«Να στερήσουμε από το ρουσφέτι το πολιτικό του “οξυγόνο”». Με αυτή την αποστροφή ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να δώσει το στίγμα μιας θεσμικής παρέμβασης, αναζητώντας συνταγματική διέξοδο σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη συγκυρία για την κυβέρνηση, στη βαριά σκιά του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η πρόταση, με ορίζοντα εφαρμογής μετά τις εκλογές του 2027, εισάγει το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, προβλέποντας την αντικατάσταση του πρώτου από τον επιλαχόντα της περιφέρειάς του για όσο μετέχει στην κυβέρνηση.
Η θέση αυτή δεν αποτελεί «αχαρτογράφητο έδαφος» για το κυβερνητικό επιτελείο. Ηδη από το 2016 ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης συνυπέγραφε με έγκριτους νομικούς μια ακόμη πιο προωθημένη πρόταση, σύμφωνα με την οποία τα μέλη της κυβέρνησης δεν θα μπορούν να ανακηρυχθούν υποψήφιοι, ούτε να εκλεγούν στην αμέσως επόμενη βουλευτική αναμέτρηση.
Ωστόσο, η πρωθυπουργική αυτή πρόταση έρχεται σε ρήξη με τη βαθιά ριζωμένη παράδοση του ελληνικού κοινοβουλευτισμού, πυροδοτώντας ήδη έναν έντονο προβληματισμό στον ακαδημαϊκό κόσμο. Κυρίαρχη είναι η εκτίμηση ότι η πρόταση δεν συνάδει με το κοινοβουλευτικό μας σύστημα, καθώς βρίσκεται σε «ένταση» με τη φυσιογνωμία του πολιτεύματος.
Το «μεικτό μοντέλο»
Με τη Βουλή να μετατρέπεται σε ένα σώμα «μεταβλητής σύνθεσης», το οποίο καθίσταται έρμαιο των πρωθυπουργικών ανασχηματισμών και όχι αποκλειστικός καρπός της κάλπης, ανακύπτει μια εξαιρετικά προβληματική συνθήκη που κινδυνεύει τελικά να εκτοπίσει την αρχή της αντιπροσώπευσης, όπως υποστηρίζεται.
«Πρόκειται για ένα μοντέλο που ασφαλώς μπορεί να εφαρμοστεί κατόπιν συνταγματικής αναθεώρησης» επισημαίνει ο Νίκος Παπασπύρου, καθηγητής Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Αθηνών. «Δεν έχει σχέση με το αμερικανικό μοντέλο» διευκρινίζει, καθώς εκεί ο υπουργός είναι «περίπου υπάλληλος του προέδρου», ενώ εδώ μιλάμε για ένα «μεικτό μοντέλο» όπως στη Γαλλία και το Βέλγιο. «Εκεί ο υπουργός πάλι θα είναι κατά βάση βουλευτής, πλην όμως, όταν γίνεται υπουργός, αφήνει προσωρινά την έδρα του» σημειώνει, περιγράφοντας ένα σύστημα όπου ο πρώτος επιλαχών ασκεί καθήκοντα βουλευτή και ο υπουργός «λαμβάνει πίσω την έδρα του» όταν αποχωρήσει από την κυβέρνηση.
Αναφερόμενος στα πλεονεκτήματα, τονίζει ότι το βασικό όφελος είναι πως ο υπουργός «δεν θα χρειάζεται να πηγαίνει διαρκώς στη Βουλή για ονομαστικές ψηφοφορίες» και θα ελαφρυνθεί από τα κοινοβουλευτικά του καθήκοντα. Ωστόσο, επισημαίνει και το όριο της ρύθμισης, καθώς «εφόσον παραμείνουμε στη λύση ότι ο υπουργός θα ξαναβάλει υποψηφιότητα στις εκλογές για βουλευτής, είναι προφανές ότι ο εκλογικός πειρασμός θα υπάρχει».
Ο κ. Παπασπύρου συνδέει την πρόταση με ευρύτερες παρεμβάσεις, σημειώνοντας πως το μέτρο θα μπορούσε να λειτουργήσει αν συνδυαζόταν με μείωση των υφυπουργών, οι οποίοι «θα μπορούσαν να είναι υπηρεσιακοί». Παράλληλα θεωρεί αναπόφευκτη τη μείωση του αριθμού των βουλευτών ώστε να μην υπάρχουν επιπλέον μισθοδοτούμενοι. «Στην πράξη αλλάζει όλο το εκλογικό σύστημα» καταλήγει, υπογραμμίζοντας ότι η μεταρρύθμιση αποδίδει μόνο «αν περιοριστεί ο αριθμός των πολιτικών που μετέχουν στην κυβέρνηση» και «αν γίνει σαφής διάκριση μεταξύ υπουργού και υφυπουργού», διαφορετικά το σχήμα «γίνεται περίπλοκο».
Στον αντίποδα, η Ιφιγένεια Καμτσίδου, καθηγήτρια Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Θεσσαλονίκης, εστιάζει στη σχέση της πρότασης με τη φυσιογνωμία του πολιτεύματος. «Ενα τέτοιο ασυμβίβαστο βρίσκεται σε ένταση με τον κοινοβουλευτικό χαρακτήρα του πολιτεύματός μας» σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι «στα κοινοβουλευτικά συστήματα η Βουλή και η κυβέρνηση επικοινωνούν με θεσμικά και συνταγματικά ρυθμισμένο τρόπο». Οπως εξηγεί, «η βουλευτική ιδιότητα εξασφαλίζει στον υπουργό τη δυνατότητα να συμμετέχει στην κυβέρνηση ως ίσος προς τους συναδέλφους του», ενώ «ο υπουργός-βουλευτής είναι μέλος του Κοινοβουλίου και λογοδοτεί σε αυτό». Παράλληλα, επισημαίνει ότι «το προτεινόμενο ασυμβίβαστο συναντάται μόνο σε προεδρικά ή ημιπροεδρικά συστήματα», όπου «ο αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας διαθέτει άμεση νομιμοποίηση και τη διαχείριση της εξουσίας στο σύνολό της».
