Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας: Ελληνικά χωρίς Ελληναρά

Η πρόκληση να δούμε τη γλώσσα μακριά από τον εθνικισμό και δίπλα στις άλλες

Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας: Ελληνικά χωρίς Ελληναρά

Στα χρόνια που ασχολούμαι με τις Νεοελληνικές Σπουδές, υπάρχει πάντα μια στιγμή που τη φοβάμαι. Είναι όταν κάποια ή κάποιος θα με προσεγγίσει για να με ρωτήσει (ή μάλλον, για να μου ζητήσει επίμονα να επιβεβαιώσω) ότι η ελληνική γλώσσα είναι «αυτή που έχει τις περισσότερες λέξεις απ’ όλες τις άλλες στον κόσμο». Ή ότι είναι μια «γλώσσα εννοιολογική». Ή ότι είναι η πρώτη που εξέφρασε την έννοια άνθρωπος. Ή ότι είναι αυτή που ταιριάζει καλύτερα με τον ανθρώπινο εγκέφαλο και κάνει τα παιδιά πιο έξυπνα.

Δεν μιλώ (μόνο) για το όργιο παρετυμολογίας, όπου πολύς κόσμος (συμπεριλαμβανομένου του Γκας Πορτοκάλος, του πατρικού χαρακτήρα στο Γάμος α λα ελληνικά) θεωρεί ότι όλες οι λέξεις του κόσμου έχουν ρίζες ελληνικές. Αλλά για κάτι πιο βαθύ, μια αφήγηση για τον εξαιρετισμό της ελληνικής γλώσσας με αδιανόητη απήχηση και τεράστια αντοχή. Ενα λανθασμένο επιχείρημα αντικρούεις, δέκα ξεφυτρώνουν, δέκα χιλιάδες γίνονται στα σόσιαλ μίντια. Είναι αυτός ένας γλωσσικός εθνικισμός, που κάποτε βοηθιέται από επιλεκτική χρήση στοιχείων που όντως συνδέονται με την ελληνική γλώσσα (π.χ., το ότι έχει μακρά παράδοση καταγραφής, και άρα οι γλωσσικοί τύποι που καταγράφονται στα ιστορικά λεξικά είναι, όντως, εντυπωσιακά μεγάλου αριθμού), αλλά που τελικά δεν λέει τίποτα για την ίδια.

Aν λέει κάτι, αυτό αφορά τον τυφλό εθνοφανατισμό που στηρίζει αυτές τις απόψεις. Καθώς, συχνά, όλες αυτές οι ιαχές εξαιρετισμού συνοδεύονται και από μια τάση ημιμάθειας, πατριαρχικού διδακτισμού και απροθυμίας για πραγματική έρευνα, συνειδητοποιείς ότι αυτή η εκδοχή γλωσσικού κομπασμού είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον ανθρωπότυπο που τη στηρίζει και καλύτερα, αυτόν που ονομάζεται «Ελληναράς». Συγγνώμη που θα στενοχωρήσω, αλλά αν όντως πιστεύεις ότι μια γλώσσα μπορεί να κάνει τα παιδιά πιο έξυπνα απ’ ό,τι μια άλλη, τότε δεν συζητάς για τα ελληνικά. Αλλά για τα ελληνικά του Ελληναρά.

Κι εδώ έρχεται η πρόκληση. Πώς θα μπορούσαμε να δούμε την ελληνική γλώσσα μακριά από τον εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία; Πώς θα μπορούσαμε να προωθούμε, να διδάσκουμε, να μοιραζόμαστε, και να γιορτάζουμε κάθε 9 Φεβρουαρίου, ελληνικά χωρίς Ελληναρά; Πώς μπορούμε να σκεφτούμε για τη γλώσσα μας χωρίς τα βαρίδια του εξαιρετισμού, της ιδεοληψίας δηλαδή ότι αποτελεί εξαίρεση στο γλωσσικό σύμπαν και στέκει μόνη της σε βάθρο μακριά απ’ όλες τις άλλες; Πώς θα μπορούσαμε αντίθετα να την τιμήσουμε με βάση την πολύπλοκη και πολυφωνική ιστορία της, και να αναδείξουμε την πληθυντική αυτή τη στιγμή κυκλοφορία της;

Ας ξεκινήσουμε από τα απλά. Ας μάθουμε να θαυμάζουμε και να αναδεικνύουμε πρώτ’ απ’ όλα όχι μια ιδεατή «γλωσσική καθαρότητα», αλλ’ αντίθετα τη σύνδεση (και συνύπαρξη) της ελληνικής με άλλες γλώσσες. Από τη χρήση του φοινικικού αλφάβητου, ως τη διάδοση και εξέλιξή της σε πολυγλωσσικά περιβάλλοντα όπως αυτά της ελληνιστικής εποχής, της ύστερης αρχαιότητας ή του Βυζαντίου, αλλά και, βεβαίως, το σημερινό.

