«Θέλω να ζωγραφίζω τη ζωή στην αληθινή της όψη και να δείχνω πόσο μακριά βρίσκεται απ’ την ιδανική ζωή. […] Με τα έργα μου, ήθελα μόνο να πω τίμια στους ανθρώπους: Κοιταχτείτε, κοιτάξτε πόσο άσχημα και πληκτικά ζείτε όλοι σας» έγραφε σε έναν φίλο του ο Αντόν Τσέχοφ.
Πράγματι, στα έργα του σπουδαίου ρώσου δραματουργού συνυπάρχουν ταυτόχρονα το σπουδαίο και το γελοίο, το στοχαστικό και το επιπόλαιο, το τραγικό και το κωμικό, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή. Καμία πράξη, κανένας χαρακτήρας στο τσεχοφικό σύμπαν δεν είναι μονοδιάστατος. Ενώ φαίνεται να συνομιλούν, ουσιαστικά μονολογούν. Ενώ χαριεντίζονται εξασκώντας τις κοινωνικές τους δεξιότητες, ουσιαστικά παραδίδονται στις συναισθηματικές τους αυταπάτες. Ενώ στήνουν βεγγέρες για να επιδείξουν την κατ’ επίφαση ευθυμία τους, ουσιαστικά θρηνούν τα όνειρά τους που δεν σεβάστηκαν. Αφήνονται στον συνθλιπτικό ρουν της καθημερινότητά τους, έρμαια της ειμαρμένης τους. Δεν προ-βλέπουν ούτε το δέντρο που κόβεται ούτε τον βυσσινόκηπο που χάνεται. Κουρνιασμένοι στην ασφάλεια της αυτοαναφορικότητάς τους, αρνούνται να αντιληφθούν τον καλπασμό της Ιστορίας, μέχρι που αυτή τους σαρώνει στο διάβα της.
«Ολη η Ρωσία είναι ο κήπος μας»

Ως γιατρός, ο Τσέχοφ κατανοεί και προφανώς συμπάσχει με τους πάσχοντες-χαρακτήρες του. Δεν κρίνει τις αδυναμίες, τις απερισκεψίες, τις κακοπραξίες τους, γιατί είναι σύμφυτες με την ανθρώπινη φύση. Όπως προσέτρεχε στους ασθενείς του και εξέταζε τις σωματικές και ψυχικές παθήσεις τους, ομοίως ολιστικά σκιαγραφεί και τα πρόσωπα των έργων του. Η Λιουμπόφ Αντρέγεβνα δεν είναι μόνο μια επιπόλαιη, σπάταλη, ευγενικής καταγωγής γυναίκα που δεν έχει κοπιάσει ποτέ για τίποτα στη ζωή της, αλλά και μία μητέρα που φέρει το τραύμα του πνιγμού του γιου της Γκρίσα. Ο Λοπάχιν δεν είναι μόνο ο άτεγκτος αριβίστας με την ταπεινή καταγωγή που θα θυσιάσει την ομορφιά του βυσσινόκηπου στον βωμό του προσωπικού του κέρδους, αλλά και ένας αυτοδημιούργητος, σκληρά εργαζόμενος άνθρωπος. Ο Τροφίμοφ δεν είναι μόνο ένας διανοούμενος και δεινός παρατηρητής της μεταιχμιακής εποχής του, αλλά και ένας αιώνιος φοιτητής που δεν έχει δουλέψει ποτέ του στα τριάντα παρά κάτι έτη του βίου του.
