Το σπίτι τους βρίσκεται μακριά από το πολύβουο κέντρο της Αθήνας, σε μια περιοχή ήσυχη και τακτοποιημένη. Ο Νίκος Κουτελιδάκης και η Ελένη Ζιώγα, σύζυγος αλλά και καλλιτεχνική του σύντροφος εδώ και δεκαετίες, μας υποδέχονται εγκάρδια στο σαλόνι τους και μας προσφέρουν καφέ. Ζεστά χρώματα, απαλοί φωτισμοί, κλίμα εκλεπτυσμένο. Η δύσκολη επικαιρότητα τρυπώνει, για λίγο, στις αναγνωριστικές κουβέντες μας.
«Προτού ξεκινήσουμε, θα ήθελα να σας κάνω μια ερώτηση» λέει ο πεπειραμένος σκηνοθέτης. «Ποια ήταν, ας πούμε, η ακαριαία αίσθηση που σας άφησε η είσοδος στον χώρο;» συνεχίζει. «Οικειότητα και ηρεμία» απαντώ. Και το εννοώ. «Ωραία, το κρατάμε αυτό. Τέτοια ατμόσφαιρα επιδιώκω να κυριαρχεί και στα γυρίσματα που κάνω. Μια φούσκα δημιουργικής ασφάλειας. Χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι δεν υπάρχουν οι προβλεπόμενες, αναπόφευκτες εντάσεις» συμπληρώνει γελώντας.
Εχουμε συναντηθεί για να συζητήσουμε τη νέα φιλόδοξη παραγωγή του MEGA, την τηλεοπτική σειρά δεκαέξι επεισοδίων «Οι αθώοι» που βασίζεται στο φοβερό πεζογράφημα «Κατάδικος» (1919) του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (1872-1923). Η ιστορία τοποθετείται στην Κέρκυρα των αρχών του 20ού αιώνα και, κοντολογίς, ζωντανεύει ένα ερωτικό τρίγωνο («Τουρκόγιαννος» ή απλώς Γιάννος, Μαργαρίτα, Πέτρος).
Αγροτικό σκηνικό, κοινωνικές προκαταλήψεις, ταξικές διαστάσεις, αγνή αγάπη, παράφορο πάθος, βία και απώλεια. Πρόκειται για ένα στιβαρό δράμα εποχής, δοσμένο μέσα από τα απέριττα κινηματογραφικά πλάνα του Νίκου Κουτελιδάκη και του γιου του, του Αγγελου Κουτελιδάκη, «που σήκωσε και το περισσότερο βάρος σε αυτό το εγχείρημα», όπως σπεύδει να επισημάνει ο πατέρας του στο «Β».
Το σενάριο υπογράφει, ασφαλώς, η Ελένη Ζιώγα που έχει αποδειχθεί μία από τις καλύτερες διαμεσολαβήτριες μεταξύ λογοτεχνίας και κινούμενης εικόνας (ενώ, επίσης, αυτή τη φορά, ξανά, παίζει ως ηθοποιός και η ίδια). Στους κεντρικούς ρόλους της σειράς παρακολουθούμε μια ομάδα ταλαντούχων και άξιων ερμηνευτών: Χριστίνα Χειλά Φαμέλη, Κώστας Νικούλι, Γιάννης Νιάρρος, Κίμων Κουρής, Αμαλία Καβάλη, Γιώργος Στάμος, Μαρία Καλλιμάνη, Λουκία Μιχαλοπούλου και, στον ρόλο του ερημίτη, τον Χρήστο Καλαβρούζο.