Αν θέλετε μακρά ιστορία, ναι, η ελληνική γλώσσα έχει τεράστια· και μαζί της έχει όχι μόνο παγκόσμιου κύρους γλωσσικά μνημεία, αλλά και εξέλιξη, πολύγλωσσες ομιλήτριες και ομιλητές, μεικτά κείμενα, ιδεολογικές μάχες και μακρές ιστορίες επιρροής: όχι μόνο σε αλλά και από άλλες γλώσσες. Αναδεικνύοντας αυτό το πολυφωνικό παρελθόν, προφανώς αναδεικνύεις πολύ πιο δημοκρατικά και τη σημερινή συνθήκη, κατά την οποία τα ελληνικά επιβιώνουν ακριβώς μέσα από τη δυναμική των ποικίλων τους χρήσεων και σίγουρα όχι διά του όποιου ακροδεξιού, γλωσσαμυντορικού και αρχαιολατρικού καθαρμού τους. Παίρνω δύο πολύ διαφορετικά παραδείγματα: αρκεί ένας δίσκος τραπ, ή μια βραδιά στα Καλογεράκια αυτόν τον καιρό, για να σας πείσει απολύτως. Την «ιστορία της Ελληνικής» τη γράφουν οι παρέες, οι μειονότητες, οι κοινωνιόλεκτοι, η μείξη, τα τραύματά μας, οι κομμένες μας γλώσσες. Ελληνικά σήμερα: γένους ουδέτερου. πληθυντικός αριθμός.

Κι εδώ ας λεχθεί και το προφανές, τη γλώσσα σου, ιδιαίτερα στον σύγχρονο κόσμο, δεν την τιμάς αν δεν τιμάς ταυτόχρονα τον πολυγλωσσικό ιστό εντός του οποίου αυτή μιλιέται ως δεσπόζουσα. Είναι τόσο αποκαρδιωτικό που η ελληνική πολιτεία δεν κινείται για να ενταχθούν πιο οργανωμένα στα δημόσια σχολεία γλώσσες που μιλιούνται από τόσες μαθήτριες και μαθητές παράλληλα με τα ελληνικά σήμερα, κι εδώ σκέφτομαι αυτή τη στιγμή όχι μόνο τα αλβανικά, αλλά και πλέον τα αραβικά ή τα γεωργιανά ή γλώσσες της νοτιοανατολικής Ασίας. Αφενός γιατί έτσι δίνεται αυτοπεποίθηση, δημιουργικότητα και αναγνώριση στα παιδιά μεταναστευτικού υπόβαθρου.

Αφετέρου γιατί καλύπτεται και στηρίζεται μια ανάγκη βαθιά ανθρώπινη, αυτή της πολιτισμικής σύνδεσης. Από τις πιο συγκινητικές ιστορίες ελληνομάθειας που διαρκώς συναντώ στο εξωτερικό, είναι αυτές που ξεκινούν από το «ήθελα να μάθω ελληνικά γιατί μιλούσε με την οικογένειά της η κολλητή μου στο σχολείο». Κάνουμε τόση μάχη να προσφέρονται ελληνικά στα σχολεία σε άλλες χώρες ει δυνατόν σε επίσημα θεσμικά πλαίσια, και στην Ελλάδα, με τέτοια πολυπολιτισμική εξέλιξη τα τελευταία χρόνια, κάποιοι μοχθούν για να συμβαίνει το αντίθετο. Οπως παλιότερα έτσι και τώρα: κόβουμε γλώσσες, υποτιμούμε γλώσσες, περιθωριοποιούμε διαλέκτους, συνεχίζουμε αδιανόητα ξεπερασμένες κρατικές πολιτικές μονογλωσσίας. Δεν τη γιορτάζεις έτσι τη γλώσσα, ούτε 9 Φεβρουαρίου ούτε ποτέ.

Ας την τιμήσω, κλείνοντας, κάπως αλλιώς. Ακουσα ένα βράδυ μια συγκλονιστική ιστορία για τον λόγο που ο γάλλος σύντροφος ενός έλληνα φίλου έμαθε πολύ γρήγορα ελληνικά, δεκαετία του ’80. Ετυχε να ‘ναι τα χρόνια δίσεκτα, πήραν πολλούς τα σκάγια. «Ακούγαμε ότι με τις εγκεφαλίτιδες η μητρική είναι η γλώσσα που μένει τελευταία, και θέλαμε να προετοιμαστούμε για εκείνη τη στιγμή, να μπορεί και τότε να με καταλαβαίνει». Ανθρωποι σε αγωνία θεωρούσαν ότι φεύγει η γλώσσα που έμαθες στην αρχή τελευταία. Και κατανοούσαν πως το σημαντικό είναι να έχεις προλάβεις, εν τω μεταξύ, να τη μοιραστείς, από θέση όχι ισχύος αλλά συνύπαρξης. Ζήσανε και έζησα να δούμε τη συνέχεια: οι φίλοι αυτοί, με τα χρόνια, στήριξαν με όλη τους τη δύναμη ένα από τα πιο προοδευτικά, βαθιά αντιεθνικιστικά, σχολεία Ελληνικών στο εξωτερικό. 9 Φεβρουαρίου 2026, αυτούς θέλω να χαιρετήσω…

Απειρα

Επίρρημα που υποδηλώνει την απεριόριστη ποσότητα. Στους κόλπους της νεολαίας, ειδικότερα, η χρήση του συνηθίζεται προκειμένου να αποτυπωθεί εμφατικά ο υπερθετικός βαθμός μιας κατάστασης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του ακόμη πιο διαδεδομένου «τέλεια!». (Αμφότερα απαιτούν θαυμαστικό.)

Ο κ. Δημήτρης Παπανικολάου είναι καθηγητής Νεοελληνικών και Πολιτισμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version