«Θεέ μου. Δεν ήξερα ότι η ζωή μας έχει τόση θλίψη» είχε πει κάποτε η μητέρα του όταν είδε για πρώτη φορά τις φωτογραφίες που εκείνος είχε τραβήξει ως έφηβος: εικόνες από άδειους αυτοκινητοδρόμους τη νύχτα ή εγκαταλελειμμένα εργοστάσια στις φτωχές, βιομηχανικές περιοχές του Κονέκτικατ. Η ποίηση που έγραφε τότε δεν ήταν το μέσο για να της επικοινωνήσει τις δημιουργικές του ανησυχίες, καθώς εκείνη δεν μπορούσε να διαβάσει καθότι αναλφάβητη. Το αποτέλεσμα ήταν ότι δανείστηκε τη φωτογραφική μηχανή ενός φίλου και ξεκίνησε να φωτογραφίζει τη γειτονιά του, ανακαλύπτοντας ένα εκφραστικό μέσο που «είναι πιο ευάλωτο γιατί μαρτυρεί κάθε φορά πού στεκόμουν και τι κοίταζα σε μια συγκεκριμένη στιγμή, ενώ μεγάλο μέρος της γραφής μου προέρχεται από τη μνήμη. Και η μνήμη συχνά μπορεί να είναι πολύ θολή· υπάρχει πολλή κατασκευή, ευελιξία και επινόηση μέσα σε μια πρόταση, επειδή μπορείς να ελέγξεις ποιες λέξεις θα μπουν και ποιες θα μείνουν απέξω».
Eίναι δύσκολο να μη σε αγγίξουν αυτά που λέει (εν προκειμένω σε μια συνέντευξή του στον βρετανικό Τύπο) και κυρίως αυτά που γράφει ο Οσιαν Βουόνγκ, ο βιετναμεζο-αμερικανός ποιητής και μυθιστοριογράφος, συγγραφέας του σπαρακτικού «Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι» (εκδόσεις Gutenberg). Και τώρα, πέρα από τις λέξεις του, ήρθε η στιγμή να χαραχτούν και οι εικόνες του στο μυαλό μας. Η πρώτη του έκθεση φωτογραφίας, στο Center for Photography at Woodstock (CPW) στο Κίνγκστον στην Πολιτεία της Νέας Υόρκης, είναι γεγονός, και αποτελεί μια βαθιά προσωπική εξερεύνηση της ζωής, της μνήμης και του πένθους, καθώς μοιάζει να επεκτείνει τη λογοτεχνική του φωνή σε οπτικά μέσα. Σαλόνια ομορφιάς, ως επί το πλείστον «νυχάδικα» που φωτίζονται με φθορίζον ροζ φως, ήσυχοι εσωτερικοί χώροι του σπιτιού και μικρές καθημερινές λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν με σπάνια τρυφερότητα την υφή της ζωής των μεταναστών και της εργατικής τάξης στην Αμερική, προσφέροντας έναν διακριτικό στοχασμό πάνω στην απώλεια, την αντοχή και την αίσθηση του ανήκειν.
Βιετνάμ – καταυλισμός προσφύγων – Κονέκτικατ
Η μητέρα του, κεντρική φιγούρα στο έργο αλλά και στη ζωή του, δεν ζει πλέον για να δει την έκθεση – και πολύ περισσότερο για να διαβάσει κάποιο από τα βιβλία του 37χρονου πλέον γιου της, ο οποίος ήταν ο πρώτος στην οικογένεια που έμαθε να διαβάζει σε ηλικία 11 ετών. Τον γέννησε στο Βιετνάμ, έμειναν μαζί σε καταυλισμό προσφύγων όταν εκείνος ήταν δυο ετών και μετανάστευσαν τελικά στο Χάρτφορτ του Κονέκτικατ, όπου εκείνη δούλευε σε ένα από τα nail salons της περιοχής, περίπου σαν αυτά που ο ίδιος αποτυπώνει στις φωτογραφίες του. Αυτός ήταν ο κόσμος τους στην άλλη πλευρά της πλούσιας αμερικανικής Πολιτείας: μια καθημερινότητα φτωχών, οριακά εξαθλιωμένων μεταναστών, όπως την περιγράφει εύγλωττα στα βιβλία του.
Ο ίδιος άρχισε να φωτογραφίζει την τοπική skate κουλτούρα και τις συναυλίες συγκροτημάτων της πανκ. Η περιέργειά του και η αγάπη για τα βιβλία τον οδήγησαν για ένα φεγγάρι στο δημόσιο κολέγιο της περιοχής και στα λευκώματα αμερικανών φωτογράφων, μέσα από τα οποία ανακάλυψε τη μυθοπλαστική δύναμη της φωτογραφίας. Θαύμαζε την Νταϊάν Αρμπους, τον Αλεκ Σοθ και τη Ναν Γκόλντιν – η τελευταία μάλιστα τον ενθάρρυνε πρόσφατα να κάνει το βήμα και να παρουσιάσει τη δουλειά του. Ολοι αυτοί οι δημιουργοί έγιναν πηγές έμπνευσης για τη δική του πορεία.
