Ο Πέδρο Σάντσεθ, πρωθυπουργός της Ισπανίας και αρχηγός του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (PSOE), σε πρόσφατο άρθρο του στους «The New York Times» (4/2/2026) με τον τίτλο «Αυτός είναι ο λόγος που η Δύση χρειάζεται μετανάστες», υπερασπίζεται την επιλογή της κυβέρνησής του να προχωρήσει στην έκδοση νομοθετικού διατάγματος για τη νομιμοποίηση μισού εκατομμυρίου μεταναστών που ήδη, χωρίς έγγραφα, ζουν στην Ισπανία. Το επιχείρημα του Σάντσεθ υπέρ της συγκεκριμένης απόφασης, η οποία συγκέντρωσε ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην Ισπανική Κάτω Βουλή (υπέρ ψήφισαν 310 βουλευτές σε σύνολο 350), είναι διττό: θεμελιώνεται αφενός ηθικά με βάση την ιστορία της Ισπανίας ως χώρας μαζικής μετανάστευσης και αφετέρου οικονομικά και πραγματιστικά, καθώς η Ισπανία αντιμετωπίζει δημογραφική συρρίκνωση και χωρίς μετανάστευση δεν μπορεί να διατηρηθεί η ανάπτυξη και τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας και ασφάλισης.
Στο άρθρο αναγνωρίζονται μεν οι ευκαιρίες αλλά και οι προκλήσεις της μετανάστευσης, απορρίπτονται όμως οι πολιτισμικές εξηγήσεις και τα επιχειρήματα λογικής MAGA που βλέπουν τη μετανάστευση φοβικά, αντιμετωπίζοντάς την ως απειλή για τη δημόσια τάξη και την εθνική ταυτότητα. Αντί για τους πολιτισμικούς φόβους εξαιτίας της παρουσίας μεταναστών, ο Σάντσεθ εστιάζει στις δομικές προκλήσεις, οι οποίες έχουν να κάνουν με κοινωνικές ανισότητες, δυσλειτουργικές παραγωγικές δομές και θεσμικές υστερήσεις που δημιουργούν περιορισμούς και εμπόδια στην πρόσβαση στην εκπαίδευση, στις κοινωνικές παροχές και την υγειονομική περίθαλψη. Με αυτόν τον τρόπο το ζήτημα της μετανάστευσης αναπλαισιώνεται και εντάσσεται στο πεδίο της διακυβέρνησης.
Σε πρώτη ανάγνωση το άρθρο του Σάντσεθ μπορεί να εκληφθεί ως μια προσωπική τοποθέτηση του ισπανού πρωθυπουργού. Ωστόσο, αυτό που υπερασπίζεται ο Sánchez και αφορά την, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, παραχώρηση προσωρινής άδειας διαμονής σε μισό εκατομμύριο μετανάστες, δεν είναι προϊόν μονομερούς κυβερνητικής απόφασης, αλλά απόληξη μιας μακράς κοινωνικής και θεσμικής διαδικασίας με εξαιρετικά ευρεία βάση νομιμοποίησης. Ξεκίνησε το 2021 ως λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία με την καμπάνια #RegularizacionYa, η οποία συγκέντρωσε πάνω από 700 χιλιάδες υπογραφές. Το 2023 η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή επικύρωσε το έγγραφο συλλογής υπογραφών προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία έγκρισης από το Κοινοβούλιο. Το όλο εγχείρημα είχε την υποστήριξη 900 Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, μεταξύ αυτών και της Καθολικής Εκκλησίας διά μέσου της CONFER που εκπροσωπεί τις θρησκευτικές κοινότητες των καθολικών στην Ισπανία. Η εμπλοκή και στάση της Εκκλησίας ήταν πολύ σημαντική καθώς μετέφερε το ζήτημα από το πεδίο της κομματικής αντιπαράθεσης σε ένα αξιακό και κοινωνικό πλαίσιο δημιουργώντας την προϋπόθεση μιας ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης.
Το ακροδεξιό VOX ήταν το μόνο κόμμα που κατήγγειλε και καταψήφισε την απόφαση χαρακτηρίζοντάς την ως προσπάθεια «αντικατάστασης» του ισπανικού λαού από μετανάστες και πρωτοβουλία «τυραννική» που αποσκοπεί στη διαμόρφωση μελλοντικής βάσης εκλογικής υποστήριξης των κατεστημένων κομμάτων. Η ρητορική αυτή εντάσσεται σε ένα ιδεολογικό σχήμα πολιτισμικού φόβου, όπου η μετανάστευση παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως απειλή για την εθνική ταυτότητα και ως κίνδυνος για τα συμφέροντα των γηγενών. Ωστόσο, η μακροοικονομική συγκυρία αποδυναμώνει σημαντικά αυτό το αφήγημα, γι’ αυτό και το VOX δεν φαίνεται να λειτουργεί ως μαζικός υποδοχέας τιμωρητικής ψήφου απέναντι στο κυβερνών PSOE. Από το 2000 και μετά, η ισπανική οικονομία καταγράφει μία από τις ισχυρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη· σύμφωνα με τον ισπανό υπουργό Οικονομικών, η ανάπτυξη στην Ισπανία αντιπροσωπεύει το 50% της συνολικής ανάπτυξης στην ΕΕ για το 2024.
