«Ζούμε την κοινωνία του γερο-Λαδά, όχι του Μανολιού»

Τι προσδοκά ο Μάνος Καρατζογιάννης ανεβάζοντας στη σκηνή το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»

«Ζούμε την κοινωνία του γερο-Λαδά, όχι του Μανολιού»

Στην καταγωγή του οφείλει ο Μάνος Καρατζογιάννης τη σχέση του με την Κρήτη, απ’ όπου απορρέει και η αγάπη του για τον Νίκο Καζαντζάκη. Τώρα, σε δική του διασκευή, σκηνοθεσία, επικεφαλής 11μελούς θιάσου, μεταφέρει το μυθιστόρημα «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» στο θέατρο Σταθμός.

Ποια η «σχέση» σας με τον Καζαντζάκη;

«Λόγω της καταγωγής μου, απ’ τη μεριά της μητέρας μου, υπήρχαν μέσα μου έντονα το κρητικό στοιχείο και η μυθολογία για τον Νίκο Καζαντζάκη. Ολα τα καλοκαίρια μεγάλωσα εκεί, στις Γωνιές, ένα ορεινό χωριό κοντά στα Ανώγεια, με τον παππού και τη γιαγιά μου. Πηγαίναμε στον τάφο του, διαβάζαμε τα βιβλία του. Από παιδί λειτουργούσε μέσα μου ό,τι έχει να κάνει με την Κρήτη, την Κρήτη της πνευματικότητας, όπως έλεγε ο Μινωτής – Καζαντζάκης, Πρεβελάκης, Ελ Γκρέκο, αρχαίος πολιτισμός. Εχει λίγο λησμονηθεί η αγάπη για αυτό το πεδίο της Κρήτης. Ολα αυτά και το ίδιο το θέμα του μυθιστορήματος μ’ έκαναν να θέλω να μιλήσουμε για αλληλεγγύη και κοινωνική ανισότητα – σε μια κοινωνία όπου οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως ξένοι. Πάντα με συγκινεί και το εμφυλιακό στοιχείο. Οπότε η επιλογή έχει μια συνέχεια και βιολογική και καλλιτεχνική».

Το θρησκευτικό στοιχείο σάς αγγίζει;

«Πολύ. Πιστεύω. Η πίστη είναι ισχυρή μέσα στο έργο, όπως και δύο ακόμα στοιχεία που λείπουν απ’ την εποχή μας: το πνεύμα και η θυσία. Είναι λίγο α-πνευμάτιστη η εποχή μας. Ενιωσα ότι τώρα με τις φωτογραφίες (σ.σ.: Καισαριανή) σαν να ήρθε κάποιος να μας ταρακουνήσει, να μας θυμίσει ότι υπάρχει μια μεγάλη ψαλίδα απ’ την απάθεια για τον διπλανό μας ως τη θυσία».

Πώς οργανώσατε τη διασκευή;

«Οταν ξεκίνησα, είχα πολλή αγωνία και πίστευα ότι δεν θα τα καταφέρω – μιλάμε για ένα βιβλίο 560 σελίδων. Οταν τελείωσε το πρώτο χέρι και το διάβασαν οι ηθοποιοί, πήγα στο δεύτερο, “ξάφρισα” κάποια πράγματα και το πύκνωσα. Μετά, όταν αρχίσαμε να στήνουμε, έκανα κάποιες αλλαγές. Υπήρξε μια ζωντανή ζύμωση με τον θίασο. Είναι απ’ τα μυθιστορήματα που συνδυάζουν όλα τα πεδία του Καζαντζάκη – επικό, λυρικό, φιλοσοφικό, λαογραφικό, σπαρταριστό. Εχει και χιούμορ, το οποίο ο ίδιος τονίζει σε επιστολή του ότι ενυπάρχει.

Πιστεύω ότι η διασκευή αναδεικνύει το κρητικό πνεύμα με τη διάλεκτο, την καταγωγή των ηρώων, τη μουσική – ειδικά γραμμένη από τον Γιώργο Μαυρίδη, ο οποίος παίζει και λύρα. Υπάρχει και μια, σημαδιακή για τις μέρες μας, αλλαγή: Η αφήγηση ξεκινά απ’ τον “Ερωτόκριτο”, ένα έπος που έχει σημαδέψει όχι μόνο την κρητική γραμματεία αλλά και ολόκληρη τη νεοελληνική. Και η γυναίκα που αφηγείται, όπως η γιαγιά μου που ήξερε απ’ έξω όλον τον “Ερωτόκριτο”, γίνεται ο παπα-Φώτης, ο φορέας της δράσης του. Οπότε έχουμε τη σύγκρουση παριαρχίας-μητριαρχίας, κάτι που φέρνει το έργο στο σήμερα ως δραματουργική επιλογή».

Οπότε η σκηνοθεσία ακολούθησε;

«Θεωρώ ότι η διασκευή με τη σκηνοθεσία ταυτίζονται και δύσκολα μπορούν να χωριστούν. Οταν παίρνεις ένα λογοτεχνικό έργο και το μεταγράφεις, το αποδίδεις θεατρικά, ουσιαστικά είναι σαν να έχεις γράψει και τη μισή σκηνοθεσία. Οπότε σκέφτηκα ότι έπρεπε να την αναλάβω».

Η γλώσσα κρατήθηκε;

«Αλίμονο αν δεν κρατιόταν η γλώσσα».

