Δεν είναι διόλου ευχάριστο να εξαρτάσαι από άλλες χώρες για τις ενεργειακές σου ανάγκες, ιδίως όταν μεγάλες δυνάμεις αρχίζουν να χρησιμοποιούν τους πόρους τους ως μέσο πίεσης. Η Ευρώπη το διαπιστώνει ξανά – και με τον δύσκολο τρόπο.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν διαθέτει τα πλούσια ενεργειακά κοιτάσματα της Μέσης Ανατολής ή των ΗΠΑ.
Η εξάρτησή της από τις εισαγωγές αυξάνεται, καθώς τα εγχώρια κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, όπως εκείνα της λεκάνης της Βόρειας Θάλασσας, εξαντλούνται και οι πολιτικές για το κλίμα αποσύρουν σταδιακά πιο ρυπογόνα καύσιμα, όπως ο άνθρακας.
Σύμφωνα με ανάλυση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve), οι εισαγωγές ως ποσοστό των ενεργειακών αναγκών της περιοχής αυξήθηκαν από 50% το 1990 σε 58% σήμερα. Αλλοι μεγάλοι εισαγωγείς, όπως η Κίνα και η Ινδία, καλύπτουν το 24% και 37% αντίστοιχα των ενεργειακών τους αναγκών από το εξωτερικό, βάσει στοιχείων του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA).
Ευαλωτότητα
Ακόμη και σε αυτό το χαμηλότερο ποσοστό, το Πεκίνο θεωρεί την εξάρτηση από τις εισαγωγές σημαντική ευαλωτότητα. Η Κίνα έχει δημιουργήσει στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου και επεκτείνει δυναμικά την αιολική και ηλιακή ενέργεια για να ενισχύσει την ενεργειακή της ασφάλεια.
Παράλληλα, η κινεζική κυβέρνηση μπορεί να αξιοποιήσει την κυριαρχία της στην αλυσίδα εφοδιασμού σπάνιων γαιών ως μοχλό πίεσης έναντι οποιασδήποτε χώρας απειλήσει τις ενεργειακές ή εμπορικές της ροές.
Η ευρωπαϊκή εξάρτηση από τις εισαγωγές έχει στραφεί εναντίον της αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια.
Η Ρωσία διέκοψε τις ροές φυσικού αερίου μέσω αγωγών προς την ΕΕ λίγο μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία το 2022, προκαλώντας μείζονα κρίση.
Η ΕΕ δαπάνησε το ισοδύναμο του 3,8% του ΑΕΠ της για εισαγωγές ενέργειας το 2022, όταν οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτινάχθηκαν, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Το περασμένο καλοκαίρι, ο Λευκός Οίκος αξιοποίησε την ευρωπαϊκή εξάρτηση από τις εισαγωγές, απαιτώντας πρόσθετες αγορές αμερικανικού πετρελαίου και φυσικού αερίου με αντάλλαγμα χαμηλότερους δασμούς.
Το Κατάρ απείλησε να περιορίσει τις προμήθειες υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), εάν οι Βρυξέλλες δεν χαλάρωναν τους κλιματικούς κανόνες της Ενωσης.
Το καμπανάκι
Η Ευρώπη έχει καταστεί ακόμη πιο εξαρτημένη από τις ΗΠΑ μετά τη ρήξη με τη Μόσχα. Το μερίδιο της Αμερικής στις εισαγωγές LNG της ΕΕ εκτινάχθηκε στο 60% το τρίτο τρίμηνο του περασμένου έτους, από 28% την ίδια περίοδο του 2021.
Η αντικατάσταση του ρωσικού αερίου αγωγών με αμερικανικό LNG είχε τότε λογική, καθώς η κατασκευή τερματικών σταθμών για την παραλαβή υπερψυγμένων φορτίων αερίου ήταν ο ταχύτερος τρόπος αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης. Η ΕΕ θεωρούσε επίσης δεδομένο ότι οι ΗΠΑ ήταν ένας αξιόπιστος σύμμαχος.
