Πολιτικοί vs Συνταγματολόγων: Ποιος έχει τον πρώτο λόγο στην Αναθεώρηση

Η «διελκυστίνδα» για το ποιος έχει τον πρώτο λόγο επί του Συντάγματος, από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο Καραμανλή έως σήμερα.

Πολιτικοί vs Συνταγματολόγων: Ποιος έχει τον πρώτο λόγο στην Αναθεώρηση

Ποιος έχει τον πρώτο λόγο στη συνταγματική αναθεώρηση; Οι πολιτικοί ή οι συνταγματολόγοι; Υπάρχει η άποψη που διατύπωσε στις 8 Ιανουαρίου 2026 στη Βουλή ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ Δημήτρης Καιρίδης κατά τη διάρκεια της συζήτησης επί της ένστασης αντισυνταγματικότητας για διατάξεις του νομοσχεδίου Δένδια σχετικά με τη μετάβαση των Ενόπλων Δυνάμεων στη νέα εποχή.

Τότε ο διεθνολόγος του Παντείου Πανεπιστημίου και πρώην υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου είχε υποστηρίξει αναφερθείς στο Σύνταγμα ότι «είναι εξαιρετικά χρήσιμο, όπως έλεγε κάποιος παλαιότερα, για να το αφήνουμε στους συνταγματολόγους», σημειώνοντας πως «είναι άλλο πράγμα τα πολιτικά επιχειρήματα και άλλο τα νομικά». Μάλιστα, απευθυνόμενος προς την αντιπολίτευση είχε συστήσει: «Μην μπλέκετε τα πολιτικά επιχειρήματα με τα νομικά και τα συνταγματικά. Μην υπερσυνταγματολογείτε. Είναι μία παθογένεια αυτή της δημόσιας ζωής, ιδίως όσοι θεωρούν το Συνταγματικό Δίκαιο την αρχή και το τέλος του κόσμου».

Το Σύνταγμα και οι… συνταγματάρχες

Ο αντίλογος ήρθε αρκετές ημέρες αργότερα από τον συνταγματολόγο βουλευτή του ΠαΣοΚ Παναγιώτη Δουδωνή, ο οποίος μιλώντας την περασμένη Τετάρτη στη Βουλή δήλωσε: «Ακουσα κατά τη συζήτηση μιας ένστασης αντισυνταγματικότητας τον κ. Καιρίδη να λέει ότι το Σύνταγμα είναι πολύ σημαντικό για να το αφήσουμε στους συνταγματολόγους. Η μόνη άλλη άποψη που έχω ακούσει σε σχέση με συνταγματολόγους είναι του κ. Πλεύρη και είναι οι συνταγματάρχες».

Οπως ανέφερε, αυτό το οποίο διακυβεύεται είναι η ίδια η σοβαρότητα του πολιτικού συστήματος και το περιεχόμενο και η κανονιστικότητα του Συντάγματος στην Ελλάδα. Και αναφορικά με τη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης που εκκινεί η κυβέρνηση, ξεκαθάρισε τη θέση του ΠαΣοΚ παραπέμποντας στην επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή: «Οι συναινέσεις, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των επόμενων εθνικών εκλογών, πρέπει να επιτυγχάνονται στην αναθεωρητική Βουλή», με τις μέγιστες δυνατές συγκλίσεις, άρα με 180 ψήφους, τουτέστιν στην παρούσα (προτείνουσα) Βουλή το ΠαΣοΚ δεν προτίθεται να δώσει «λευκή επιταγή» παρέχοντας τη συναίνεσή του για επίτευξη αυξημένων πλειοψηφιών ώστε η επόμενη Βουλή να κάνει «περίπατο».

Ο «ακήρυκτος πόλεμος» πολιτικών – συνταγματολόγων έχει παρελθόν και μέλλον. Πολύ περισσότερο που η κυβέρνηση έχει δεχθεί σφοδρά πυρά για παραβίαση αρχών του κράτους δικαίου και θεσμικές υποχωρήσεις (υποκλοπές, έλεγχος ανεξάρτητων αρχών, ψηφοφορίες-«παρωδία» στη Βουλή, αδιαφάνεια κ.λπ.). Στην «κόντρα» ενεπλάκη και ο πρόεδρος της Νέας Αριστεράς Αλέξης Χαρίτσης, ο οποίος απευθυνόμενος στην πλειοψηφία είπε στην ίδια συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής: «Οπως είπαν οι συνταγματολόγοι αυτές τις μέρες – πάρα πολλοί έγκριτοι συνταγματολόγοι από ένα ευρύτατο πολιτικό φάσμα –, δεν είναι απλός νόμος το Σύνταγμα για να ακολουθήσετε την προσφιλή σας τακτική νομοθέτησης» και τόνισε πως «αυτό που θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση Μητσοτάκη θα ήταν να εξηγήσει στους έλληνες πολίτες, να εξηγήσει στη Βουλή των Ελλήνων, γιατί εδώ και επτά χρόνια παραβιάζει το Σύνταγμα, γιατί παρακάμπτει το Σύνταγμα και όχι γιατί κρίνει ως σκόπιμο να το αναθεωρήσει».

