Τα τελευταία, μεταπανδημικά χρόνια, το ελληνικό θέατρο φαίνεται να γνωρίζει μια πρωτοφανή άνθηση. Κάθε σεζόν μετρά πανελλαδικά γύρω στις 1.500 παραστάσεις, με τον κύριο όγκο αυτών να ανεβαίνουν στις αθηναϊκές σκηνές, ενώ κάποιες από αυτές σπάνε το φράγμα της ζήτησης και των διατιθέμενων εισιτηρίων, παίρνοντας συνεχώς παρατάσεις, υπακούοντας στον καθοριστικό νόμο της αγοράς περί προσφοράς και ζήτησης.
Μετά τους πανδημικούς κατ’ οίκον περιορισμούς, ο κόσμος έχει κυριολεκτικά ξεχυθεί στα θέατρα αναζητώντας, συνειδητά ή ασυνείδητα, μια συνθήκη συνύπαρξης, μοιράσματος ή και παρηγοριάς στους δύσκολους καιρούς που περνάμε. Πλέον σχεδόν σε όλες τις παρέες και σε όλες τις ηλικιακές ομάδες συναντάμε συμπολίτες μας να συζητούν και να σχολιάζουν τις θεατρικές παραστάσεις που έχουν δει. Ομως, είναι αυτή η πραγματική εικόνα του ελληνικού θεάτρου σήμερα ή πρόκειται μόνο για μία φωτεινή πλευρά του που δεν αντιστοιχεί στη συνολική – και μάλλον όχι και τόσο ευοίωνη – παραστατική πραγματικότητα;
Η φούσκα της επίπλαστης «καλλιτεχνικής ευημερίας»
Οπως αλλόκοτα – και πολλές φορές κόντρα στην κοινή λογική – υφίστανται και δομούνται τα πάντα στην Ελλάδα, με αυτοαναιρούμενους «δείκτες ανάπτυξης», ομοίως παρατηρούνται τα ίδια υπερμεγέθη φαινόμενα χωρίς λογικό αντίκρισμα και στη θεατρική παραγωγή. Φαινόμενα παράλογης υπερπροσφοράς παραστάσεων, γύρω στις 1.300 μόνο στην Αθήνα, και συνακόλουθης διάσπασης των καλλιτεχνικών δυνάμεων δημιουργούν μια φούσκα επίπλαστης «καλλιτεχνικής ευημερίας», η οποία με μαθηματική ακρίβεια θα σκάσει στα μούτρα όλων μας (παραγωγών, καλλιτεχνών και θεατών), αν ήδη δεν έχει αρχίσει αυτό να συμβαίνει.
Γιατί, πραγματικά, σε ποιο κοινό, αριθμητικά, απευθύνονται όλες αυτές οι παραστάσεις; Από τα πέντε εκατομμύρια Αθηναίων τι ποσοστό πηγαίνει στο θέατρο και από αυτό το ποσοστό πόσες παραστάσεις βλέπει ο καθένας τον μήνα ή τον χρόνο;
Με τη στεγαστική, ενεργειακή, οικονομική κρίση, τους δείκτες ανεργίας και πληθωρισμού (στους τρεις υψηλότερους στην Ευρώπη, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat) να καθορίζουν την καθημερινότητά μας και αναπόφευκτα να συρρικνώνουν τις ανάσες πολιτιστικών εξόδων των συμπολιτών μας, πόσοι θεατές τελικά μπορούν ή θα μπορούν στο πολύ κοντινό μέλλον να διαθέτουν έστω και 20-25 ευρώ για να δουν μία θεατρική παράσταση;
Τα πολλαπλά τραύματα της χειμερινής θεατρικής σεζόν
Ηδη η φετινή χειμερινή σεζόν, που μόλις ολοκληρώθηκε, μέτρησε πολλαπλά τραύματα σε μεγάλες αλλά και σε μικρότερες σκηνές. Οι παραγωγοί μιλούν ανοιχτά για «μία όχι και τόσο καλή χρονιά», αρκετές παραστάσεις συντόμευσαν τον παραστατικό τους βίο, ενώ άλλες κατέβηκαν σε μία νύχτα ελλείψει θεατών, συχνά αφήνοντας απλήρωτους και έκθετους άπαντες, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τα μεγάλα, χρόνια προβλήματα του ελληνικού θεάτρου: την έλλειψη εργασιακών συμβάσεων σε αρκετές παραγωγές στο ελεύθερο θέατρο, που αφήνει ανοχύρωτους οικονομικά και επαγγελματικά τους καλλιτέχνες κάθε ειδικότητας, τα εξουθενωτικά ενοίκια στέγης – συχνά αμφίβολης καταλληλότητας για να φιλοξενήσουν μια θεατρική δουλειά αλλά και τους θεατές της – που αναγκάζονται να πληρώνουν οι νεαροί συνήθως καλλιτέχνες, οι οποίοι προσπαθούν να δείξουν τη δουλειά τους στο κοινό υπό πολύ αντίξοες συνθήκες, και φυσικά η διάσπαση των καλλιτεχνικών μας δυνάμεων σε σημείο αποθαρρυντικό για μεγάλη μάζα θεατών.
