«Δεν σταμάτησα ποτέ να μιλώ ελληνικά»

Η Χρυσούλα Δρίκου, που στα 19 της χρόνια άφησε την Ελλάδα με την προοπτική μιας καλύτερης ζωής στην Αργεντινή, εξιστορεί τη ζωή της και εξηγεί τι την κράτησε σε επαφή με την πρώτη πατρίδα της.

Από το Άστρος στον Πειραιά και από εκεί σε ένα υπερωκεάνιο για την Αργεντινή. Τη δεκαετία του 1950, όταν η Χρυσούλα Δρίκου μετανάστευσε στα 19 χρόνια στο Μπουένος Άιρες, η κυρίαρχη πεποίθηση ήταν ότι σε αυτή την τόσο μεγάλη και μακρινή χώρα θα ήταν όλα εύκολα. Όπως αποκαλύπτουν όσα μας είπε, τίποτα δεν της χαρίστηκε.

Η κυρία Δρίκου μάς περίμενε στο σπίτι της για τη συνέντευξη. Χτυπήσαμε το κουδούνι. Μας άνοιξε η ίδια. Μας καλωσόρισε και μας έσφιξε στην αγκαλιά της. Η κυρία Χρυσούλα είναι μια γυναίκα 88 χρονών, γλυκιά και ευγενική. Μας υποδέχθηκε στο σαλόνι της με πορτοκαλάδα και κουλουράκια Νιώσαμε έναν ηλεκτρισμό στην ατμόσφαιρα. Η αλήθεια είναι πως δεν περιμέναμε αυτό που ακολούθησε. Βουβός πόνος, κόμπιασμα, παύσεις και δάκρυα, που κυλούσαν αργά στα μάγουλά της και στα δικά μας. Η συνάντησή μας τελείωσε μ’ ένα «ευχαριστώ πολύ!». Εμείς σας ευχαριστούμε πολύ, κυρία Χρυσούλα!

Κυρία Χρυσούλα από πού κατάγεστε;

«Από το Πάραλιον Άστρος της Πελοποννήσου».

Πόσο χρονών ήσασταν όταν φύγατε από την Ελλάδα;

«Ήμουν 19 ετών».

Τι θυμάστε από εκείνη την ημέρα;

«Μου είναι πολύ δύσκολο να επιστρέψω πίσω… Η στενοχώρια μου απερίγραπτη. Όλοι μου οι συγγενείς ήρθαν στον Πειραιά. Έχω φυλάξει τη φωτογραφία, ασφαλώς, όπως κι άλλα πράγματα. Ήταν πολύ δύσκολη μέρα. Δεν υπήρξε, νομίζω, χειρότερη μέρα».

Γιατί φύγατε από την Ελλάδα;

«Δεν ήταν εύκολη εποχή. Προέρχομαι από μια μεγάλη οικογένεια. Οι Γερμανοί σκότωσαν τον πατέρα μου και τον μεγαλύτερο αδελφό μου. Ο μπαμπάς μου ήταν 33 ετών και ο αδελφός μου 13. Σκεφτείτε τώρα τη μητέρα μου μόνη με 7 παιδιά! Τι άλλο θέλετε να σας πω; Νομίζω πως αυτό είναι αρκετό».

Η Χρυσούλα Δρίκου με τον δισέγγονό της, τον Οδυσσέα, στο σπίτι της, την ημέρα των 88ων
γενεθλίων της

Πώς ήταν το ταξίδι;

«Το ταξίδι, κάτω από τέτοια συγκινησιακή φόρτιση, δεν ήταν εύκολο. Ευτυχώς, συνάντησα και συνταξιδέψαμε με ένα αντρόγυνο από την πατρίδα, που πήγαιναν στην Αργεντινή να δουν τον γιο τους, συγγενείς και φίλους. Οι περισσότεροι, βέβαια, είχαν προορισμό τη Βραζιλία. Λίγοι ήμασταν όσοι θα φτάναμε στην Αργεντινή. Ο ένας έδινε κουράγιο στον άλλο. Εμένα με πρόσεχαν, γιατί ήμουν μικρή, 19 ετών παιδί».

Τα άτομα που γνωρίσατε στο πλοίο τα βλέπατε και μετά στην Αργεντινή;

«Για ένα διάστημα τούς έβλεπα. Στην αρχή, είχα κάποια επικοινωνία μαζί τους. Μετά, δυστυχώς, πήγαν πολύ μακριά και χαθήκαμε. Η Αργεντινή είναι μια χώρα πολύ μεγάλη. Κράτησα επαφή μόνο με το αντρόγυνο, γιατί ο γιος τους ζούσε κοντά».

Τι πήρατε μαζί σας;

«Το πρώτο που πήρα ήταν μια εικόνα της Παναγίας μας, να την έχω πάντα μαζί μου».