Η ιστορία τοποθετείται στην Κέρκυρα των αρχών του 20ού αιώνα. Αγροτικό σκηνικό, κοινωνικές προκαταλήψεις, ταξικές διαστάσεις, αγνή αγάπη, παράφορο πάθος, βία και απώλεια. Ενα στιβαρό δράμα εποχής δοσμένο μέσα από τα πλάνα του Νίκου Κουτελιδάκη και του γιου του, Αγγελου Κουτελιδάκη
Μια σχέση μακρά και συστηματική
Μετά τη μικρότερη σειρά «Αγάπη παράνομη» στην ΕΡΤ, τη σεζόν 2021-2022, ο Κουτελιδάκης προχωρά ακόμα βαθύτερα στο έργο του Θεοτόκη, περνώντας από ένα διήγημα σε μια «πιο σύνθετη νουβέλα της ωριμότητάς του». Το ενδιαφέρον είναι ότι η σχέση του Κουτελιδάκη με τον συγγραφέα δεν είναι καθόλου ευκαιριακή αλλά μακρά και συστηματική. «Είχα κολλήσει με τον Θεοτόκη, από τα μέσα κιόλας της δεκαετίας του 1970. Τον διάβαζα πολύ, τον ξεψάχνιζα, τον σκεφτόμουν και μάλιστα έλεγα στον περίγυρό μου ότι θέλω, ότι θα ασχοληθώ μαζί του, ήδη από τότε, προτού καν αρχίσουν να ασχολούνται οι άλλοι». Θυμάται με νοσταλγία, λόγου χάριν, την Τώνια Μαρκετάκη, η οποία μετέφερε το γνωστό πεζογράφημα «Η τιμή και το χρήμα» στη μεγάλη οθόνη το 1983. «Εκείνη τα κατάφερε νωρίτερα από μένα, είχε μπει ωστόσο στη διαδικασία να φτιάχνει ταινίες. Κι εγώ δούλευα μεν, αλλά έκανα διαφορετικά πράγματα» σχολιάζει.
Η τάση του να μην περιαυτολογεί είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Στη δεκαετία του 1960, ο Κουτελιδάκης εργαζόταν ως βοηθός σκηνοθέτη, μια διαδρομή που ολοκληρώθηκε με τις «Μέρες του ’36» (1972) του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Το 1973 πια, ο Κουτελιδάκης κάνει αυτόνομα το ντεμπούτο του με τη μικρού μήκους ταινία «Η τελευταία πρόβα» (για τον προπαγανδιστικό μηχανισμό της στρατιωτικής χούντας μέσα σε ένα σχολείο) και τιμάται με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη στο 14ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. «Είμαι γέννημα θρέμμα του σινεμά. Η πορεία μου, πάντως, συνέπεσε με μια κομβική και μεταβατική στιγμή: τη σαρωτική έλευση της τηλεόρασης. Και είναι γεγονός, συγκριτικά με άλλους σκηνοθέτες της γενιάς μου, προηγήθηκα στην τηλεόραση έναντι των περισσότερων».
Ανέκαθεν ήμουν με το ένα πόδι στον εμπορικό κινηματογράφο και με το άλλο πόδι στον καλλιτεχνικό. Θα έλεγα ότι, ως προς αυτό, είμαι ένα ενσυνείδητο εκκρεμές. Δεν έχω κάποιο κόμπλεξ.
Από την «Κυρία Ντορεμί» στους «Αυθαίρετους»
Αναφέρεται ιδίως στην τηλεοπτική σειρά «Η κυρία Ντορεμί» του 1983, στην ΕΡΤ, βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Λιλίκας Νάκου, και την ανακαλεί με περηφάνια. «Ομως, θέλω να σταθώ εδώ και στην έναρξη της συνεργασίας μου με το ΜEGA, το νεοσύστατο τότε κανάλι. Πρέπει να πάμε πίσω 35 χρόνια και πλέον. Ηταν η σειρά “Οι αυθαίρετοι”, την περίοδο 1989-91, μια σειρά που ξεπέρασε τα εξήντα επεισόδια, σημείωσε τεράστια επιτυχία και άφησε ισχυρό αποτύπωμα στα τηλεοπτικά πράγματα, πρόσφερε ακόμα και ατάκες καθημερινές. Νιώθω μια συγκίνηση γιατί τη θεωρώ και κάπως προφητική σε ορισμένα επίπεδα. Εκείνη η πολυκατοικία, εκείνες οι δύο οικογένειες, αντίπαλες πολιτικά, Νέα Δημοκρατία και ΠαΣοΚ, μπόρεσαν να εκφράσουν όλον τον ανταγωνισμό, με την κακή έννοια, που έχει διαμορφωθεί στο κράτος και στην κοινωνία μας».