Με έναν δύσκολο, απ’ ό,τι φαίνεται μέχρι τώρα, θεατρικό χειμώνα ante portas, ο καλλιτεχνικός κόσμος χρειάζεται να αναδιπλωθεί και να βρει λύσεις. Κατ’ αρχάς, κρίνεται κατεπείγουσα η ανάγκη συσπείρωσης των καλλιτεχνικών μας δυνάμεων. Λιγότερες παραστάσεις, με πιο ουσιαστικά καλλιτεχνικά διακυβεύματα, με πιο πολλούς και αξιόλογους συντελεστές. Επίσης, θα πρέπει επιτέλους να καθίσουν σοβαρά σε ένα τραπέζι παραγωγοί και καλλιτέχνες και να προχωρήσει το θέμα με την υπογραφή συλλογικών συμβάσεων στο ελεύθερο θέατρο που σοβεί χρόνια τώρα. Επιπλέον, θα πρέπει ο αρμόδιος κρατικός φορέας πολιτισμού, το ΥΠΠΟ, να θέσει όρους και παραμέτρους καταλληλότητας των διάφορων χώρων που φιλοξενούν θεατρικές παραγωγές, με έναν εποπτικό μηχανισμό ελέγχου αυτών.
Μία τελευταία πρόταση βιωσιμότητας της ελληνικής θεατρικής παραγωγής είναι οι αγγλικοί υπότιτλοι στις παραστάσεις που φιλοξενούνται σε περιοχές με αυξημένη τουριστική κίνηση. Σε αυτή την κατηγορία εμπίπτουν οι αθηναϊκές σκηνές, όπως και αυτές της Θεσσαλονίκης, που βλέπουν τα τελευταία χρόνια να έχει αυξηθεί κατακόρυφα το ποσοστό έλευσης τουριστών στις περιοχές τους. Με τις κατάλληλες συνέργειες κρατικών και ιδιωτικών φορέων και αξιοποιώντας την ευρεία διάθεση των επισκεπτών στη χώρα μας να βιώσουν τη νέα ελληνική πραγματικότητα – πέρα από το κλισέ «souvlaki, Greek salad, the Acropolis» – θα επιτευχθεί η περίφημη διαφήμιση και εξαγωγή του σύγχρονου πολιτιστικού κεφαλαίου, ενώ παράλληλα θα υπάρξει και αύξηση των εσόδων των θεάτρων.
Η μάστιγα των «sold-out παραστάσεων»
Τέλος, πολύ κακό κάνει στο ελληνικό θέατρο αυτή η μόδα διαφήμισης των «sold-out παραστάσεων», που φτάνει σε επίπεδα υστερικής προώθησης. Δελτία Τύπου, αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα θεατρικών οργανισμών, διαφημίσεις σε όλα τα μέσα διαλαλούν την πραμάτεια τους σαν να μην υπάρχει αύριο. Πέρα από το ότι είναι άκομψος και μη ταιριαστός σε πολιτιστικό προϊόν ένας τέτοιος τρόπος προώθησης, συχνά βασίζεται και σε έωλα στοιχεία. Δηλαδή τι «sold-out» κάνει μια σκηνή 100, 150 ή 200 θέσεων; Είναι επίτευγμα το να πουλά κανείς 100, 150 ή 200 εισιτήρια για κάθε παράσταση; Γιατί οι περισσότερες σκηνές στην Αθήνα σε αυτή την κλίμακα χωρητικότητας είναι.
Είναι προφανές βέβαια ότι όταν τα μεγέθη αλλάζουν, αλλάζει και η συμβολική αποτύπωσή τους. Είναι πραγματικά ένα φαινόμενο όταν μια παράσταση παίζει σε γεμάτο θέατρο 500, 1.000 ή 1.500 θέσεων. Λέει πολλά για την εμπορική της επιτυχία, αλλά όχι απαραίτητα και για το καλλιτεχνικό της αποτύπωμα.
Θυμηθείτε τον βασικό κανόνα της αγοράς: Η επιτυχημένη προώθηση μιας παράστασης, που μπορεί να οδηγήσει σε τάχιστο ξεπούλημα των εισιτηρίων της, πιστώνεται σε μια έξυπνη προωθητική καμπάνια και δη στους υπευθύνους του γραφείου Τύπου μιας παραγωγής. Η καλλιτεχνική της αρτιότητα ή μη κρίνεται πάντα πάνω στη σκηνή, μπροστά στα μάτια των θεατών.
