«Δώσαμε τα καλύτερά μας χρόνια στη Γερμανία» – Δύο «Γκασταρμπάιτερ» αφηγούνται τη δική τους διαδρομή

Με αφετηρία τα χρόνια της μεγάλης ελληνικής μετανάστευσης, η Βασιλική και ο Πέτρος Σαμαράς αφηγούνται τη δική τους διαδρομή στη Γερμανία. Μιλούν για τον μόχθο, την οικογένεια, τη δημιουργία των ελληνικών θεσμών της ομογένειας και την επιθυμία για επιστροφή στην πατρίδα που παρέμεινε ζωντανή επί δεκαετίες

«Δώσαμε τα καλύτερά μας χρόνια στη Γερμανία» – Δύο «Γκασταρμπάιτερ» αφηγούνται τη δική τους διαδρομή

Οι Ελληνες του εξωτερικού συγκροτούν μια πολυπληθή κοινότητα σε κάθε σχεδόν γωνιά της υφηλίου. Με όρους πληθυσμιακούς είναι μια «δεύτερη Ελλάδα». Πολλοί συμπατριώτες μας αποφάσισαν να μεταναστεύσουν σε ξένα κράτη για λόγους πρωτίστως οικονομικούς, αλλά και για να ικανοποιήσουν τις φιλοδοξίες τους. Εκεί, ίδρυσαν τις δικές τους κοινότητες και συλλόγους, ακόμη και εκκλησίες και σχολεία, σε μια προσπάθεια να κρατήσουν το ελληνικό πνεύμα ζωντανό. Πώς όμως είναι η ζωή τους; Με ποιες δυσκολίες έρχονται αντιμέτωποι καθημερινά και τι αντίκτυπο είχε αυτή τους η επιλογή; Αξιζε εν τέλει;

Η Βασιλική και ο Πέτρος Σαμαράς είναι Έλληνες μετανάστες που πέρασαν όλη τους τη ζωή στη Γερμανία, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή με αξιοπρεπή εργασία και ικανοποιητικές απολαβές.

«Περάσανε τα χρόνια χωρίς να το καταλάβουμε» δηλώνουν στο «Βήμα του Μπίλεφελντ» και μοιράζονται όχι μόνο την εμπειρία τους, αλλά κάνουν και ένα συλλογικό απολογισμό για όσα πέτυχε η κοινότητα μέσα στις δεκαετίες. Μπορούν πλέον με θάρρος να κάνουν προσωπική τους αποτίμηση: «Εμείς την επιλέξαμε αυτή τη ζωή. Μεγαλώσαμε τώρα, ήρθε η ώρα να φύγουμε στην Ελλάδα για πάντα. Καλή επιλογή ήταν!».

Πότε φύγατε από την Ελλάδα; Γιατί;

Βασιλική: «Ο πατέρας μου είχε έρθει στη Γερμανία με πρόσκληση, όπως ήταν συνηθιζόταν τη δεκαετία του ’60. Αρχικά ήταν μόνος, διότι η μητέρα μου έπρεπε να προσέχει τον άρρωστο πατέρα της και κράτησε κι εμένα με τις αδερφές μου μαζί της. Ημουν 14 και κάτι όταν πήγα για έναν μήνα να τον επισκεφθώ, από περιέργεια, και λίγο αργότερα έπιασα κανονικά νόμιμα δουλειά, με ιατρική περίθαλψη, αλλά χωρίς ένσημα επειδή ήμουν ανήλικη. Μέναμε σε ένα χωριό κοντά στο Γκούμερσμπαχ, το Μπεργκνόισταντ, και μου άρεσε. Δεν ήθελα να γυρίσω στο χωριό και να δουλεύω στα ζώα και στα χωράφια. Μετά από ένα οκτάμηνο ήρθαμε εδώ, στο Μπίλεφελντ».

Πέτρος: «Αφήσαμε την Ελλάδα σε μικρή ηλικία για να έχουμε μια καλύτερη ζωή. Ηταν τέλη της δεκαετίας του ’70. Οταν ήρθαμε εδώ, βρήκαμε μια διαφορά: η ζωή ήταν καλύτερη στην περίθαλψη και τον οικονομικό τομέα».

Η επιλογή της πόλης ήταν τυχαία ή υπήρχε λόγος;

Β.: «Οχι, δεν ήταν τυχαίο. Ηρθαμε στο Μπίλεφελντ επειδή ήδη ζούσε και εργαζόταν εδώ η θεία μου. Ο πατέρας μας βρήκε δουλειά στην πόλη και κι εγώ σε ένα πουκαμισάδικο».

«Βάζαμε λεφτά στην άκρη. Γιατί θέλαμε να κάνουμε κάποια στιγμή ένα σπίτι στην Ελλάδα και να φύγουμε. Αυτό ήταν το όνειρο του κάθε μετανάστη», Βασιλική Σαμαρά

Ποια χρονιά συνέβη αυτό;

Β.: «Το ’69. Το ’72 γνώρισα και τον σύζυγό μου».