Η «διελκυστίνδα» μεταξύ πολιτικών και συνταγματολόγων δεν είναι καινούργια. Αν και πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής συντάξεως του Συντάγματος ήταν ο νομικός, τακτικός καθηγητής της Φιλοσοφίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έμπιστος συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή, Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο ιδρυτής της ΝΔ ήταν αντίθετος με το να έχουν οι συνταγματολόγοι κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση του Συντάγματος του 1975, κάνοντας μάλιστα λόγο για «σφαλερά αντίληψιν», αν και αναγνώριζε ότι «ασφαλώς αι γνώμαι των είναι χρήσιμοι, δεν πρέπει όμως να είναι αποφασιστικαί».

Αυτά ήταν τα λόγια του στη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου της 23ης Δεκεμβρίου 1974, όπου παρουσίασε το σχέδιο του νέου Συντάγματος, το οποίο φιλοδοξείτο, όπως είχε πει, να «δώσει εις τον τόπον το πλαίσιον που θα επιτρέπη εις την Ελλάδα να ζη εν ελευθερία και να προαγάγη την Δημοκρατίαν». Η άποψη του Καραμανλή ήταν ότι «το Σύνταγμα θέλει προπαντός δέκα ανθρώπους με πολιτικήν πείραν και δέκα πέντε ημέρας εντατικής εργασίας», όπως έλεγε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας πως «εάν πρόκειται το Σύνταγμα να το εκπονήσουν μόνον συνταγματολόγοι, ημπορεί να αντιγράψουν το Σύνταγμα οιασδήποτε χώρας (…) αλλά πρέπει να λάβωμεν υπ’ όψιν ότι κάθε Σύνταγμα θα πρέπει να προσαρμόζεται εις τας ειδικάς συνθήκας εκάστου τόπου», κάτι το οποίο «γνωρίζουν οι άνθρωποι της πολιτικής πράξεως, διότι γνωρίζουν πού προσκρούει, τι είναι εκείνο που καθιστά δυσχερή την εφαρμογήν ενός πολιτεύματος εις την πολιτικήν ζωήν ενός Εθνους».

Οι κάθετες απόψεις του Καραμανλή είχαν συζητηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο. Ο υπουργός Παιδείας Π. Ζέπος του είχε πει: «Δεν έχετε πολύ δίκαιον, διότι οι συνταγματολόγοι δεν αντιγράφουν αλλά κρίνουν», με τον Καραμανλή να του απαντά: «Είπα ότι δεν έχουν μεγάλην πολιτικήν πείραν. Το θέμα είναι κατά το ήμισυ πολιτικής και κατά το ήμισυ επιστημονικής πείρας. Απαραίτητοι και οι δύο».

Η «ελευθερωτέρα των εδρών»

Οι σχέσεις πολιτικών και συνταγματολόγων υπήρξαν ανέκαθεν ταραχώδεις. Οπως μας πληροφορεί ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ Σπύρος Βλαχόπουλος, από την εποχή του Οθωνα υπήρξαν προστριβές. Το 1852 ο βασιλιάς είχε καλέσει τον πρώτο μεγάλο έλληνα συνταγματολόγο, τον Ν. Ι. Σαρίπολο, για να τον επιπλήξει: «Μανθάνω ότι μετά πολλής ελευθερίας διδάσκετε» του είχε πει. Και ο Σαρίπολος του απάντησε: «Ει περ η ελευθερία υπό της οικουμένης απάσης εδιώκετο, ήθελε διασωθή εν Ευρώπη» (σ.σ.: σε ελεύθερη μετάφραση: αν η ελευθερία καταδιωκόταν από ολόκληρη την οικουμένη, θα διασωζόταν στην Ευρώπη).

«Από τα βέλη της πολιτικής εξουσίας, και μάλιστα του Ελευθερίου Βενιζέλου, δεν γλύτωσε ούτε και ο μεγαλύτερος Ελληνας συνταγματολόγος του Μεσοπολέμου, ο Αλέξανδρος Σβώλος», όπως έχει γράψει ο κ. Βλαχόπουλος («ΤΑ ΝΕΑ», 16.1.2023). Και πράγματι, ο Βενιζέλος, στο πλαίσιο διαφωνίας του με τον Σβώλο το 1931 για τον συνδικαλισμό των δημόσιων υπαλλήλων, δήλωνε ότι αν η γνώμη του καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου επί της ερμηνείας του Συντάγματος θεωρείται πιο έγκυρη από οποιαδήποτε άλλη, «θα εκύτταζα, εάν ηδυνάμην, διά νόμου να καταργήσω την έδραν του Συνταγματικού Δικαίου, διά ν’ αποτρέψω τον κίνδυνον, ο οποίος θα επεκρέματο κατά του ελληνικού κράτους, να εξαρτάται η πολιτική ζωή της χώρας από την γνώμην ενός καθηγητού». Δικαίως λοιπόν, σύμφωνα με τον κ. Βλαχόπουλο, ο Αριστόβουλος Μάνεσης συμφωνούσε με τον Ν. Ι. Σαρίπολο, όταν ο τελευταίος χαρακτήριζε την έδρα του Συνταγματικού Δικαίου ως την «ελευθερωτέρα των εδρών».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version