Ο Κουτελιδάκης έχει τις ατομικές απογοητεύσεις του και τις συλλογικές ματαιώσεις του, όπως κάθε άνθρωπος και κάθε πολίτης, αλλά δεν επεκτείνεται. Και δεν γκρινιάζει. Επικεντρώνεται στο μείζον, στο ουσιαστικό. «Τι με χαρακτηρίζει σε γενικές γραμμές; Τις έχω προσέξει, την εικόνα και την αισθητική μου, είτε στον κινηματογράφο είτε στην τηλεόραση, σε ό,τι κι αν έχω κάνει μέχρι σήμερα. Και τις έχω προσέξει στον αντίποδα της μόδας που έχει κυριαρχήσει κατά καιρούς. Ανέκαθεν ήμουν με το ένα πόδι στον εμπορικό κινηματογράφο και με το άλλο πόδι στον καλλιτεχνικό. Θα έλεγα ότι, ως προς αυτό, είμαι ένα ενσυνείδητο εκκρεμές. Δεν έχω κάποιο κόμπλεξ. Ξέρω ποιος είμαι. Ξέρω τι έχω κάνει. Ξέρω, επίσης, πότε τα πράγματα χάνουν τελείως την όποια δημιουργικότητά τους και πότε γίνονται απλώς και μόνο για κατανάλωση. Και αυτό, πολύ συγκεκριμένα, αν και το καταλαβαίνω, έχω προσπαθήσει να το αποφύγω. Νομίζω πως τα έχω καταφέρει» τονίζει.
«Καθώς μεγαλώνει κανείς, αν τα χρήματα και η δόξα σταματήσουν να τον νοιάζουν όντως, μάλλον γίνεται πιο ήπιος άνθρωπος και πιο αποτελεσματικός καλλιτέχνης».
Υστερα, για λίγο, σκαλίζει με ονειροπόλο βλέμμα τη μνήμη του. «Είμαι βέρος Παγκρατιώτης, ξέρετε. Ο πατέρας μου υπήρξε ο ίδιος αιθουσάρχης αλλά και καλλιτεχνικός επιμελητής άλλων αιθουσών, έκανε τον προγραμματισμό τους. Κι εγώ δίπλα του, να καταπιάνομαι με διάφορα, να φτιάχνω τα ταμπλό, τις φωτογραφίες. Τα μοιράζομαι όλα αυτά μαζί σας γιατί έχω τους λόγους μου. Εμένα με ενδιαφέρει πολύ το κοινό, οι θεατές. Τέτοιος σκηνοθέτης είμαι. Εργάζομαι για την εμπλοκή των θεατών, συναισθηματική και πνευματική. Θέλω ό,τι βλέπουν να τους συναρπάζει όσο έχει συναρπάσει κι εμένα που τους το δείχνω. Εφόσον τους το δείχνω, σημαίνει ότι το έχω αγαπήσει και ο σκοπός μου είναι να το αγαπήσουν κι αυτοί».
«Δεν είναι επιδειξιομανής της εικόνας»
Παρεμβαίνει στο σημείο αυτό η Ελένη Ζιώγα. «Θα το πω εγώ, διότι ο Νίκος δεν πρόκειται να το πει. Δεν είναι επιδειξιομανής της εικόνας. Εξυπηρετεί την ιστορία που αφηγούμαστε και την ψυχογραφία των ηρώων. Και το κάνει με έναν τρόπο που δεν αποκλείει θεατές αλλά, δυνητικά, τους συμπεριλαμβάνει όλους» υπογραμμίζει η σεναριογράφος των «Αθώων», η οποία ενώ ήταν «παπαδιαμαντική», την κέρδισε το «ακατασίγαστο πάθος» του Κουτελιδάκη για τον «ασυμβίβαστο ανθρωπιστή» και «φιλόστοργο» Θεοτόκη.
Πού εδράζεται όμως αυτό το πάθος, τον ρωτάω στρεφόμενος προς το μέρος του. «Ο Θεοτόκης είναι καθηλωτικός. Ο,τι χρειάζεσαι για να το μεταπλάσεις σε εικόνες είναι ήδη εκεί, υπάρχει μέσα στα κείμενά του, είτε άμεσα είτε έμμεσα. Θα το θέσω χοντρικά για να το καταστήσω όσο πιο σαφές γίνεται. Ο Θεοτόκης διαθέτει ωραίες κινηματογραφικές ιδέες και αρχετυπικές συγκρούσεις. Κατά τη γνώμη μου, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, δεν είναι τυχαίο ότι η λογοτεχνική κριτική έχει αποδώσει στον συγγραφέα αντηχήσεις από τον Ντοστογέφσκι. Λέω για τον “Κατάδικο” τώρα. Ο Τουρκόγιαννος στη νουβέλα έχει πράγματι κάτι από τον “Hλίθιο” και τον Πρίγκιπα Μίσκιν. Εν πάση περιπτώσει, το βιβλίο είναι βιβλίο. Και η εικόνα είναι εικόνα. Το ζητούμενο είναι να έχεις όχι μόνο το όραμα ως σκηνοθέτης αλλά και το σενάριο εκείνο που θα συμπυκνώσει και θα κλιμακώσει την ιστορία σε ένα άλλο μέσο και σε μια άλλη γλώσσα, μια γλώσσα που να μην ξενίζει και να μιλιέται, να δημιουργεί με διακριτικότητα τις συνδέσεις των εποχών και να αναδεικνύει τις αγωνίες τους. Το σενάριο της Ελένης, δίχως υπερβολή, έβαλε φωτιά σε όλους τους συντελεστές, ακόμα και στους τεχνικούς. Οι άνθρωποι κατανόησαν ότι είχαν υλικό να δουλέψουν και το χάρηκαν, δεν είναι και πολύ συνηθισμένο αυτό» εκτιμά ο Κουτελιδάκης που, ύστερα από τόσα χρόνια, έχει καλλιεργήσει από κοινού με τη Ζιώγα μια βαθιά συναντίληψη.
