Το 2015 η αντισυστημικότητα ήταν αρρενωπή, μπρούτα και συχνά χυδαία. Ο Αλέξης Τσίπρας, ο Πάνος Καμμένος και ο Νίκος Μιχαλολιάκος εικονογραφούσαν τις διαφορετικές πτυχές της και οι Αγανακτισμένοι διέδιδαν και ανατροφοδοτούσαν το κήρυγμά τους στις πλατείες της οργής.
Το παλαιό σύστημα έπρεπε να αφανιστεί, οι αρμοί του να σπάσουν, οι αμαρτίες του να το στείλουν στα αζήτητα, στην κόλαση, δηλαδή, της πολιτικής.
Η βία κατέκλυσε τον δημόσιο βίο σαν να ήταν το μοναδικό ταιριαστό αντίδοτο στα δεινά των μνημονίων. Μόλις καταλάγιασε η οργή, οι τρεις εκφραστές εκείνης της εποχής έλαβαν από το ίδιο εκλογικό σώμα, του οποίου απελευθέρωσαν τα πιο σκοτεινά ένστικτα, φύλλο πορείας για το μεγάλο πουθενά.
Η επιστροφή στην κανονικότητα έγινε το νέο φετίχ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης ο ιδανικός και βιαστικός εκφραστής του.
Υποσχέθηκε πολλά σε μια κοινωνία που δεν είχε ακόμη θεραπεύσει τις πληγές της, αλλά καιγόταν να τις κουκουλώσει και να κάνει το άλμα προς μια καλύτερη ζωή.
Ο Πρωθυπουργός, αντί να κάνει τη δύσκολη δουλειά της μεταρρύθμισης του κράτους, προτίμησε την πεπατημένη, να μοιράζει λεφτά εδώ και εκεί ανάλογα με τις συγκυριακές και προεκλογικές ανάγκες.
Η εγκαταλειμμένη μεταρρύθμιση του κράτους τον εκδικήθηκε στις υποκλοπές, στα Τέμπη, στον ΟΠΕΚΕΠΕ, στο μπλακάουτ του FIR, και από τις τρύπες του βαθέος κράτους, που όψιμα εξήγγειλε ότι θα πολεμήσει η κυβέρνηση, αφού προηγουμένως του ανέθεσε μια υπεράσπιση οριακής νομιμότητας για τα λάθη της, αναδύθηκε η παλιά γνώριμη αίσθηση της διαφθοράς, της διαπλοκής, της συγκάλυψης.
Το 2026 οι τρεις όψεις της Νέμεσης συντονίστηκαν με ισάριθμα πρόσωπα: Ζωή Κωνσταντοπούλου, Αφροδίτη Λατινοπούλου, Μαρία Καρυστιανού.
Η οργή σε αυτή τη φάση έχει θηλυκή έκφραση, υψηλά ντεσιμπέλ και λόγο εξόντωσης των αντιπάλων. Φυλακίσεις πολιτικών, δημεύσεις περιουσιών, τιμωρία της λαμογιάς, της διαφθοράς, της σαπίλας.
Το συστημικό πολιτικό σύστημα, στο οποίο περιλαμβάνονται ο Αλέξης Τσίπρας και ο Κυριάκος Βελόπουλος, βρίσκεται ξανά στο εδώλιο, και οι εκλύσεις του βούρκου γίνονται πάλι πηγή ενέργειας για τον νέο αντισυστημισμό.
Σε αντίθεση με τη μνημονιακή περίοδο, η σημερινή αντίδραση έχει αναφορά σε μια προσωπικότητα διεθνούς επιρροής. Τον Ντόναλτ Τραμπ.
Χωρίς ιδεολογικό στίγμα, με απόλυτα προσωπική αναφορά, σχετικοποίηση της αλήθειας και της πραγματικότητας, χωρίς φραγμούς και όρια, με ατελείωτο μπούλινγκ, μπορεί κάποιος ή κάποια να χτίσει μια πολιτική καριέρα. Ταιριάζει στην εποχή. Αλλες ικανότητες δεν απαιτούνται.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει βάλει «προσωπικό στοίχημα να μην ξαναπροδοθεί η κοινωνία», την οποία το υπόλοιπο σύστημα «φοβάται και γι’ αυτό προσπαθεί να αποκλείσει ή να χειραγωγήσει». Και εκείνη βάλθηκε να το πεθάνει επιβάλλοντας μια σχοινοτενή νομιμοφάνεια στην ίδια την έδρα του, τη Βουλή.
Η Λατινοπούλου με τον ρηχό δογματισμό της εκπροσωπεί μια κοινωνία «που φοβάται», «που θέλει αλλά δεν μπορεί να υπερασπιστεί τις αξίες και τα πιστεύω της», ευτυχώς όμως της δανείζει τη δική της ασταμάτητη – ούτε ανάσα δεν παίρνει στα τηλεοπτικά πλατό – φωνή.
Ποιος άλλος αν όχι αυτή θα κραυγάσει για την ύπαρξη μόνο δύο φύλων, για την εισβολή χιλιάδων λαθρομεταναστών και τον κίνδυνο ισλαμοποίησης, για τις «υποκλίσεις» που κάνει η κυβέρνηση στον Ερντογάν και στα Σκόπια;
Ο Τραμπ είναι το ίνδαλμά της. Καλά έκανε στον «ναρκέμπορο Μαδούρο», από τη στιγμή που «κλαίνε οι αριστεροί, η Κίνα, η Ρωσία και ο Βελόπουλος», μπορεί να βασίζεται στην υποστήριξή της.
Η Καρυστιανού είναι μια ξεχωριστή περίπτωση, γιατί προέρχεται από ένα πραγματικό κοινωνικό κίνημα, γιατί μπόρεσε να βγάλει χιλιάδες ανθρώπους στον δρόμο και να κάνει πραγματική ζημιά στην κυβέρνηση, αντίθετα με τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Αν της αφαιρεθεί η ανιδιοτέλεια του κοινωνικού κινήματος, δεν είναι βέβαιο πόσο μακριά μπορεί να πάει στην πολιτική, ιδίως όταν δηλώνει ότι ο στόχος της είναι «να οδηγηθούμε σε μια ελεύθερη και ανεξάρτητη χώρα» με πρώτο βήμα την απελευθέρωση της Δικαιοσύνης, ώστε «να είμαστε όλοι καλά».
Οι επιθέσεις στις τρεις κυρίες, στο ύφος, στην εμφάνιση, στα εφόδια και στις απώτερες βλέψεις τους, παραβλέπουν βασικά ερωτήματα.
Ποιες κοινωνικές διεργασίες τις έχουν γεννήσει εφόσον επιστρέψαμε στην κανονικότητα, πώς εξηγείται η επίμονη εχθροπάθεια που αναζητεί να παρακάμψει τα θεσμικά κανάλια για να εκφραστεί, γιατί τόσοι πολίτες αισθάνονται περιθωριοποιημένοι;
Το δίλημμα «σταθερότητα ή χάος» δεν έχει νόημα για τους οπαδούς τους. Η επιρροή τους, ωστόσο, ίσως είναι καθοριστική για την κυβέρνηση της επόμενης μέρας, τόσο που ορισμένοι έχουν προσθέσει στα διάφορα σενάρια μετεκλογικών συνεργασιών και το ενδεχόμενο κυβέρνησης ειδικού σκοπού για το εξάμηνο της ελληνικής προεδρίας το δεύτερο μισό του 2027.
Τίποτα δεν μοιάζει υπερβολικό σε ένα τόσο ρευστό τοπίο.