Οι δείκτες φανερώνουν μείωση της ανεργίας, αύξηση των πραγματικών μισθών και ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, στοιχεία που έρχονται σε αντίθεση με την υπόθεση ότι η μετανάστευση συμπιέζει τα εισοδήματα ή επιβαρύνει την οικονομία. Η ευρεία κοινωνική συναίνεση γύρω από τη νομοθετική ρύθμιση ακύρωσε σε σημαντικό βαθμό τα επιχειρήματα της Ακροδεξιάς μετατοπίζοντας τη συζήτηση από το εθνικο-πολιτισμικό πλαίσιο στην οικονομική ορθολογικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο το επιχείρημα Σάντσεθ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα: η ένταξη μισού εκατομμυρίου μεταναστών στην αγορά εργασίας δεν παρουσιάζεται ως πράξη παραχώρησης, αλλά ως συνειδητή και αποδοτική επιλογή μιας αναπτυσσόμενης και ισχυρής οικονομίας που επιδιώκει να ενισχύσει τη δημογραφική και παραγωγική της βάση. Ετσι, η μεταναστευτική πολιτική παύει να εμφανίζεται ως πεδίο αμυντικής διαχείρισης και αναδεικνύεται σε εργαλείο αναπτυξιακής στρατηγικής.
Παρότι η παρέμβαση του Σάντσεθ παραμένει πολιτικά αντισυμβατική σε ένα ευρωπαϊκό πολιτικό περιβάλλον όπου τον τόνο στο ζήτημα της μετανάστευσης εξακολουθεί να τον δίνει η Ακροδεξιά, ωστόσο κατά καιρούς έχουν υπάρξει κι άλλες παρεμβάσεις υπέρ μιας ρεαλιστικής προσέγγισης της μετανάστευσης. H Ανγκελα Μέρκελ έχει αναδρομικά υπερασπιστεί την πολιτική που ακολούθησε το 2015, ενώ ο Μάριο Ντράγκι κινούμενος σε ένα αυστηρά τεχνοκρατικό πλαίσιο αναφέρεται στη σημασία της μετανάστευσης για τη διατήρηση της παραγωγικής βάσης. Σε μια Ευρώπη όπου ο φοβικός και ο αμυντικός λόγος αναπαράγονται άκριτα, αυτή η μορφή ρητορικής πλαισίωσης είναι, επί του παρόντος, περιθωριακή.
Υπό τον φόβο του εκλογικού κόστους, κόμματα και ηγεσίες της συντηρητικής Δεξιάς και της Κεντροδεξιάς υιοθετούν συχνά στοιχεία της ακροδεξιάς ατζέντας, ενώ και η Κεντροαριστερά αντιμετωπίζει το θέμα με εμφανή αμηχανία και επιφυλακτικότητα, αποφεύγοντας να διατυπώσει ένα θετικό αφήγημα. Το αποτέλεσμα είναι ένα κλασικό πολιτικό παράδοξο: η συνεχής υποχώρηση υπέρ του αμυντικού λόγου δεν περιορίζει την Ακροδεξιά, αλλά αντίθετα επιβεβαιώνει και παγιώνει την κυριαρχία της στο ζήτημα της μετανάστευσης. Με άλλα λόγια, όσο οι δημοκρατικές δυνάμεις κινούνται στο πλαίσιο που θέτει η Ακροδεξιά, τόσο ενισχύεται η «θεματική αρμοδιότητα» (issue ownership) της τελευταίας στο ζήτημα της μετανάστευσης.
Η γερμανική εμπειρία είναι ενδεικτική. Η σταδιακή αναδίπλωση της Μέρκελ από το προσφυγικό αφήγημα το 2015 διευκόλυνε την άνοδο του AfD, που κατέστη ο κατεξοχήν εκφραστής της σκληρής αντιμεταναστευτικής γραμμής στη Γερμανία και την Ευρώπη. Αντίστοιχα στην Ελλάδα η ενίσχυση και ο πολλαπλασιασμός των ακροδεξιών σχηματισμών μετά το 2019 συντελούνται όσο η κεντροδεξιά κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη μετατοπίζεται σε πιο συντηρητικές θέσεις στο μεταναστευτικό ζήτημα. Ιδιαίτερα, η έμφαση που δίνεται σχεδόν αποκλειστικά στη φύλαξη των συνόρων και στην αποτροπή, χωρίς παράλληλη διατύπωση ενός θετικού ή, με οικονομικούς όρους, τεκμηριωμένου πλαισίου για τη νόμιμη μετανάστευση, αφήνει το πεδίο ανοικτό στην Ακροδεξιά να παίζει στο δικό της γήπεδο.
Αντίθετα, μια ρητορική που θέτει τη μετανάστευση στο πλαίσιο των αναγκών της οικονομίας, της εργασίας και της δημογραφικής βιωσιμότητας μπορεί να μεταφέρει τη συζήτηση και τον έλεγχο των κινήσεων στο πεδίο των δημοκρατικών δυνάμεων. Και ακριβώς αυτό είναι το ουσιαστικό πολιτικό νόημα της παρέμβασης του Σάντσεθ: όχι απλώς ότι προτείνει μια διαφορετική πολιτική, αλλά ότι επιχειρεί να αλλάξει το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται η ευρωπαϊκή συζήτηση και χαράσσεται η πολιτική για τη μετανάστευση.
Η κυρία Βασιλική Γεωργιάδου είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, διευθύντρια και πρόεδρος του ΔΣ του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ)
