«Το Ιράν δεν έχει κάνει ακόμη εκτεταμένη χρήση του αποθέματος πυραύλων cruise ούτε ορισμένων από τις ασύμμετρες δυνατότητές του» εκτιμά μιλώντας στο «Β» ο δρ Μπάστιαν Γκίγκριτς, γενικός διευθυντής και CEO της δεξαμενής σκέψης The International Institute for Strategic Studies (IISS) στο Λονδίνο.
Ο δρ Γκίγκριτς μάς μιλάει για τον πόλεμο στο Ιράν αλλά και για το κατά πόσο η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία έχει μέλλον.
Δρ Γκίγκριτς, υπάρχει σαφής εικόνα για τη βαλλιστική ικανότητα του Ιράν;
«Πριν από τον 12ήμερο πόλεμο του περασμένου Ιουνίου, τα επιχειρησιακά αποθέματα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν υπολογιζόταν ότι κυμαίνονταν μεταξύ 2.000 και 3.000 και ο μηνιαίος ρυθμός παραγωγής τους βρισκόταν μεταξύ 50 και 70 τον μήνα. Υπολογιζόταν επίσης ότι το Ιράν διέθετε περίπου 400 εκτοξευτές για αυτούς τους πυραύλους. Το Ιράν έχει πλέον εκτοξεύσει περισσότερους από 700 βαλλιστικούς πυραύλους. Ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι η εκστρατεία του Ισραήλ και των ΗΠΑ έχει στοχεύσει επιτυχώς εκτοξευτές, υποβαθμίζοντας την ιρανική ικανότητα σε αξιοσημείωτο βαθμό καθώς εκτιμάται ότι απομένουν 100-200 εκτοξευτές. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν δείξει ότι μπορούν να υπαγορεύουν τον ρυθμό των επιχειρήσεων. Το Ιράν όμως δεν έχει κάνει ακόμη εκτεταμένη χρήση του αποθέματος πυραύλων cruise ούτε ορισμένων από τις ασύμμετρες δυνατότητές του και εξακολουθεί να διαθέτει επιλογές για κλιμάκωση».
Η αλλαγή ηγεσίας υπό τον Μοτζταμπά Χαμενεΐ επηρεάζει το πυρηνικό πρόγραμμα, και αν ναι, με ποιον τρόπο;
«Εχει επιλεγεί ένας σκληροπυρηνικός διάδοχος, πιθανότατα πρόθυμος να αποδείξει ότι το καθεστώς όχι μόνο έχει επιβιώσει μέχρι στιγμής αλλά παραμένει σθεναρά προσηλωμένο στο να επιβάλει κόστος στη Δύση. Παραμένει άγνωστο πού βρίσκονται τα αποθέματα του Ιράν σε ουράνιο εμπλουτισμένο σε υψηλό βαθμό. Το πώς ο πόλεμος επηρεάζει την πορεία του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος είναι επίσης άγνωστο σε αυτό το στάδιο. Σίγουρα, η ικανότητα του Ιράν να αναπτύξει πυρηνικά όπλα έχει αποδυναμωθεί, ανεξάρτητα από το πώς θα τελειώσει ο πόλεμος, και αυτό περιορίζει τις επιλογές όποιου βρίσκεται στην εξουσία. Μια ανησυχία είναι ότι τυχόν κενό εξουσίας στην Τεχεράνη θα μπορούσε να δημιουργήσει κινδύνους διάδοσης πυρηνικού υλικού, τεχνολογίας και γνώσης».
Περνώντας στην Ευρώπη και βλέποντας ένα έλλειμμα ηγεσίας σχετικά με τον πόλεμο, με εξαίρεση την Γαλλία σε έναν βαθμό, διαβλέπετε ευκαιρίες για μεγαλύτερη ενοποίηση μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών αμυντικών βιομηχανιών;
«Η έρευνα του IISS δείχνει ότι μεταξύ 2022 και 2025 περίπου το 53% των δαπανών αμυντικών προμηθειών για στρατιωτικές πλατφόρμες από ευρωπαϊκά κράτη κατευθύνθηκε σε ευρωπαϊκές εταιρείες. Ενα επιπλέον 36% κατευθύνθηκε στις ΗΠΑ, με ιδιαίτερη έμφαση στη στρατιωτική αεροναυπηγική. Η Ευρώπη διαθέτει ικανή αμυντική βιομηχανία και τα κράτη-μέλη εφαρμόζουν αλλαγές για να επιταχύνουν τις προμήθειες, καθώς αυξάνουν τις δαπάνες προκειμένου να καλυφθούν οι νέοι στόχοι του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, περισσότερες χώρες δίνουν πλέον προτεραιότητα σε προμήθειες από εγχώρια ή ευρωπαϊκή βιομηχανία. Οι ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια εφοδιασμού οδηγούν τις χώρες στη δημιουργία κυρίαρχων βιομηχανικών δυνατοτήτων, συμβάλλοντας έτσι σε ένα πιο κατακερματισμένο τοπίο. Οι αμυντικές προμήθειες εξακολουθούν να καθορίζονται από εθνικές πολιτικές προτεραιότητες και η εθνικά προσανατολισμένη νομοθεσία, οι προδιαγραφές και οι βιομηχανικές πολιτικές συνεχίζουν να περιορίζουν τις συνεργατικές προμήθειες».