Οι ηθοποιοί είναι ευαίσθητα σφουγγάρια και μόνο όταν τους προσφέρεις ένα ειλικρινές αγκάλιασμα μετουσιώνουν την ανασφάλειά τους σε δημιουργικότητα
Γιατί άλλαξε ο τίτλος;
Οι «Αθώοι» γυρίστηκαν στην Ηπειρο και στην Αττική. Ωστόσο, ο τίτλος της σειράς, γιατί είναι έτσι, γιατί «ανατρέπει» τον τίτλο της νουβέλας; «Μόνο όταν δει κάποιος όλα τα επεισόδια, όταν θα έχει συνολική εποπτεία, θα το αντιληφθεί αυτό. Αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι έχει να κάνει και με τη δική μας ανάγνωση και με την κοσμοθεωρία του Θεοτόκη, το πλησίασμά του στην ανθρώπινη φύση. Ολοι μέσα μας έχουμε κάτι αθώο, ακόμα και οι σκοτεινότεροι χαρακτήρες. Και το καλό που θα μπορούσαμε να κάνουμε ενίοτε προσκρούει, ερήμην μας, στις τραγωδίες που σημαδεύουν τις ζωές μας».
Ο Κουτελιδάκης αφιέρωσε πολλά λεπτά στους ηθοποιούς της σειράς. «Το σωστό κάστινγκ είναι ξεχωριστό κεφάλαιο. Οφείλεις να γνωρίζεις ή να μάθεις το υπόβαθρο ενός ερμηνευτή. Τουλάχιστον, αυτό πιστεύω εγώ. Ο,τι έχει συμβεί σε έναν άνθρωπο που είναι ηθοποιός τα φέρει πάνω του, στο πρόσωπό του, στην κίνησή του, στην εκφορά του λόγου του. Είναι όλα, για να το πω κι αλλιώς, γραμμένα πάνω του. Εχω διακρίνει κάτι συγκεκριμένο σε αυτή την ομάδα και το έχω προσδιορίσει: είναι πλασμένοι για να είναι πρώτοι παντού. Οι ηθοποιοί είναι ευαίσθητα σφουγγάρια και μόνο όταν τους προσφέρεις ένα ειλικρινές αγκάλιασμα μετουσιώνουν την ανασφάλειά τους σε δημιουργικότητα. Επιπλέον, η ομάδα αυτή συντονίστηκε απολύτως με αυτό που προσπαθούμε ευρύτερα να κάνουμε, εγώ και η Ελένη, δηλαδή: ενσαρκώνουν με τις ερμηνείες τους αυτή την “ενδιάμεση” γλώσσα, μια γλώσσα ανάμεσα στον κινηματογράφο και στο θέατρο, μια γλώσσα που αφήνει τις λεπτομέρειες και τις αποχρώσεις να ανασάνουν μέσα στην εικόνα. Δεν σκιαγραφούν απλώς όσα διαδραματίζονται, πιάνουν και τον παραμικρό παλμό τους».
Οι «Αθώοι» είναι μια σειρά δουλεμένη από όλες τις απόψεις, είναι μια σειρά που υπονομεύει τις εύκολες τηλεοπτικές κατηγοριοποιήσεις «ηθογραφία» ή «σίριαλ εποχής».
Για την ακρίβεια, οι «Αθώοι» επιβεβαιώνουν μια εγνωσμένη (καλλιτεχνική) αλήθεια: σημασία έχει πώς κάνεις κάτι και, αν, επιπροσθέτως, αυτό που κάνεις είναι πηγαίο και ανεπιτήδευτο, βρίσκεις πολλούς συνοδοιπόρους στην περιπέτεια.
INFO
Η τηλεοπτική σειρά «Οι αθώοι» κάνει πρεμιέρα στο MEGA την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου στις 22.20.