Εμφανίζεται επιφυλακτική για την εναλλασσόμενη σύνθεση της Βουλής, τονίζοντας πως «σε μια χώρα όπου το Υπουργικό Συμβούλιο είναι πολυπληθές, η εναλλαγή των βουλευτών κινδυνεύει να απορρυθμίσει τη λειτουργία της Βουλής». Υπογραμμίζει πως πρόκειται για μια ιδέα «καινοφανή και επιπόλαιη, αν όχι επικίνδυνη», που «θα υπονομεύσει τη συνοχή της Βουλής», καθώς οι αναπληρωτές θα λειτουργούν «υπό τη δαμόκλειο σπάθη της επιστροφής του προκατόχου τους», με αποτέλεσμα «να ευνοείται ο πελατειασμός».
Τις ίδιες επιφυλάξεις εκφράζει ο Γιάννης Τασόπουλος, καθηγητής Δημοσίου Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών, επισημαίνοντας ότι «η πρόταση δεν συνάδει με τη λογική και την εσωτερική αλληλουχία του πολιτεύματος. Η μεταβλητή σύνθεση της Βουλής, ως αποτέλεσμα πρωθυπουργικών αποφάσεων, είναι εξαιρετικά προβληματική με βάση την κοινοβουλευτική αρχή» σημειώνει, τονίζοντας ότι η αντιπροσώπευση πηγάζει από τη «λαϊκή ετυμηγορία» και όχι από τις «κυβερνητικές επιλογές». Οπως επισημαίνει, σε μια πολυκομματική κυβέρνηση «οι αποφάσεις του Πρωθυπουργού θα μπορούσαν να επηρεάζουν ακόμη και τη σύνθεση της κοινοβουλευτικής ομάδας άλλου κόμματος», παραβιάζοντας τη βασική αρχή ότι «ο λαός εκλέγει τη Βουλή και η Βουλή ελέγχει την κυβέρνηση».
«Μεσοβέζικη» πρόταση
Από τη μεριά του, την ανάγκη για καθαρές και σταθερές θεσμικές επιλογές αναδεικνύει ο καθηγητής Αστικού Δικαίου της Νομικής Αθηνών Αντώνης Καραμπατζός. «Ο βουλευτής καθίσταται ανεξάρτητος και αυτοτελής μόνο αν μιλάμε για πλήρες ασυμβίβαστο» τονίζει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι μόνο υπό αυτή την εκδοχή η μεταρρύθμιση μπορεί να λειτουργήσει ως «μοχλός ουσιαστικής ενίσχυσης του κοινοβουλευτικού έργου», σε αντίθεση με την πρωθυπουργική πρόταση που κρίνεται ως «μεσοβέζικη».
Υπογραμμίζει, μάλιστα, πως μόνο μέσω του πλήρους ασυμβίβαστου ο βουλευτής θα δύναται «να ασκεί ουσιαστικότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο», κάτι που κατά την εκτίμησή του τα τελευταία χρόνια «έχει ατονήσει σημαντικά. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η πραγματική διάκριση των εξουσιών», προσθέτει, δεδομένου ότι στο ισχύον πλαίσιο «οι επιθυμίες της εκτελεστικής εξουσίας επικυρώνονται νομοθετικά σχεδόν κατά κανόνα».
Παράλληλα, ο κ. Τασόπουλος υπογραμμίζει ότι η πραγματική απάντηση στο ρουσφέτι εντοπίζεται στην «ανεξαρτησία και τον επαγγελματισμό της διοίκησης» και όχι στην περαιτέρω ενίσχυση του Πρωθυπουργού. «Το πρόβλημα των πελατειακών σχέσεων δεν αντιμετωπίζεται με αυτόν τον τρόπο» καταλήγει ο ίδιος, εξηγώντας ότι το ουσιαστικό διακύβευμα για το πολιτικό υποκείμενο παραμένει αμετάβλητο: η επιδίωξη δεν είναι η διατήρηση της βουλευτικής ιδιότητας εις βάρος της υπουργικής, αλλά η εξασφάλιση της υπουργικής θέσης μέσω της επανεκλογής στο βουλευτικό αξίωμα. Ο ίδιος συμπληρώνει ότι η στόχευση αυτή στρέφεται αποκλειστικά στο μέλλον και όχι προς το παρόν, γεγονός που καθιστά το μέτρο «ατελέσφορο ήδη από τη σύλληψή του».
Στο ίδιο κλίμα, ο Γιώργος Δελλής, καθηγητής Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Αθηνών, απορρίπτει την πρόταση ως «ανεπαρκή» για την καταπολέμηση των πελατειακών σχέσεων. «Δεν πρόκειται για ιδέα προς τη σωστή κατεύθυνση» σημειώνει, θεωρώντας «αφέλεια» ότι ένας υπουργός θα έπαυε τις «εξυπηρετήσεις» στην περιφέρειά του όσο επιδιώκει την επανεκλογή του. «Το πελατειακό τέρας δεν χτυπιέται με τέτοιου είδους ημίμετρα» καταλήγει.