Oι επιρροές
Ενας δημοσιογράφος υπέδειξε τη συγγένεια του έργου του με εκείνο της Αν Μι Λε, της βιετναμεζο-αμερικανίδας φωτογράφου, η οποία απαθανατίζει την εμπειρία του πολέμου – την εικονογραφία και την επιτέλεσή του αλλά και τα ψυχικά κατάλοιπά του. Ο Βουόνγκ άλλωστε έχει επηρεαστεί βαθιά από τις διαγενεακές εμπειρίες της διασποράς μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ. «Αυτό που αγαπώ στο έργο της είναι ότι μπορείς να διακρίνεις μια σαφή σύνδεση: από το αμερικανάκι με το καουμπόικο καπέλο που πυροβολεί με ένα παιχνίδι-πιστόλι στην αυλή του… μέχρι τον πραγματικό πόλεμο που υπηρετεί μια αυτοκρατορία» υπερθεματίζει ο ίδιος.
Στην περίπτωση του δικού του φωτογραφικού έργου, ο «πόλεμος» δεν είναι ορατός, αλλά την παρουσία του τη νιώθεις: οι άνθρωποι στις φωτογραφίες έχουν βιώσει την απώλεια, επιβιώνουν με την ταυτότητά τους υπό διωγμό και μάλιστα σε μια χώρα που έχει καθορίσει σε σημαντικό βαθμό τη μοίρα τους. Η μακριά σκιά της αμερικανικής πολεμικής μηχανής γίνεται ορατή μέσα από κράνη, επιδέσμους και «πατριωτικά» αντικείμενα στις φωτογραφίες του Βουόνγκ, στοιχεία που μιλούν διακριτικά αλλά αδυσώπητα για το συλλογικό τραύμα και την ιστορική μνήμη.
Η επιλογή της ζωής
Ωστόσο, ο τίτλος της έκθεσης είναι αμιγώς αισιόδοξος: «Sống», που στα βιετναμέζικα σημαίνει «να ζεις», και που βέβαια στα αγγλικά παραπέμπει σε μουσικότητα και ποιητικές παραδόσεις, όπως η συλλογή ποιημάτων και εικονογραφημένων έργων «Songs of Innocence and of Experience» του άγγλου ποιητή, ζωγράφου και χαράκτη Γουίλιαμ Μπλέικ. Αλλωστε, η έκθεση περιλαμβάνει φωτογραφίες που τραβήχτηκαν κατά τη διάρκεια της κοινής ζωής του με τον κατά δέκα χρόνια μικρότερο ετεροθαλή αδελφό του, ο οποίος ήρθε για να μείνει μαζί του μετά τον θάνατο της μητέρας τους και για να δουλέψει σε μια σειρά χαμηλόμισθων εργασιών – μια πραγματικότητα που αντικατοπτρίζεται και στο μυθιστόρημά του «Ο αυτοκράτορας της χαράς»(εκδόσεις Gutenberg). «Ηταν σαν να κληρονόμησα ένα παιδί από πολλές απόψεις» έχει πει ο ίδιος, περιγράφοντας τη δυναμική φροντίδας και ανανέωσης στις ζωές τους.
Η διαφορά στυλό και φωτογραφικής μηχανής
«Πάντα κουβαλάω μαζί μου μια φωτογραφική μηχανή. Είναι μέρος της συγγραφικής μου πρακτικής. Απλώς τώρα βρισκόταν κι εκείνος μέσα στο οπτικό μου πεδίο. Εγώ μπλέχτηκα στη ζωή του και εκείνος στη δική μου. Μερικές φορές, αν είχα τρίποδο, τον άφηνα να στήσει το κάδρο και μετά έμπαινε και ο ίδιος μέσα στο πλάνο. Ηταν πραγματικά πολύ όμορφο το ότι μπορώ να μοιραστώ τη φωτογραφική μηχανή. Είναι κάτι που δεν μπορείς πραγματικά να κάνεις με τη γραφή, γιατί γράφω στο χέρι: πρόκειται για τον γραφικό μου χαρακτήρα, τις ιδέες μου, δεν μπορείς πραγματικά να μοιραστείς το στυλό. Επίσης, το στυλό αιωρείται, διστάζει, σβήνει και διαγράφει πράγματα, ενώ η μηχανή απλώς “παίρνει”. Είναι, νομίζω, πολύ πιο δημοκρατική από το στυλό. Δέχεται τα πάντα μέσα στο κάδρο, και μερικές φορές υπάρχουν πράγματα που δεν τα βλέπω παρά πολύ αργότερα».
