«Η τεμπελιά μπορεί κάποτε να μας σώσει»

Ο Κωνσταντίνος Τσαλακός συνομιλεί με την ολλανδή φιλόσοφο Λίκε Νίνενμπεργκ για τη σύνδεση της αυτοεκτίμησης με την παραγωγικότητα, αλλά και για τον έλεγχο των ανθρώπων μέσα από τις ιδέες της ελευθερίας, της αυθεντικότητας και της αυτονομίας.

«Η τεμπελιά μπορεί κάποτε να μας σώσει»

Μπορεί η εξαιρετικά δημοφιλής μόδα της αυτοβελτίωσης, της εργασίας μας, των σχέσεών μας, του ίδιου μας του εαυτού, να συνιστά τελικά την κρυφή πηγή μιας νέας δυσφορίας; Τι χάνουμε ως άνθρωποι όταν εξαναγκάζουμε τον έρωτα, τη φιλία, την επαφή μας με τη φύση να αναμετρηθούν με τη βάσανο της λογικής, της αποδοτικότητας και της βελτιστοποίησης;

«Το Βήμα» συνομίλησε με τη νεαρή ολλανδή φιλόσοφο Λίκε Νίνεμπεργκ για αυτό που αποκαλεί σύγχρονο «φετιχισμό της παραγωγικότητας», τις μεταμορφώσεις των αφηγήσεων του καπιταλισμού και την ανάγκη της επανασύνδεσής μας με τον κόσμο.

Λίκε Νίνεμπεργκ

Στο βιβλίο σας «Ενα όμορφο κενό» (εκδόσεις Atlas Contact) υποστηρίζετε ότι η σύγχρονη κοινωνία είναι εμμονική με την ιδέα της παραγωγικότητας. Τι εννοείτε;

«Ολα ξεκίνησαν από τη δική μου απογοήτευση. Γιατί συνέδεα την αυτοεκτίμησή μου με την παραγωγικότητά μου; Γιατί ένιωθα καλά με τον εαυτό μου μόνο όταν είχα κάνει όλες τις δουλειές της λίστας εκκρεμών εργασιών μου; Γιατί η “έξυπνη” διαχείριση του χρόνου μου δεν με έκανε ποτέ να νιώθω πραγματικά ήρεμη; Αυτά τα ερωτήματα με οδήγησαν στη σύγχρονη, καπιταλιστική ιδεολογία της βελτιστοποίησης, της παραγωγικότητας και της διαχείρισης του χρόνου. Κάθε φάση του καπιταλισμού χρειάζεται μια αφήγηση για να παρακινήσει τους ανθρώπους να εργαστούν. Η σημερινή είναι η εξής: το να είσαι παραγωγικός, το να μην είσαι τεμπέλης, σε κάνει καλό άνθρωπο. Και το να προσπαθείς να είσαι ο καλύτερος εαυτός σου, να βελτιστοποιήσεις ολόκληρη τη ζωή σου, αυτό δεν είναι κάτι που πρέπει να κάνεις, αλλά κάτι που θέλεις».

Γι’ αυτό μιλάτε για «φετιχισμό της παραγωγικότητας»;

«Ναι, αυτό αποκαλώ “φετιχισμό της παραγωγικότητας”. Παίζω με την ιδέα ενός φροϊδικού φετίχ – αυτό που μας διεγείρει, μας κάνει να είμαστε παραγωγικοί, να κάνουμε όλες τις εκκρεμείς δουλειές μας, να νιώθουμε καλά με τον εαυτό μας. Αλλά ο φετιχισμός πάντα περιλαμβάνει και μια διαδικασία λήθης. Στον φετιχισμό του εμπορεύματος στον Μαρξ, αυτό που ξεχνάμε είναι πώς κατασκευάζονται τα προϊόντα, από ποιον και από ποια υλικά. Ξεχνάμε την ιστορία και τις κοινωνικές σχέσεις και βλέπουμε μόνο ένα ζευγάρι δερμάτινα παπούτσια που θα μας κάνουν να φαινόμαστε κουλ. Στον φετιχισμό της παραγωγικότητας, κάνουμε την παραγωγικότητα αυτοσκοπό, δεν ρωτάμε όμως ποιον σκοπό και ποια υποκείμενα εξυπηρετεί όλο αυτό. Τείνουμε επίσης να ξεχνάμε ότι είμαστε πολύ περισσότερα από την παραγωγικότητά μας. Είμαστε άνθρωποι, και το να είσαι άνθρωπος είναι κάτι περίπλοκο. Πολλά από τα πράγματα που μας κάνουν ανθρώπους δεν μπορούμε να τα βελτιστοποιήσουμε ή να τα κάνουμε παραγωγικά: την αγάπη, τη φιλία, τη δημιουργικότητα».

