Κατεβαίνει τα μαρμάρινα σκαλιά, χαμένος στις σκέψεις του, με την ακοή του επικεντρωμένη στον ρυθμικό αυτό ήχο. «Κλακ», να η πρώτη νιφάδα. «Κλακ», πάει και η δεύτερη. Και μετά από λίγο, τον ξαναβλέπει. Εκείνον τον γυαλιστερό πάγο. Εκείνο το χιόνι, με την αφράτη του υφή να προσαρμόζεται στο περίγραμμα των λαστιχένιων σολών των περαστικών. Να γυαλίζει, κάτω από τον γκρι απέραντο ουρανό, καλύπτοντας όλα με το λευκό αγγελικό του χρώμα. Ο κρύος αέρας άρχισε να μαστιγώνει το πρόσωπό του και να ανακατεύει με μεγάλη αποφασιστικότητα τα μαλλιά του. Έπειτα άρχισε να γίνεται αισθητό πάνω στο δέρμα του και το τσουχτερό κρύο. Και ενώ το παιδί μέσα του πάντα χαιρόταν με την όψη των λεπτεπίλεπτων χιονονιφάδων, το παιδί τώρα, γιατί κι ας είχε μορφή ενήλικα, ακόμη παιδί ήταν, θυμόταν. Θυμόταν τα ξεθωριασμένα γράμματα πάνω στις στερεωμένες με ξύλο πινακίδες των μαγαζιών. Θυμόταν τον ήλιο με τις λαμπερές ακτίνες του, που έκαιγαν πάνω στον ξεβαμμένο δρόμο, με τον ήχο από τα μικρά ποδηλατάκια να συνοδεύει την αρμονική αυτή εικόνα, που ακουγόταν απόμακρος, σαν απαλές νότες μιας προ πολλού ξεχασμένης μελωδίας.
Και τώρα αυτές οι νιφάδες κάθονταν πάνω στο καλό του παλτό, για να του θυμίσουν όσα είχε χάσει. Γιατί αυτή ήταν η Ελλάδα που γνώριζε και αγαπούσε, ήταν παλιά και νοσταλγική. Με μία κομψή άγρια ομορφιά, που έκρυβε όμως και μικρές πληγές.
Σηκώνει τα μάτια του και στρέφει την προσοχή του στο σπίτι στο τέρμα του δρόμου, που γνώριζε τόσο καλά. Ήταν άσπρο, με μία κατακόκκινη, πορφυρή σκεπή να το προστατεύει, και με όμορφα σκαλιστά περβάζια να στέκονται μπροστά από κάθε παράθυρο. Πάνω σε αυτά, υπήρχαν μικρά γλαστράκια με κάθε λογής λουλούδια, όπως άσπρα κρινάκια, κόκκινες φλογερές παπαρούνες με τα όμορφα μαύρα σποράκια τους, ροζ μοσχομυριστές τουλίπες και πολλά άλλα. Με το που έφτασε και μπήκε μέσα, τον χτύπησε μια υπέροχη μυρωδιά, που κάτι του θύμιζε, αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ακριβώς. Πέρασε βιαστικά τον μακρύ διάδρομο και κατευθύνθηκε γρήγορα προς την κουζίνα. Κι εκεί στάθηκε, αντικριστός με μια πανέμορφη εικόνα. Ήταν η γιαγιά του, που τους είχε επισκεφθεί για να γνωρίσει τα δισέγγονά της και τώρα τους μάθαινε τον καλύτερο τρόπο για να φτιάξουν μπάμιες. Όταν γύρισε, τα μάτια της στάθηκαν πάνω του, με τις γωνίες των ματιών της να γυαλίζουν από δάκρυα που κινδύνευαν να κυλήσουν.
Έπειτα, προχώρησε και τον σφιχταγκάλιασε, με μια αγκαλιά που δεν ήξερε πόσο του είχε λείψει, όμως τώρα το συνειδητοποιούσε. Και ξάφνου, το παιδί μέσα του γέλασε σα να έμαθε και πάλι να χαίρεται, και ο ήλιος ανέτειλε. Ανέτειλε, φωτίζοντας κάθε σπιθαμή της ψυχής του, ακόμα και τις πιο σκοτεινές, λιώνοντας τον πάγο που την κάλυπτε και ξυπνώντας την από τη χειμερία της νάρκη. Και κάπως έτσι, η Ελλάδα του επέστρεψε, πιο ζωντανή από ποτέ, θυμίζοντάς του ότι η πατρίδα είναι οι άνθρωποί της. Όχι ο τόπος, όχι οι μυρωδιές, αλλά οι ψυχές της, που παραμένουν ενωμένες σε όποια χώρα κι αν βρίσκονται, διατηρώντας το πνεύμα της ζωντανό και ακμαίο.