Και πού τον γνωρίσατε; Στο εργοστάσιο;

Β.: «Οχι, στο σινεμά “Αστόρια” που έφερνε ελληνικές ταινίες. Κάθε Κυριακή μεσημέρι πηγαίναμε με τον θείο, τη θεία και την ξαδέλφη μου στον κινηματογράφο. Και εκεί τον γνώρισα. Με ζήτησε σε γάμο λίγο καιρό αργότερα, πρέπει να ήταν Μάρτιος του ’72. Μετά από ένα μήνα περίπου αλλάξαμε βέρες και το καλοκαίρι που πήγαμε στην Ελλάδα παντρευτήκαμε. Παράλληλα, ο κουνιάδος μου πήγε με πρόσκληση στο Λουντενσάιντ και πήρε και την αδερφή μου μαζί του. Αργότερα ήρθαν κι αυτοί στο Μπίλεφελντ και βρήκαμε σπίτι να μένουμε όλοι μαζί.

Λίγο πριν τη γέννηση του μωρού μας ήρθαν η μητέρα μου μαζί με τη δεύτερη αδερφή μου. Από εκεί και πέρα ζούσα μια κανονική ζωή. Δούλευα και η μητέρα μου πρόσεχε την κόρη μου και την ανιψιά μου».

Αντιμετωπίσατε δυσκολίες;

Β.: «Όχι ιδιαίτερα. Παίρναμε καλά λεφτά και βάζαμε και στην άκρη. Γιατί θέλαμε να κάνουμε κάποια στιγμή ένα σπίτι στην Ελλάδα και να φύγουμε. Αυτό ήταν το όνειρο του κάθε μετανάστη. Λίγο ζοριστήκαμε όταν οι γονείς μου έπρεπε να γυρίσουν στην Ελλάδα, γιατί τότε ο γιος μου ήταν μόνο 3, αλλά ευτυχώς ο παιδικός σταθμός ήταν ολοήμερος. Και είχαμε δίπλα μας και μια κυρία, τη φράου Ζέεγκερ, που φρόντιζε κι άλλα παιδιά. Η ζωή μας ήταν ήσυχη, όπως κάθε οικογένειας, με τα πάνω της και τα κάτω της».

Π.: «Η ζωή ήταν δύσκολη. Δεν είχε τις εξυπηρετήσεις που έχει σήμερα. Σήμερα έχει πολλά καλά: Τα παιδιά μπορούν να μαθαίνουν τη γλώσσα σε συλλόγους, διοργανώνονται διάφορες εκδηλώσεις κλπ. Μετά το ’80, η ζωή άλλαξε για τους Έλληνες. Είχαμε το δικαίωμα να επωφεληθούμε κι εμείς από ορισμένες παροχές του γερμανικού κράτους. Πριν δεν μπορούσαμε να έχουμε σχολεία, μαγαζιά, εστιατόρια. Δε μας έδιναν άδειες επειδή η χώρα μας δεν ήταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μετά το 1981 ανοίξαμε τα σχολεία και την εκκλησία μας. Υπήρχαν βέβαια και τότε δυσκολίες. Όλοι οι Έλληνες όμως ήρθαν εδώ με ένα σκοπό: Να μαζέψουν χρήματα και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Γιατί η Γερμανία δεν είναι πατρίδα μας. Και μέχρι και σήμερα υπάρχουν Έλληνες, αρκετοί από αυτούς μετανάστες δεύτερης γενιάς, οι οποίοι επίσης βρήκαν δυσκολία στην Ελλάδα και επέστρεψαν για οικονομικούς λόγους. Θα είμαι ειλικρινής: η ζωή εδώ δεν είναι καλύτερη από την πατρίδα μας, απλώς έχει καλύτερο μεροκάματο και αυτό μας ξεγελάει και μας κρατάει εδώ».

Είπατε επίσης ότι συνάψατε φιλίες. Με Έλληνες ή Γερμανούς;

Β.: «Με Γερμανούς δεν είχαμε πολλές σχέσεις. Κάναμε παρέα μόνο με ένα ζευγάρι. Πιο πολύ ήμασταν με τους Έλληνες – την κοινότητα, το σχολείο. Ο σύζυγός μου μάλιστα βοήθησε πάρα πολύ για την ίδρυσή του».

Και πότε ιδρύθηκε το σχολείο;

Β.: «Το 1982. Κάναμε τα εγκαίνια στο σημερινό Rose με τον πάτερα Ευάγγελο τον συγχωρεμένο. Να ‘ναι καλά η ψυχή του. Έκανε το σχολείο κυρίως ελληνικό κι έτσι τα παιδιά μου πήγαν σε ελληνικό σχολείο. Χάρη σε αυτόν χρωστάμε το σχολείο το ελληνικό που έχουμε σήμερα και γενικά, βοήθησε πολύ κόσμο. Δυστυχώς, δεν απόλαυσε τους καρπούς των κόπων του. Σκοτώθηκε λίγο καιρό μετά την ίδρυσή του».