Λέτε ότι αυτή η εμμονή μεταφέρεται πλέον από το εργασιακό περιβάλλον στον ελεύθερο χρόνο. Πώς συνέβη αυτό;

«Αρχικά κατασκευάζαμε πράγματα και τα πουλούσαμε, χονδρικά πριν από το 1700. Στη συνέχεια αρχίσαμε να πουλάμε τον χρόνο μας σε μισθωτή εργασία. Αυτό μετέτρεψε τον χρόνο σε οικονομικό πόρο. Ο χρόνος είναι χρήμα. Αλλά χρήμα δεν είναι μόνο ο χρόνος εργασίας, είναι και ο ελεύθερος χρόνος. Από τη δεκαετία του ’70 και μετά, όλο αυτό κλιμακώθηκε, καθώς η εργασία έγινε πιο συνυφασμένη με την ταυτότητά μας. Τώρα πλέον πουλάμε τους εαυτούς μας, και πρέπει να προωθήσουμε τους εαυτούς μας έξυπνα, ώστε να μην είμαστε περιττοί την επόμενη μέρα. Αυτό δημιουργεί ένα ολόκληρο νέο οπλοστάσιο έμμεσων τρόπων ελέγχου των ανθρώπων, μέσα από τις ιδέες της ελευθερίας, της αυθεντικότητας και της αυτονομίας. Η εκμετάλλευση τότε γίνεται πιο δύσκολα αντιληπτή, επειδή ό,τι κάνεις το κάνεις με τη δική σου ελεύθερη βούληση».

«Γίνεσαι αφεντικό του εαυτού σου», όπως λέτε…

«Εχουμε την τάση να λέμε ότι εργαζόμαστε πολύ σκληρά και να αναφέρουμε την εργασία ως τη μεγάλη αιτία της κοινωνίας της εξουθένωσης. Αλλά δεν νομίζω ότι λύνουμε το πρόβλημα απλώς και μόνο δουλεύοντας λιγότερο. Διότι αντιμετωπίζουμε επίσης τον ελεύθερο χρόνο μας, τις προσωπικές μας σχέσεις ως κάτι που πρέπει να βελτιστοποιηθεί. Σχεδιάζουμε σχολαστικά, διαχειριζόμαστε τις σχέσεις μας, επενδύουμε στις φιλίες μας. Δεν θέλουμε να χάνουμε χρόνο, για παράδειγμα, με ανθρώπους που “δεν μας δίνουν ενέργεια”, γι’ αυτό χωρίζουμε με φίλους. Είμαστε αφεντικά του εαυτού μας, με την έννοια ότι εσωτερικεύσαμε αυτόν τον νεοφιλελεύθερο τρόπο διαχείρισης με τον οποίο ζούμε και διά του οποίου μιλάμε στον εαυτό μας: “Σήκω από τον καναπέ, είσαι τεμπέλης και άχρηστος αν δεν κάνεις το τάδε και το δείνα”».

Οπότε η διαδικασία αυτοπραγμάτωσης καταλήγει σε δυσφορία;

«Τότε η αναζήτηση της αυτοπραγμάτωσης γίνεται πολύ ζοφερή και δεν θα μας δώσει ποτέ αυτό το αίσθημα ηρεμίας, ελέγχου και ικανοποίησης που πραγματικά λαχταράμε. Για την αυτοπραγμάτωση, αυτό που χρειαζόμαστε είναι ουσιαστικές σχέσεις αγάπης με τον κόσμο, αλλά η λογική της διαχείρισης μας εμποδίζει ακριβώς να τις αναπτύξουμε. Η νεοφιλελεύθερη αυτοπραγμάτωση είναι στην πραγματικότητα αυτοεκμετάλλευση».