Μας είπατε ότι ήρθατε σε ηλικία 19 ετών. Σ’ αυτή την ηλικία είχατε άδεια παραμονής στη χώρα;

«Όντως, ήρθα σε ηλικία 19 ετών. Δεν επιτρεπόταν να μπω στη χώρα, γι’ αυτό ο πεθερός μου από εδώ και η μεγαλύτερη αδελφή μου από την Ελλάδα κανόνισαν να παντρευτώ, διότι σε άλλη περίπτωση θα έπρεπε να είχα κλείσει τα 22 ώστε να μου επιτραπεί η είσοδος. Έτσι, μέσα σε 40 ημέρες με πάντρεψαν και μ’ αυτόν τον τρόπο κατάφερα να παραμείνω στην Αργεντινή».

Πώς ήταν η ζωή σας; Δυσκολευτήκατε με τη γλώσσα;

«Ασφαλώς, όταν κάποιος πάει σε μια νέα χώρα, που μιλάνε άλλη γλώσσα και βρίσκεται με άτομα, που δεν τα γνωρίζει και τα βλέπει πρώτη φορά, δεν είναι εύκολο. Όμως, σιγά-σιγά διαβάζοντας περιοδικά και κάνοντας παρέα με μια συνομήλική μου άρχισα να προσαρμόζομαι. Πάντως, εύκολο δεν ήταν τίποτε».

Βρήκατε συμπαράσταση από άλλους Έλληνες, που ζούσαν στην Αργεντινή;

«Ναι, βρήκα συμπαράσταση από δύο αδελφές, Ελληνίδες, που ζούσαν πολύ κοντά. Η μία, δυστυχώς, χάθηκε πολύ νωρίς και η άλλη γύρισε στην Ελλάδα. Γνώρισα, αργότερα και μια άλλη Ελληνίδα. Έτσι, είχα κάποιον για να συναντήσω και να μιλήσω».

Πότε δημιουργήσατε τη δική σας οικογένεια;

«Πριν κλείσω χρόνο στην Αργεντινή απέκτησα την πρώτη μου κόρη. Με τον ερχομό του παιδιού η ζωή μου ήταν λίγο καλύτερη για εμένα. Μετά από τρία χρόνια, γέννησα τη δεύτερη κόρη μου και η ζωή συνεχίστηκε».

Κρατήσατε την ελληνική γλώσσα και τα έθιμα;

«Δεν σταμάτησα ποτέ να μιλώ ελληνικά, δεν τα ξέχασα ποτέ. Οι κόρες μου τα έμαθαν καλύτερα και από εμένα. Τα εγγόνια και τα δισέγγονα, δόξα να ‘χει ο Θεός, τα μιλάνε καλύτερα από τις μανάδες τους και από εμένα. Ο,τι έχει σχέση με την Ελλάδα το γνωρίζουν».

Πότε πήγατε ξανά στην πατρίδα σας;

«Δεν ήταν εύκολο να επιστρέψω. Κάποιοι πίστευαν ότι, αν πας στη Βόρεια ή τη Νότια Αμερική, μπορείς να βρεις τα δολάρια στον δρόμο. Δυστυχώς, δεν ήταν έτσι. Πέρασαν πολλά χρόνια, για να μπορέσω να γυρίσω να δω τη μάνα μου, τα αδέλφια μου, την πατρίδα μου. Μετά από 10 χρόνια πήγα με τις δύο μου κόρες με μεγάλη δυσκολία. Οταν η κατάσταση στην Αργεντινή, αργότερα, το επέτρεπε, πηγαίναμε στην Ελλάδα».

Τώρα πώς αισθάνεστε που εξακολουθείτε να ζείτε στην Αργεντινή;

«Η Αργεντινή είναι μια πολύ ωραία και πλούσια χώρα. Έχει ό,τι θέλει η ψυχή του ανθρώπου αλλά δεν υπάρχει οικονομική σταθερότητα. Αυτό το πάνω-κάτω στην οικονομία της χώρας το βίωσα πάρα πολλές φορές. Έχασα πράγματα πολλές φορές αλλά, δόξα τω Θεώ, τώρα έχω μια οικογένεια υπέροχη, με τις κόρες μου, τον γαμπρό μου και τον δισέγγονό μου. Έχω ένα και έρχεται και δεύτερο, αν το θέλει ο Θεός. Όλα αυτά είναι για εμένα μια ευτυχία μεγάλη. Ευχαριστώ τον Θεό για όλα όσα μου έχει δώσει μέχρι τώρα. Τα μόνα που ζητώ είναι υγεία και να δω τα εγγόνια μου και τα δισέγγονα μου να μεγαλώνουν».

Πότε πήγατε για τελευταία φορά στην Ελλάδα;

«Τελευταία φορά πήγα στην Ελλάδα τον Ιούλιο, που μας πέρασε. Οι κόρες μου και ο γαμπρός μου μού έδωσαν τη χαρά και την ευτυχία να με πάνε να δω την πατρίδα ξανά. Ήταν το πιο ωραίο ταξίδι, που είχα κάνει μέχρι τώρα στα 88 μου χρόνια, το καλύτερο ταξίδι. Τους ευχαριστώ και να ‘χουν την ευχή μου».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version