Σε τι επίπεδο βρίσκονται σήμερα οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις; Αν κανείς βασιστεί σε όσα ανά τακτά χρονικά διαστήματα μεταδίδει η πολιτική ηγεσία στην Αθήνα, η απάντηση είναι «άριστες, καλύτερες από ποτέ». Για παράδειγμα, το έμπρακτο ενδιαφέρον των πλέον ισχυρών αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών ως προς την εκμετάλλευση των θαλάσσιων τεμαχίων σε Ιόνιο, δυτικά και νότια της Κρήτης ενισχύει την εν λόγω άποψη. Η διακρατική συνεργασία στον τομέα της ενέργειας δύναται, πράγματι, να θωρακίσει εν γένει τη γεωπολιτική θέση της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η έλευση της πρεσβευτού Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στη χώρα προσέδωσε, επίσης, νέα δυναμική στο διμερές ισοζύγιο, ειδικά καθώς συνοδεύτηκε με την παρουσία δύο σημαινόντων υπουργών της κυβέρνησης Τραμπ στην ελληνική πρωτεύουσα, καθώς και τις υπογραφές των συμφωνιών ενεργοποίησης του Κάθετου Διαδρόμου ώστε να πολλαπλασιαστούν οι ποσότητες αμερικανικού αερίου με τελικό προορισμό την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Παραλλήλως, ενεργοποιήθηκε ξανά το σχήμα 3+1 (Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ υπό την αιγίδα των ΗΠΑ) σε επίπεδο υπουργών Ενέργειας.
Ελληνική αμηχανία μπρος στον «τυφώνα» Τραμπ
Αναγόμενες, όμως, στο στενότερο πολιτικό – διπλωματικό πλαίσιο, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις μοιάζουν μάλλον στάσιμες, αν όχι «παγωμένες». Για την Ουάσιγκτον, φυσικά, η Αθήνα παραμένει ένας εκ των δύο ισχυρών πυλώνων της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ – αλλά ο αμερικανός πρόεδρος δεν ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως ούτε για το μέλλον της δυτικής συμμαχίας, πολλώ δε μάλλον για την εν λόγω πτυχή του δεσμού με την Ελλάδα.
Κατά γενική ομολογία, η Αθήνα αντιμετωπίζει με αμηχανία τον «τυφώνα Τραμπ» και τις επιπτώσεις του στο γεωπολιτικό γίγνεσθαι. Η στάση του πρωθυπουργικού επιτελείου και μιας σειράς πρόθυμων υπουργών έναντι της αμερικανικής επέμβασης στη Βενεζουέλα – μια επικίνδυνη ισορροπία ανάμεσα στην τήρηση των βασικών αρχών της διεθνούς νομιμότητας και την ανησυχία πρόκλησης της οργής του Λευκού Οίκου – αντανακλά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το σκεπτικό που επικρατεί στην κυβέρνηση: είναι καλό να είμαστε αγαπημένοι με τους Αμερικανούς. Είναι όμως εξίσου καλό να μείνουμε μακριά από τα ραντάρ τους.
Οι δίαυλοι επικοινωνίας
Παρά την κομβική γεωγραφική θέση της, σε μια ταραγμένη περιοχή, αλλά και την παραδοσιακή πρακτική του μεταπολεμικού παρελθόντος, δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ του Μεγάρου Μαξίμου και του Λευκού Οίκου δεν έχει ακόμα εγκαθιδρυθεί. Κι ας συμπληρώνεται αυτές τις ημέρες ένας χρόνος από την ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει επικοινωνήσει, παρά μόλις μία φορά, εθιμοτυπικά, αμέσως μετά την εκλογή του, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Σε αντίστιξη, οι επαφές του «πλανητάρχη» με τον Ταγίπ Ερντογάν σχεδόν δεν αποτελούν πια αξιόλογη είδηση.
Θετική, πάντως, αξιολογείται η σχέση των υπουργών Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη και Μάρκο Ρούμπιο, με τους δύο άνδρες να έχουν συναντηθεί δύο φορές, διατηρώντας μια σχετικά λειτουργική επαφή. Ανώτερη διπλωματική πηγή επισημαίνει στο «Βήμα» ότι «δίαυλοι επικοινωνίας υπάρχουν, και μάλιστα σε όλα τα επίπεδα». Το διακύβευμα όμως, συνεχίζει η ίδια πηγή, είναι «οι δίαυλοι να συντηρηθούν και να υπάρξουν απτά αποτελέσματα διά της ενίσχυσης της διμερούς συνεργασίας».
Ο στρατηγικός διάλογος
Η πραγματικότητα είναι ότι τους τελευταίους μήνες η ελληνοαμερικανική συνεργασία βρίσκεται σε τέλμα. Η διεξαγωγή του στρατηγικού διαλόγου, ο οποίος προγραμματιζόταν αρχικά στα μέσα του 2025, σε επίπεδο υπουργών Εξωτερικών, παραμένει ακόμα στον «αέρα», ενώ σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος» μεταξύ των δύο πλευρών δεν υπάρχουν επαφές ούτε ως προς την αναζήτηση πιθανών ημερομηνιών ούτε περί της ατζέντας.
«Πρώτα πρέπει να καταλήξουμε στην ημερομηνία και μετά να ξεκινήσει η συζήτηση για τη θεματολογία» λέει πηγή με άμεση γνώση της διαδικασίας, προσθέτοντας ότι ενώ η εγκατάσταση της κυρίας Γκίλφοϊλ προμήνυε την προώθηση του στρατηγικού διαλόγου, τελικά το ζήτημα ατόνησε. Παρ’ όλα αυτά, στην Αθήνα επικρατεί αισιοδοξία, αλλά και προσμονή, ότι ο κ. Ρούμπιο θα περάσει εντός του πρώτου τριμήνου του 2026 το κατώφλι του υπουργείου Εξωτερικών, ενδεχόμενο όμως που δεν φαντάζει ιδιαιτέρως πιθανό.