Τι είδους σχέση με τον εαυτό μας αναπτύσσουμε σε αυτό το πλαίσιο;

«Μια σαδιστική σχέση, στην οποία ο εαυτός μας δεν θα είναι ποτέ επαρκής. Δεν αισθάνεσαι ποτέ οικεία στο σώμα σου, διότι πάντοτε υπάρχει κάτι να βελτιώσεις. Δεν υπάρχει ευχαρίστηση. Το σώμα σου δεν είναι πια πηγή ευχαρίστησης, αλλά ένα όργανο που πρέπει να βελτιστοποιηθεί».

Είναι η σύγχρονη κοινωνία μια «κοινωνία της εξουθένωσης» (Μπιουνγκ Τσουλ Χαν); Ή μια κοινωνία της μοναξιάς;

«Για εμένα, το να είσαι εξουθενωμένος σημαίνει ότι δεν είσαι πλέον σε θέση να δημιουργήσεις ουσιαστικές συνδέσεις με τον κόσμο. Αυτός είναι για εσένα ψυχρός, δεν πυροδοτεί πια την επιθυμία, είναι νεκρός. Αυτό σημαίνει μοναξιά. Το ζήτημα δεν έχει να κάνει απλώς με την αντίστιξη του να είσαι απασχολημένος και αγχωμένος, από τη μία, και να είσαι χαλαρός και ξεκούραστος, από την άλλη. Εχει να κάνει με τη σύνδεση».

Επιμένετε στην ανάγκη αυτού που αποκαλείτε «συντονισμό» (resonance). Πώς τον επιτυγχάνουμε;

«Η λογική της διαχείρισης δεν πρόκειται να λειτουργήσει, επειδή η σύνδεση με τον κόσμο είναι δυνατή μόνο αν πραγματικά μπορείς να τον κοιτάς και να τον ακούς με αμέριστη προσοχή. Δανείζομαι την ιδέα του συντονισμού από τον γερμανό κοινωνιολόγο Χάρτμουτ Ρόζα. Τον περιγράφει ως μια ζωντανή αμοιβαία σχέση με τον κόσμο, που δεν μπορεί να ελεγχθεί, να σχεδιαστεί ή να αποτελέσει αντικείμενο διαχείρισης. Είναι κατά κάποιον τρόπο ένα δώρο. Για παράδειγμα, αυτό το συντριπτικό συναίσθημα που μπορεί να έχεις όταν βρίσκεσαι στη φύση, όπου ξαφνικά συνειδητοποιείς ευχάριστα πόσο μικρός είσαι. Ή το να σε αγγίζει η μουσική και να ανατριχιάζεις ή το να κάνεις μια καταπληκτική συζήτηση με έναν φίλο που σε βοηθά να δεις τον κόσμο από την αρχή».

Μπορούν τα σύγχρονα έθνη να επιβιώσουν χωρίς να είναι παραγωγικά; Η παραγωγικότητα φαίνεται να είναι η οδός για την αυτονομία στις μέρες μας.

«Αυτό θα αλλάξει με την κλιματική αλλαγή. Ο τρόπος που σκεφτόμαστε την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη προκαλεί ήδη πολλά προβλήματα. Ανυδρο έδαφος, αποτυχημένες συγκομιδές, εξαντλημένοι και δυσαρεστημένοι εργαζόμενοι. Πρέπει να αλλάξουμε τις αντιλήψεις μας για το τι σημαίνει να είσαι επιτυχημένος και ελεύθερος, που βασίζονται σήμερα στην ιδιοκτησία όλο και περισσότερων αγαθών. Διότι προσεγγίζουμε πλέον ένα όριο. Ας μην υποτιμούμε αυτό που τώρα θεωρούμε αντιπαραγωγικό και τεμπέλικο. Αυτή η τεμπελιά μπορεί να μας σώσει κάποια μέρα».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version