Ως συγγραφέας, με σαφή επίγνωση της κοινωνικής του καταγωγής (απόγονος δουλοπάροικων, με δύσκολα παιδικά χρόνια) και της κοινωνικής συνθήκης μέσα στην οποία δημιουργεί τα έργα του (προεπαναστατική Ρωσία, στο μεταίχμιο μεγάλων πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών), αντιλαμβάνεται ότι η ταλανισμένη ζωή του δεν διαφέρει από τη συνολική άθλια και θλιβερή εικόνα του αχανούς τόπου του. «Ολη η Ρωσία είναι ο κήπος μας. […] Εχουμε μείνει τουλάχιστον δύο αιώνες πίσω. Είμαστε ξεκρέμαστοι, το παρελθόν μας δεν μπορέσαμε ακόμα να το δούμε κατάματα. Φιλοσοφούμε τάχα, κλαιγόμαστε για την πλήξη μας ή πίνουμε βότκα. Κι όμως, είναι αυτονόητο πως, για να ζήσεις στο παρόν, πρέπει πρώτα να εξιλεωθείς για το παρελθόν, να απαλλαγείς από αυτό, με αντίτιμο τον πόνο, με αντίτιμο τη σκληρή δουλειά» παρατηρεί στον γνωστό του μονόλογο ο Τροφίμοφ.
Τα έργα του Αντόν Τσέχοφ ομιλούν την οικουμενική γλώσσα της υψηλής τέχνης του θεάτρου και γι’ αυτό απαντώνται συχνά στο ρεπερτόριο ιδιωτικών θιάσων και κρατικών οργανισμών. Στη φετινή παραγωγή της πρώτης κρατικής μας σκηνής, η μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη αναδεικνύει την ποιητική ρευστότητα και ρυθμικότητα του ρώσου δραματουργού, αλλά η διασκευή και η σκηνοθετική προσέγγιση του Εκτορα Λυγίζου, στον οποίο γίνεται η τρίτη κατά σειρά ανάθεση από το Εθνικό Θέατρο, μετά από τον Τάκη Μουζενίδη (1969) και τον Γιώργο Μιχαηλίδη (1985), δεν αποδίδει την πολυπλοκότητα και πολυσχιδία του τσεχοφικού σύμπαντος.
Στέρφο χωράφι η παράσταση

Ο Εκτορας Λυγίζος στην προσπάθειά του να αποτινάξει από τη σκηνική του ανάγνωση κάθε ίχνος από την παρακαταθήκη της νατουραλιστικής, φαινομενολογικής προσέγγισης του Στανισλάβσκι, που κυριαρχούσε για δεκαετίες στο ελληνικό θέατρο και τόνιζε μονομερώς την τραγικότητα των τσεχοφικών χαρακτήρων, πήγε χωρίς αντίβαρα στο άλλο άκρο, αυτό της αναίτιας κωμικοφάνειας. Μα, αλήθεια όμως, η στοιχειώδης εμπειρία του βίου δεν διδάσκει άπαντες ότι το κωμικό και το τραγικό είναι οι δύο όψεις του νομίσματος της ζωής; Οτι για να εξαργυρώσεις κωμικά μια ατάκα, μια σκηνή, μια παραστασιακή συνθήκη, χρειάζεται προηγουμένως να έχεις ρευστοποιήσει την τραγική επένδυσή της; Ο Τσέχοφ φωτίζει τις κωμικές (και συχνά γελοίες) διαστάσεις του ανθρώπινου βίου για να αναδείξει την τραγική σκιά του. Δεν γράφει κωμωδίες για να χαχανίσει ο κόσμος. Γράφει έργα με την υπόδειξη «κωμωδία», για να απεικονίσει την πομπώδη σοβαροφάνειά μας, την ατελεύτητη αυτοαναφορικότητά μας, τη σπασμωδική αυτοεπίγνωσή μας, εν τέλει, την κατά Μιχαήλ Μπαχτίν «σπουδαιογελοιότητά» μας.