Ωστόσο, η απειλή του προέδρου Τραμπ να διεκδικήσει τη Γροιλανδία κλόνισε την Ευρώπη. «Νομίζω ότι η Γροιλανδία ήταν ένα καμπανάκι αφύπνισης» λέει ο Jan Rosenow, καθηγητής Ενεργειακής και Κλιματικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. «Στις Βρυξέλλες γίνεται πλέον περισσότερη συζήτηση για το αν απλώς αντικαθιστούμε μία εξάρτηση με μια άλλη».
Η Ευρώπη καλείται τώρα ουσιαστικά να αποφασίσει αν θα στραφεί στις ΗΠΑ ή στην Κίνα για να διατηρήσει τα φώτα αναμμένα. Αν η ήπειρος παράγει περισσότερη ηλιακή και αιολική ενέργεια στο εσωτερικό της, θα χρειαστεί να παραγγείλει τον μεγαλύτερο όγκο του εξοπλισμού από την Κίνα, που αποτελεί το παγκόσμιο εργοστάσιο τεχνολογιών καθαρής ενέργειας.

Διπλάσια τιμή
Στο Νταβός, ο αμερικανός υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ δήλωσε ότι αυτό θα ήταν κακή ιδέα και θα καθιστούσε την Ευρώπη «υποτελή» στο Πεκίνο. Ορισμένοι ευρωπαίοι πολιτικοί ανησυχούν επίσης για πιθανούς «διακόπτες απενεργοποίησης» (kill switches) σε κινεζικής κατασκευής τεχνολογία που θα μπορούσαν να προκαλέσουν μπλακάουτ.
Ομως ούτε οι ΗΠΑ συμπεριφέρονται ως αξιόπιστος σύμμαχος. Ο Τραμπ απείλησε με αύξηση δασμών αν η Ευρώπη σταθεί εμπόδιο στις φιλοδοξίες του για τη Γροιλανδία. Υποχώρησε, αλλά για πόσο; Και τι άλλο μπορεί να περιμένει η Ευρώπη από μια τόσο ευμετάβλητη κυβέρνηση;
Ακόμη και αν αφήσει κανείς στην άκρη την πολιτική, η Ευρώπη πρέπει να μειώσει το ενεργειακό της κόστος αν θέλει να προστατεύσει τη βιομηχανία της.
Σύμφωνα με την τελευταία αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανταγωνιστικότητα της περιοχής, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις πληρώνουν διπλάσια τιμή για την ηλεκτρική ενέργεια σε σχέση με τις αντίστοιχες στις ΗΠΑ.
Η εγχώρια παραγωγή ρεύματος θα μπορούσε να απομακρύνει την Ευρώπη από το «τρενάκι του τρόμου» των τιμών που προκαλούν οι γεωπολιτικές εντάσεις.
Σημείο καμπής
Η ΕΕ έφτασε πρόσφατα σε ένα «σημαντικό σημείο καμπής» στη μετάβασή της προς καθαρότερη εγχώρια ενέργεια, σύμφωνα με την Beatrice Petrovich, ανώτερη αναλύτρια ενέργειας στο think tank Ember. Πέρυσι, για πρώτη φορά στην Ευρώπη, η αιολική και η ηλιακή ενέργεια παρήγαγαν περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από τα ορυκτά καύσιμα.
Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες συμφώνησαν πρόσφατα να κατασκευάσουν ένα γιγαντιαίο υπεράκτιο αιολικό πάρκο στη Βόρεια Θάλασσα, το οποίο θα παράγει έως και 100 γιγαβάτ υπεράκτιας αιολικής ισχύος.
Αν και μεγάλο μέρος του εξοπλισμού εισάγεται από την Κίνα, μέρος της παραγωγής μπαταριών και ανεμογεννητριών πραγματοποιείται εντός Ευρώπης.
Τέλος, μπορεί οι κλιματικές ανησυχίες να έχουν υποχωρήσει στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Ευρώπη όμως εξακολουθούν να διατηρούν επιρροή. Η μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα φαίνεται να αποτελεί την καλύτερη ευκαιρία της Ευρώπης για να διασώσει τη βιομηχανική της βάση και να αποτρέψει άλλες κυβερνήσεις από το να της ασκούν πιέσεις.