Ο σχετικά μετριοπαθής επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας έχει αναλάβει σειρά άλλων υποχρεώσεων, ενώ σε αυτή τη συγκυρία οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις δεν απασχολούν ιδιαιτέρως το προεδρικό περιβάλλον. Εν τω μεταξύ, εντός του 2026, Αθήνα και Ουάσιγκτον καλούνται να ανανεώσουν την πενταετή συμφωνία αμυντικής συνεργασίας (MDCA), η οποία βεβαίως δεν σχετίζεται άμεσα με τον στρατηγικό διάλογο. Πάντως, οι επαφές χαμηλόβαθμων ελλήνων και αμερικανών αξιωματούχων συνεχίζονται, όπως συμβαίνει και σε ανώτερο επίπεδο μεταξύ της υφυπουργού Εξωτερικών Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου και στελεχών του Κογκρέσου.
Επιφυλάξεις για τετ α τετ
Το έτερο σημαντικό ερώτημα είναι αν η Αθήνα επιδιώκει πράγματι ένα ταξίδι του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Λευκό Οίκο. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του «Βήματος», οι εισηγήσεις που δέχεται πλέον ο Πρωθυπουργός, ο οποίος στο πρόσφατο παρελθόν δήλωσε ότι «κάποια στιγμή» θα συναντηθεί με τον Ντόναλντ Τραμπ, είναι να αποφύγει – τουλάχιστον προσώρας – μια εκ του σύνεγγυς επαφή με τον αμερικανό πρόεδρο.
Και αυτό όχι εξαιτίας ανησυχιών ως προς το τι θα μπορούσε να διαμειφθεί δημοσίως με δεδομένο τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του κ. Τραμπ, αλλά κυρίως διότι στην τρέχουσα συγκυρία λείπει η ατζέντα που θα ενδιέφερε τον ίδιο. Αρα, σύμφωνα πάντα με αυτό το σκεπτικό, η Αθήνα πέρα από το ίδιο το ενσταντανέ δεν έχει να αποκομίσει κάτι ιδιαίτερο από μια τέτοια συνάντηση.
Οι ανησυχίες της Αθήνας
Αντιθέτως, στην ελληνική πρωτεύουσα επικρατεί διακριτή ανησυχία ως προς μια αμερικανική παρέμβαση προκειμένου να διευθετηθούν είτε οι ελληνοτουρκικές διαφορές είτε εν γένει τα πολυμερή ζητήματα που απασχολούν χρονίως τα όμορα κράτη της Ανατολικής Μεσογείου. Παρά την, κατά γενική ομολογία, έντονη πολυπλοκότητα μιας τέτοιας πρωτοβουλίας – χωρίς μάλιστα άμεσα απτά οφέλη για τους Αμερικανούς –, εντός της κυβέρνησης καταγράφονται δύο απόψεις.
Σύμφωνα με την πρώτη, την οποία εκφράζει στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας με εμπειρία στην εξωτερική πολιτική, «η ανασφάλεια είναι εύλογη. Ο πρόεδρος Τραμπ μπορεί να δει την περιοχή ως ακόμα μια ευκαιρία να εμφανιστεί ως “ειρηνοποιός”. Αυτό όμως που προκαλεί την ανησυχία είναι ότι εμείς εδώ δεν γνωρίζουμε τι θα μπορούσε να περιλαμβάνει αυτή η πρωτοβουλία» λέει ο ίδιος, επισημαίνοντας πάντως ότι η Αθήνα δεν πρέπει να πέσει στην παγίδα και να παρουσιάζεται ως «κράτος- πελάτης» (clientist), δηλαδή να εκφεύγει από τις βασικές αρχές της προκειμένου να ικανοποιήσει το θυμικό του αμερικανού προέδρου.
Κατά τη δεύτερη γραμμή, «δεν υπάρχει λόγος φόβου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν την Τουρκία στο δικό τους άρμα και γι’ αυτό αναζητούν τρόπους να γεφυρώσουν τις διαφορές της Αγκυρας τόσο με την Αθήνα όσο και με το Τελ Αβίβ» επισημαίνει κομματικό στέλεχος, επίσης με μακρά πορεία στον τομέα των διεθνών σχέσεων, προσθέτοντας όμως ότι «αυτό δεν σημαίνει πως υπάρχουν εύκολες και άμεσες λύσεις». Ο ίδιος συμφωνεί, πάντως, ότι μια τέτοια πρωτοβουλία «είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει ανεκτή όχι μόνο από την κυβέρνηση αλλά συνολικά από το πολιτικό σύστημα».
Εν μέσω πάντως αυτής της ιδιόρρυθμης κατάστασης, η κυβέρνηση προσεγγίζει και τρίτες δυνάμεις, με τις οποίες διατηρεί στρατηγική συνεργασία, ως μεταφορείς μηνυμάτων προς την Ουάσιγκτον. Αυτό έπραξε, δημοσίως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης καλώντας τον ισραηλινό ομόλογό του Μπενιαμίν Νετανιάχου να ενημερώσει τον Ντόναλντ Τραμπ για τις αρετές του σχήματος 3+1 στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο δε υπουργός Περιβάλλοντος Σταύρος Παπασταύρου, ο οποίος διατηρεί ανοικτή επικοινωνία με στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης, έθεσε τα θεμέλια ενεργειακών συνεργειών με τη Σαουδική Αραβία, δύναμη με εγγύτητα στον αμερικανό πρόεδρο.