Είναι γεγονός ότι όλοι οι καλλιτέχνες βιώνουν την «πίεση του ανείπωτου που θέλει να ειπωθεί», όπως έγραφε ο Ρολάν Μπαρτ. «Ο Βυσσινόκηπος» του Εκτορα Λυγίζου βρίθει αδύναμων αντιστίξεων και μεγαλεπήβολων προθέσεων που προδίδονται από το σκηνικό αποτέλεσμα. Η σκηνοθετική του ανάγνωση αποδίδει τη γεμάτη προσδοκίες και μνήμες επιστροφή της αριστοκρατικής Λιουμπόφ Αντρέγεβνα (Αμαλία Μουτούση) στο πατρικό της σπίτι με ένα χοντροκομμένο πλονζόν της στον καναπέ του καθιστικού και συνεχείς κυβιστήσεις πάνω στο γούνινο χαλί του πατώματος. Η έμπειρη και σκηνικά εύπλαστη ηθοποιός υπηρετεί και εκτελεί κατά γράμμα τις άστοχες σκηνοθετικές οδηγίες καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, εκθέτοντας εαυτόν σε βαθμό συγκινητικής καλλιτεχνικής αυταπάρνησης.
Ομοίως, ο σκηνοθέτης καθοδηγεί την επιπόλαιη και φιλόδοξη υπηρέτρια Ντουνιάσα (Κατερίνα Πατσιάνη) προς μία υπερβολική σωματικότητα και εκφορά λόγου που παραπέμπει σε άτεχνα σκετς των βιντεοταινιών του ‘80, ενώ πνίγει τον Επιχόντοφ (Φοίβος Συμεωνίδης) μες στη μονοσήμαντη αδεξιότητά του και σχεδόν “σβήνει” τον ευγενικής καταγωγής, πλην ανεπρόκοπο Λεονίντ Αντρέγεβιτς (Γιάννης Κλίνης) μες στην ατέρμονη πολυλογία του.
Ο Εκτορας Λυγίζος κρατά για τον εαυτό του τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Λοπάχιν – ο οποίος ανέρχεται τάχιστα στην κοινωνική και οικονομική κλίμακα του τόπου, μέχρι που περιέρχεται στα χέρια του ο χρεοκοπημένος βυσσινόκηπος – παίζοντας ουσιαστικά την ερμηνευτική αμηχανία του, ενώ η Μαρία Μοσχούρη (Ανια, κόρη της Λιουμπόφ) χρειάζεται κατεπειγόντως να δουλέψει το ηχόχρωμα της φωνητικής της έκφρασης.
Σε αυτόν τον στέρφο «Βυσσινόκηπο», διατηρούν τους ερμηνευτικούς χυμούς τους ο Γιώργος Ζιάκας, στον ρόλο του φιλόδοξου υπηρέτη Γιάσα, η Σοφία Κόκκαλη στον ρόλο της εργατικής και πιστής στο καθήκον ψυχοκόρης, ο Γιάννης Παπαδόπουλος, εδώ αγνώριστος ως ιδεαλιστής φοιτητής Πέτια Τροφίμοφ, και φυσικά η πάντα καθηλωτική Ράνια Οικονομίδου (σε διπλή διανομή η Υβόννη Μαλτέζου) στον μικρό αλλά καθοριστικό ρόλο της γηραιάς υπηρέτριας του σπιτιού Κυρίας Φιρς.
Το εντυπωσιακό, ως αρχική εντύπωση, σκηνικό της Μυρτώς Λάμπρου με τις τεράστιες βυσσινιές στο φόντο, αποδεικνύεται μάλλον δυσλειτουργικό, έτσι όπως πατάνε πάνω στους καναπέδες οι ηθοποιοί για να περάσουν στον κήπο. Εκείνο δε το καλοριφέρ στο σαλόνι, πραγματικά σπάει το φράγμα του τσεχοφικού ρεαλισμού. Τα σύγχρονα κοστούμια της Άλκηστης Μάμαλη είναι στη γνωστή λογική του mix & match, ενώ οι φωτισμοί του Δημήτρη Κασιμάτη δημιουργούν τοπία ποιητικού ρεαλισμού, σε μια παράσταση συνολικά μάλλον αντιποιητική.
