Παρά τη σταθεροποίηση βασικών μακροοικονομικών δεικτών και τη δημοσιονομική σταθεροποίηση (με σημείο εκκίνησης το 2010), παραμένει εμφανής η απόσταση που χωρίζει την ελληνική οικονομία από τις πλέον παραγωγικές οικονομίες της Ευρώπης λόγω σειράς δομικών αδυναμιών που μεταξύ άλλων αφορούν: το δημόσιο χρέος, την υψηλή εξάρτηση από κοινοτικές εισροές, καθώς και το υψηλό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που παραμένει ελλειμματικό. Το ζητούμενο δεν πρέπει όμως να είναι μόνο η αύξηση του ΑΕΠ, αλλά η ποιοτική αναβάθμιση του παραγωγικού προτύπου ώστε η ανάπτυξη να είναι βιώσιμη και κοινωνικά δίκαιη.
Κεντρική πρόκληση αποτελεί η χαμηλή παραγωγικότητα. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βασίζεται σε κλάδους έντασης εργασίας και υπηρεσιών χαμηλής προστιθέμενης αξίας, ενώ η ανάπτυξη στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση και στον τουρισμό. Ωστόσο, ο τελευταίος φαίνεται να έχει πλησιάσει τα φυσικά και οικονομικά του όρια.
Την ίδια στιγμή, ο επίμονος πληθωρισμός τροφίμων και υπηρεσιών επιβαρύνει κυρίως τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Η αντιμετώπιση του φαινομένου αναπόφευκτα προϋποθέτει την επέκταση της εγχώριας παραγωγικής βάσης, ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από εισαγόμενες πρώτες ύλες και προϊόντα.
Σε αυτό το πλαίσιο, καθίσταται απαραίτητη μια συντεταγμένη στρατηγική παραγωγικού μετασχηματισμού με προτεραιότητα στην αναδιάρθρωση και ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που συχνά στερούνται κλίμακας, κεφαλαίων και πρόσβασης σε τεχνολογία.
Δεδομένου του μεγέθους της ελληνικής οικονομίας, ιδιαίτερη σημασία έχει η αύξηση της παραγωγικής κλίμακας (upscaling) της παραγωγής στον πρωτογενή και τον μεταποιητικό τομέα. Στην περίπτωση της σύγχρονης αγροτικής παραγωγής απαιτεί τεχνογνωσία, ψηφιακά εργαλεία και οργανωμένες δομές τυποποίησης και εμπορίας από κοινού με ασφαλιστικά και εγγυοδοτικά εργαλεία διαχείρισης των κινδύνων που αφορούν την κλιματική αλλαγή. Αντίστοιχα, η μεταποίηση πρέπει να στραφεί σε καινοτόμα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, με εξαγωγικό προσανατολισμό.
Είναι απαραίτητο να άρουμε τα επενδυτικά εμπόδια για προγράμματα που ενσωματώνουν καινοτομία, έρευνα και ψηφιακές τεχνολογίες, δημιουργώντας νέα προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Στόχος δεν μπορεί να είναι η ελληνική αγορά αλλά η παγκόσμια.
Αυτό προϋποθέτει μεγαλύτερη εξωστρέφεια αλλά και περισσότερο ενεργή διασύνδεση επιχειρήσεων, πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων, ώστε η χώρα να αποκτήσει ένα πραγματικό οικοσύστημα γνώσης και παραγωγής. Μια τέτοια προσέγγιση οφείλει να συνδυαστεί και με τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου χρηματοδοτικού οικοσυστήματος, το οποίο συνδυάζει χαμηλότοκα δάνεια, κρατικές εγγυήσεις και μικρο-χρηματοδότηση σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν πρέπει να αρκεστεί στους ενάρετους κύκλους συγκυριακής ανάπτυξης όποτε αυτοί προκύπτουν, αλλά πρέπει να στραφεί προς μια επιθετική στρατηγική παραγωγικής αναβάθμισης. Μόνο έτσι η οικονομική πρόοδος θα γίνει ανθεκτική, διεθνώς ανταγωνιστική και κοινωνικά συμπεριληπτική.
Ο κ. Γιώργος Παλαιοδήμος είναι γραμματέας του Τομέα Οικονομικών του ΠαΣοΚ.