Π.: «Ο ιερέας ήταν πολύ δραστήριος άνθρωπος και έχαιρε της εκτίμησης όλων. Είχε κοινωνιολογικές σπουδές, ήταν συνδικαλιστής και γνώριζε τις γερμανικές νομοθεσίες και χωρίς αυτόν δεν θα είχαν ανοίξει τα σχολεία μας!»

Σκοτώθηκε είπατε; Πώς;

Π.: «Πέθανε ακαριαία σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Ήταν μόλις 46 ετών».

Όταν ήρθατε εδώ, υπήρχαν Έλληνες;

Β.: «Ναι, βέβαια. Υπήρχε η κοινότητα».

Π.: «Η μεγάλη αλλαγή για εμάς έγινε μετά την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως ήμασταν ούτως ή άλλως πολύ οργανωμένοι».

Β.: «Και η δική μας οικογένεια είχε μεγάλη επαφή με την κοινότητα και συμμετείχε πολύ ενεργά. Ο Πέτρος, για παράδειγμα, μας πήγαινε σπίτι την Κυριακή μετά την Εκκλησία και έπειτα πήγαινε στην κοινότητα, όπως και κάθε Παρασκευή βράδυ μετά τη δουλειά».

Π.: «Και κάπως περάσανε τα χρόνια χωρίς να το καταλάβουμε, γιατί περνούσαμε ευχάριστα. Με τους συλλόγους και τις εκδηλώσεις και την καλή καλημέρα των γειτόνων».

Κατάλαβα… Διοργανώνονταν δηλαδή και πολλές εκδηλώσεις;

Β.: «Ναι, είχαμε πολλούς συλλόγους. Χορευτικούς κυρίως (ποντιακό, ηπειρώτικο, μικρασιάτικο, κιλκισιακό, θρακιώτικο, κρητικό) που κάθε Σάββατο όλο και κάποιος από αυτούς είχε γλέντι. Και μια ποδοσφαιρική ομάδα, τον Ποσειδώνα. Αλλά μέσα στην εβδομάδα κανένας δεν πήγαινε για τραπέζι ή επίσκεψη σε κάποιον. Δουλεύαμε όλοι πάρα πολύ και με υπερωρίες για ένα καλύτερο μέλλον. Κάποιοι μάλιστα ήταν άτυχοι και είχαν αφήσει και τα παιδιά τους στην Ελλάδα».

«Η ζωή εδώ δεν είναι καλύτερη από την πατρίδα μας, απλώς έχει καλύτερο μεροκάματο και αυτό μας ξεγελάει και μας κρατάει εδώ», Πέτρος Σαμαράς

Π.: «Οι δουλειές ήταν πολύ δύσκολες και ποτέ κανένας Γερμανός δεν θα έδινε σε αλλοδαπό καλή θέση εργασίας. Η Γερμανία πάντα υποστήριζε τους δικούς της και ποτέ τους ξένους. Και οι ξένοι το αποδέχονταν διότι χρειάζονταν τα χρήματα. Δώσαμε τα καλύτερά μας χρόνια στη Γερμανία».

Τα χρόνια που έχετε περάσει εδώ είναι πολλά. Με τον καιρό υιοθετήσατε γερμανικές παραδόσεις ή συνήθειες;

Β.: «Δεν ήμασταν υπέρ των γερμανικών ηθών και εθίμων. Προτιμούσαμε την πατρίδα μας. Τα γνωρίζαμε ωστόσο, από τη δουλειά, από κάποιους γείτονες. Η αλήθεια είναι ότι τα πρώτα χρόνια οι Γερμανοί δε μας έβλεπαν με καλό μάτι. “Γκασταρμπάιτερ” μάς ανεβάζανε, “Γκασταρμπάιτερ” μας κατεβάζανε. Αλλά εμείς είχαμε θέληση να μείνουμε, κάναμε υπομονή και δεν δώσαμε ποτέ δικαιώματα. Κοιτούσαμε στη δουλειά μας να είμαστε σωστοί, εντάξει στις υποχρεώσεις μας. Είχαμε καλές σχέσεις με τους γείτονες και αποφεύγαμε τους καβγάδες. Μετά από κάποια χρόνια είδαν κι εκείνοι τι άνθρωποι είμαστε και άλλαξαν. Οι περισσότεροι το εκτιμήσανε».

Θα λέγατε ότι είσαστε ευχαριστημένοι με τη ζωή σας εδώ;

Β.: «Εμείς την επιλέξαμε. Μεγαλώσαμε τώρα, ήρθε η ώρα να φύγουμε στην Ελλάδα για πάντα. Καλή επιλογή ήταν!»

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version