειτουργεί και πάλι και προσλάμβανε προσωπικό.
Πέρασε από συνέντευξη, με τις συνήθεις ερωτήσεις. Ηταν εξοικειωμένη με το Excel; Πώς θα χειριζόταν μια σύγκρουση με έναν υπάλληλο; Αυτή τη φορά η Λι δεν ήταν σίγουρη για το πώς τα είχε πάει. Από το ορυχείο τής είπαν ότι θα την ενημέρωναν σε λίγες εβδομάδες.
Για πρώτη φορά, η Λι άρχισε να πηγαίνει σε ένα κοινωνικό παντοπωλείο στο Κέρσο. Ανησυχούσε μήπως τη δει κάποιος. Είχε ζήσει όλη της τη ζωή εκεί και ήξερε τους πάντες με τα μικρά τους ονόματα. Ενώ περίμενε νέα από το ορυχείο, όργωνε το Διαδίκτυο για δουλειές. Δούλευε από τη Β’ Λυκείου. Τότε, ξυπνούσε στις 5 π.μ. και οδηγούσε το σχολικό που μετέφερε τα παιδιά από τα περίχωρα του Κέρσο – όπως και την ίδια – στο σχολείο. Μετά το μάθημα τα γύριζε όλα στο σπίτι και πήγαινε στη δεύτερη δουλειά της ως σερβιτόρα στο Sonic.
Η μητέρα της Λι έραβε παιδικά ρούχα σε ένα εργοστάσιο, αλλά πέθανε στα 35 της, όταν η Λι ήταν 16 ετών. Μετά το Λύκειο η Λι έπιασε δουλειά στη νυχτερινή βάρδια ενός κλωστοϋφαντουργείου. Τα επόμενα 29 χρόνια εργάστηκε σε διάφορες θέσεις στην κλωστοϋφαντουργία Springs Industries, που είχε πολλά εργοστάσια στην περιοχή. Η τελευταία της θέση ήταν στο τμήμα βρεφικών ειδών, όπου έβγαζε περίπου 48.000 δολάρια συν ασφαλιστικές παροχές.
Το λουκέτο στην κλωστοϋφαντουργία
Η Springs, με παρουσία στη Νότια Καρολίνα από τον 19ο αιώνα, είχε μεταμορφώσει κοινότητες όπως το Κέρσο σε ακμάζουσες κωμοπόλεις. Το 2007 μετέφερε τις δραστηριότητές της από τις ΗΠΑ στη Βραζιλία, αφήνοντας τους κατοίκους σε σοκ. Η Λι είχε φανταστεί ότι θα έπαιρνε σύνταξη από εκεί. Οπως είπε, έλαβε ως αποζημίωση μισθούς έξι μηνών.
Αφού πέρασε ένα διάστημα μεγαλώνοντας την κόρη της, παρακολούθησε βραδινά μαθήματα στο κολέγιο και πήρε πτυχίο. Η πτυχιακή της εργασία είχε θέμα το αναλώσιμο εργατικό δυναμικό στην Αμερική – κάτι που η ίδια γνώριζε καλά.
Λίγες εβδομάδες μετά τη συνέντευξή της στην Oceana Gold, σε ένα παγκάκι ζωολογικού κήπου, όπου είχε πάει με την κόρη και την τρίχρονη εγγονή της, είδε το σύντομο email του ορυχείου, που την ενημέρωνε ότι η αίτησή της δεν είχε γίνει δεκτή. Επιστρέφοντας στο σπίτι, η Λι έστειλε κι άλλες αιτήσεις.
«Οταν ο Θεός κλείνει μια πόρτα, ανοίγει κάπου ένα παράθυρο!» είπε. Εκανε δοκιμαστικά, συνεντεύξεις. Κανένα αποτέλεσμα. Αρχισε να βυθίζεται στο άγχος και τη θλίψη.
Η Λι τα έβαλε κάτω για να δει αν μπορούσε να βγει στη σύνταξη. Θα έπαιρνε περίπου 1.850 δολάρια, αλλά θα έχανε τη σύνταξη χηρείας. Με τη δόση του στεγαστικού δανείου στα 700 δολάρια, συν τους ιατρικούς και άλλους λογαριασμούς, τα πράγματα θα ήταν πολύ οριακά. «Θα αναγκαστώ να βάλω κόκκινα ψηλοτάκουνα και να βγω στο πεζοδρόμιο» αυτοσαρκάστηκε. «Τουλάχιστον δεν έχω χάσει το χιούμορ μου». Τον Σεπτέμβριο τελείωσε το επίδομα ανεργίας. Τηλεφώνησε στην τράπεζα και ζήτησε αναστολή των πληρωμών μέχρι τον Φεβρουάριο.
Από το ταμείο στα Επείγοντα
Τον Οκτώβριο βρήκε επιτέλους προσωρινή απασχόληση ως ταμίας σε μια εταιρεία ύδρευσης, για 17,30 δολάρια την ώρα. Λίγες μέρες αφότου ξεκίνησε, έπεσε από την ψηλή καρέκλα στο γκισέ, χτύπησε το κεφάλι της και πήγε μόνη της στα Επείγοντα του νοσοκομείου. Δεν είχε χτυπήσει πολύ, αλλά ένιωθε εξευτελισμένη. Πολύ σύντομα έχασε και αυτή τη δουλειά.
Τα βράδια η Λι δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Δεν άντεχε άλλη απόρριψη. Αγωνιούσε μήπως χάσει το σπίτι της.
Αποφάσισε να μην αγοράσει χριστουγεννιάτικο δέντρο φέτος για να κάνει οικονομία. Της έκανε έκπληξη η κόρη της που ήρθε από την Κολούμπια φέρνοντας ένα δέντρο. Η εγγονή της Λι τη βοήθησε να το στολίσει. Μια φίλη την πήρε μαζί της για ψώνια και της αγόρασε χοιρινό, γαλοπούλα και αρκετά τρόφιμα για να γεμίσει το ψυγείο της. Η Λι δεν έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια να βρει δουλειά. Πλέον δεν σκέφτεται πώς τα έχει πάει ύστερα από κάθε συνέντευξη.
Παρ’ όλα αυτά, η Λι λέει πως νιώθει ευλογημένη. Εχει την οικογένειά της, τους φίλους της, διατηρεί το σθένος της. «Δεν μπορεί. Θα έρθει κάτι καλό και για εμένα» λέει.