Υπό αυτό το πρίσμα, αναδύεται η Γερμανία ως ο κύριος υπερασπιστής της ηπείρου περισσότερα από 75 χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο;
«Η Γερμανία διαθέτει πλέον τον τέταρτο μεγαλύτερο αμυντικό προϋπολογισμό στον κόσμο, μετά τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία. Εχοντας δαπανήσει κάτω από το 2% του ΑΕΠ για την άμυνα μόλις το 2024, η Γερμανία έχει ήδη ανακοινώσει σχέδια για να φτάσει τον νέο στόχο του ΝΑΤΟ, δηλαδή δαπάνες ύψους 3,5% του ΑΕΠ για βασικές αμυντικές δυνατότητες έως το 2029. Το 2025 η Γερμανία αντιπροσώπευσε το 25% της συνολικής αύξησης των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη».
Απειλείται η Ευρώπη από τη Ρωσία αν η Ουκρανία χάσει τον πόλεμο;
«Η απειλή της Ρωσίας προς την Ευρώπη, που προέρχεται από τα όπλα μεγάλου βεληνεκούς της, αυξάνεται. Ακόμη και βασικά συστήματα, όπως το Geran-2 (μη επανδρωμένο αερόχημα επίθεσης μιας κατεύθυνσης), η εκσυγχρονισμένη ρωσική έκδοση του ιρανικού Shahed-136, θα μπορούσαν να πλήξουν στόχους σε ολόκληρη την Ευρώπη σε εμβέλεια 2.000 χιλιομέτρων. Το IISS εκτιμά ότι έως το 2030 – εάν η παραγωγή και η στρατολόγηση συνεχιστούν με τον ίδιο ρυθμό – η Ρωσία θα είναι σε θέση να καλύψει τα κενά που υπάρχουν μεταξύ του σημερινού ανθρώπινου δυναμικού και εξοπλισμού της και εκείνων που απαιτούνται για να καλύψουν τη νέα, διευρυμένη δομή δυνάμεών της. Δεν υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι η ικανότητα της Ρωσίας να συνεχίσει τον πόλεμο κατά της Ουκρανίας για πέμπτο έτος έχει μειωθεί ενώ, την ίδια στιγμή, η απειλή της Ρωσίας προς την ευρύτερη Ευρώπη αυξάνεται».
Θα κλείσω με την Κίνα, σύμμαχο της Ρωσίας. Πόσο σύντομα πιστεύετε ότι θα μπορούσε να αποκτήσει την ικανότητα να περιορίσει τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ στη Νότια Σινική Θάλασσα;
«Η ταχεία διακλαδική στρατιωτική ανάπτυξη της Κίνας αναδείχθηκε στη στρατιωτική παρέλαση της “Ημέρας της Νίκης” τον Σεπτέμβριο. Ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός παρουσίασε για πρώτη φορά τον πλέον επιχειρησιακό αεροεκτοξευόμενο βαλλιστικό πύραυλο JL-1, βασικό στοιχείο της αναδυόμενης πυρηνικής τριάδας του. Το κινεζικό Ναυτικό ενέταξε σε υπηρεσία το μεγαλύτερο και πιο ικανό αεροπλανοφόρο του, το Φουτζιάν, μαζί με τουλάχιστον εννέα νέα μεγάλα πλοία επιφανείας. Δέκα νέα πυρηνοκίνητα υποβρύχια καθελκύστηκαν μεταξύ 2021 και 2025. Η Κίνα ξεπέρασε το αμερικανικό Ναυτικό τόσο σε αριθμό σκαφών όσο και σε εκτόπισμα κατά την ίδια περίοδο. Πέρα από την ανάπτυξη της επόμενης γενιάς επανδρωμένων και μη επανδρωμένων μαχητικών αεροσκαφών, η κινεζική Αεροπορία προχώρησε στην εισαγωγή σύγχρονων μαχητικών. Το IISS εκτιμά ότι η Κίνα διαθέτει πλέον τον μεγαλύτερο στόλο μαχητικών αεροσκαφών χαμηλής παρατηρησιμότητας στην περιοχή Ασίας – Ειρηνικού. Ο εκσυγχρονισμός των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων συνεχίζεται με ταχείς ρυθμούς».