Σε τι ποσοστό είναι αυτούσιος ο λόγος του Καζαντζάκη;

«Ο,τι και να απαντήσει κανείς σ’ αυτό εκτίθεται. Γιατί στην πραγματικότητα όταν μεταγράφεις ένα βιβλίο στο θέατρο, οφείλεις να δημιουργήσεις ένα έργο σκηνικό, αλλιώς είναι μια αφήγηση. Οπότε σε μεγάλο βαθμό είναι το πνεύμα και η γλώσσα του. Από εκεί και πέρα η μεταγραφή έχει τον δικό της χαρακτήρα, μια ζωντανή θεατρική γλώσσα δηλαδή. Γιατί τα πράγματα αυτά πρέπει να πυκνώσουν, να συμπυκνωθούν».

Τολμηρό βήμα;

«Απ’ τα πιο τολμηρά που έχω κάνει στο θέατρο, όχι γιατί πρόκειται για μια παραγωγή με έντεκα άτομα ή επειδή υπάρχουν δυσκολίες στη διασκευή και μαζί η διπλή μου ιδιότητα. Αλλά κυρίως γιατί είναι προσωπική κατάθεση. Θα μου πείτε, πάντα δεν είναι; Ναι, αλλά εδώ υπάρχει μια μνήμη οικογενειακή, κυτταρική, βιολογική».

Αλληλεγγύη, συγχώρηση, θυσία, συμπόνια, ευθύνη:  Μια υπενθύμιση στο κοινό;  

«”Ν’ αγαπάς την ευθύνη” λέει ο Καζαντζάκης. Αν το κοινό θέλει την υπενθύμιση, θα φανεί απ’ την ανταπόκριση. Ο καλλιτέχνης οφείλει να αντιπολιτεύεται οποιοδήποτε ρεύμα, εξουσία ή κυρίαρχη κατάσταση. Οχι μέσα απ’ τον δημόσιο λόγο ή τα κοινωνικά δίκτυα, αλλά με την ουσία της δουλειάς του. Και έννοιες, σπάνιες, όπως αυτές, οφείλει να τις θυμίσει. Αν θα συγκινήσει, αν θα έχει απήχηση, εκεί ίσως υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι κάτι μπορεί ν’ αλλάξει».

Μπορεί;

«Ενα κομμάτι μου θέλει ακόμα να το πιστεύει. Αλλιώς πως θα πάλευα για οτιδήποτε; Το θέατρο που κάνω είναι ανθρωποκεντρικό. Και στο έργο του Καζαντζάκη, παρά την κοσμοκρατική του θεωρία, ο λόγος του είναι βαθιά ανθρωποκεντρικός. Στο βάθος μένει ο άνθρωπος. Με τον θίασο προσπαθήσαμε να δουλέψουμε με περισυλλογή και συλλογικότητα, δύο στοιχεία που υπάρχουν έντονα στο έργο. Περισυλλογή για το πού πάμε, τι αποτύπωμα θέλουμε να δώσουμε. Και συλλογικότητα – άκουσα τους συνεργάτες μου περισσότερο από άλλες φορές. Κι αυτό είναι ίσως το δικό μου μάθημα. Γιατί ξεχνάμε να ακούμε ενώ κάνουμε ότι ακούμε».

Τα έργα είναι πάντα η αφετηρία;

«Ναι, γιατί μ’ αυτά κάνεις πολιτική. Κι αυτό είναι ένα πολιτικό έργο, εμπνευσμένο απ’ τους “Αδερφοφάδες”. Βάση του είναι ο εμφύλιος σπαραγμός, ανάμεσα σε δύο χωριά. Κι αυτό το κοινωνικο-πολιτικό στοιχείο είναι που ενόχλησε και ενοχλεί. Κι εγώ εκεί εστιάζω με όχημα την ίδια την ιστορία. Γιατί όπως λέει ο Μανολιός “δεν μπορεί πια το άδικο να βαστάξει”»…

Βαστάει όμως;

«Φυσικά, γιατί δεν αναλογιζόμαστε, τόσο όσο μας προτρέπει ο Καζαντζάκης, τη δική μας ευθύνη. Ευτυχώς υπάρχουν αποφάσεις που σε κάνουν να πιστεύεις ότι κάτι γίνεται, όπως πρόσφατα με τη “Χρυσή Αυγή”».

Κάποια στιγμή η κοινωνία  θα αντιδράσει;

«Ζούμε την κοινωνία του γερο-Λαδά, όχι του Μανολιού. Γι’ αυτό σκέφτηκα το έργο, για να θυμηθούμε τον Μανολιό – κάθε Μανολιό. Το χρήμα είναι σήμερα, αναμφίβολα, η υπέρτατη αξία. Μαζί έρχεται και η πλήρης αποδοχή της κατάστασης. Νομίζω ότι η απάθεια που καταλογίζεται στους νέους, επειδή διατηρούν ένα υγιές κομμάτι, μ’ αυτό έχει να κάνει: Δεν μπαίνουν σ’ αυτή τη νοοτροπία. Ενίοτε η αποχαύνωση είναι και άμυνα. Γι’ αυτό σκοτώνουν και τον Μανολιό. Το χρήμα είναι το θέμα, πρωτοστατεί. Γι’ αυτό δεν γίνονται κι οι πόλεμοι; Χωρίς άλλο αφήγημα, εθνικό, θρησκευτικό. Και να το επικαλεστούν, κανείς δεν τους πιστεύει. Και κάτι τελευταίο, που ξεχνάμε: Κάθε ελευθερία έχει βαρίδια. Οπως και κάθε επιλογή έχει αντίτιμο».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version