«Καντίντ» για πρώτη φορά στην Ελλάδα

Η αριστουργηματική οπερέτα του Λέοναρντ Μπερνστάιν, βασισμένη σε ένα εξαιρετικά επίκαιρο κείμενο του Βολταίρου, παρουσιάζεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών από τον Γιώργο Πέτρου και την Καμεράτα.

«Καντίντ» για πρώτη φορά στην Ελλάδα

Η επικείμενη παρουσίαση του «Καντίντ» («Candide») στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών από την Καμεράτα, υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου, το Σάββατο 31 Ιανουαρίου, αποτελεί ιδιαίτερο καλλιτεχνικό γεγονός. Οχι μόνο επειδή η δημοφιλής κωμική οπερέτα του Λέοναρντ Μπερνστάιν παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, αλλά και επειδή, στους δύσκολους και αβέβαιους καιρούς που ζούμε, ο «Καντίντ» αποκτά ανατριχιαστική επικαιρότητα καθώς σχολιάζει τον πολιτικό εξτρεμισμό, τη θρησκευτική βία, τη χειραγώγηση των μαζών, τη διαφθορά και την κατάχρηση εξουσίας και αμφισβητεί την τυφλή αισιοδοξία σε έναν κόσμο γεμάτο σκληρότητα.

Ο «Καντίντ ή η αισιοδοξία» («Candide ou l’optimisme») είναι ένα από τα πιο διάσημα και δηκτικά έργα του Βολταίρου· ένα κείμενο «βαθιά επιδραστικό στη σκέψη του 18ου αιώνα, το οποίο διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τις ιδέες της εποχής του Διαφωτισμού». Το φιλοσοφικό μυθιστόρημα-σάτιρα δημοσιεύτηκε το 1759, σε μια Ευρώπη τραυματισμένη από πολέμους, θρησκευτικές συγκρούσεις και φυσικές καταστροφές. Γραμμένο με απλότητα, χιούμορ και φαινομενική αθωότητα, κάτω από το ανάλαφρο ύφος του ασκεί ανελέητη κριτική στην πολιτική εξουσία, στη θρησκευτική μισαλλοδοξία, στη φιλοσοφία της τυφλής αισιοδοξίας και γενικότερα στην ανθρώπινη ανοησία και σκληρότητα.

Ηρωας του έργου ο νεαρός Καντίντ, μεγαλωμένος σε ένα ειδυλλιακό κάστρο στη Βεστφαλία, διδάσκεται από τον φιλόσοφο δόκτορα Πάνγλωττο (Dr Pangloss) ότι ζούμε «στον καλύτερο από όλους τους δυνατούς κόσμους». Η ζωή, ωστόσο, τον πετάει βίαια έξω από αυτόν τον μικρό παράδεισο: Πόλεμοι, λιμοί, σεισμοί (με αποκορύφωμα τον σεισμό της Λισαβόνας το 1755), βασανιστήρια, ναυάγια και κάθε λογής ανθρώπινες θηριωδίες διαψεύδουν συνεχώς τη θεωρία της αισιοδοξίας. Ο Καντίντ περιπλανιέται σε Ευρώπη, Αμερική και Ανατολή, κυνηγώντας την αγαπημένη του Κινεγκόντ (Cunegonde) και προσπαθώντας να συμφιλιώσει την εμπειρία με τη φιλοσοφία που έχει διδαχτεί.

Στο στόχαστρο ο Λάιμπνιτς

Κεντρικός στόχος της σάτιρας είναι η φιλοσοφία του Φρίντριχ Λάιμπνιτς, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος μας είναι ο «καλύτερος δυνατός κόσμος». Ο Βολταίρος απαντά με ειρωνεία: Αν αυτός είναι ο καλύτερος, πώς είναι άραγε ένας χειρότερος κόσμος; Παράλληλα σαρκάζει τους αριστοκράτες, αποδομεί τη βία της αποικιοκρατίας και ξεγυμνώνει τη θρησκευτική υποκρισία. «Il faut cultiver notre jardin» («Πρέπει να καλλιεργούμε τον κήπο μας») αποφαίνεται στο τέλος, συνοψίζοντας σε αυτή τη φράση την προσγειωμένη στάση ζωής, μια ζωή όπου ο άνθρωπος οφείλει να φροντίζει τις δικές του υποθέσεις, τον εσωτερικό του κόσμο και τον άμεσο χώρο ευθύνης του, αντί να προσπαθεί να διορθώσει τα στραβά όλου του κόσμου.

Η δημιουργία του έργου

Η ιδέα για τη μεταφορά του σατιρικού κειμένου του Βολταίρου στη σκηνή δεν ξεκίνησε από τον ίδιο τον Μπερνστάιν, αλλά από τη θεατρική συγγραφέα Λίλιαν Χέλμαν, γνωστή για τα έργα της «Οι μικρές αλεπούδες», «Παιχνίδια στη σοφίτα» και «Η ώρα των παιδιών». Η Χέλμαν ήταν εκείνη που το 1953 του πρότεινε να συνεργαστούν σε μια διασκευή του «Καντίντ» ως θεατρικού έργου με μουσική και εκείνος αποδέχτηκε την πρόσκληση. Το κίνητρο ήταν βαθιά πολιτικό: Η συγγραφέας και ο συνθέτης έβλεπαν τρομακτικές ομοιότητες ανάμεσα στην Ιερά Εξέταση που περιέγραφε ο Βολταίρος και στο κυνήγι μαγισσών του μακαρθισμού που σάρωνε τότε τις ΗΠΑ.

Η άρνηση του Καντίντ να δει το κακό γύρω του, υιοθετώντας το δόγμα «ζούμε στον καλύτερο δυνατό κόσμο», παρέπεμπε στην κοινωνική αδιαφορία και την πολιτική τύφλωση της εποχής τους. Η σύνθεση του έργου – μεταξύ 1954 και 1956 – συνέπεσε με μία από τις πιο παραγωγικές περιόδους του Μπερνστάιν, λίγο πριν ξεκινήσει να γράφει το «West Side Story». Η Χέλμαν είχε γράψει το αρχικό κείμενο, αλλά οι στίχοι των τραγουδιών πέρασαν από πολλά χέρια, μεταξύ άλλων του Ρίτσαρντ Γουίλμπουρ, της Ντόροθι Πάρκερ, του Στίβεν Σόντχαϊμ και του ίδιου του συνθέτη. Ο οποίος συνθέτης στη μουσική του ενσωμάτωσε μια απίστευτη γκάμα ειδών: από ευρωπαϊκή οπερέτα και βιεννέζικα βαλς, μέχρι μαζούρκες, ταγκό και εκκλησιαστικά χορωδιακά.

O Λέοναρντ Μπερνστάιν στη μουσική του έργου ενσωμάτωσε μια απίστευτη γκάμα ειδών: από ευρωπαϊκή οπερέτα και βιεννέζικα βαλς μέχρι μαζούρκες, τανγκό και εκκλησιαστικά χορωδιακά – ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: AL RAVENNA / LIBRARY OF CONGRESS.

Από την αποτυχία στον θρίαμβο

Η πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ την 1η Δεκεμβρίου 1956 ήταν καλλιτεχνική επιτυχία αλλά εμπορική αποτυχία. Παρά τους επαίνους από τους κριτικούς, το κοινό βρήκε τον «Καντίντ» υπερβολικά «διανοουμενίστικο» και δυσνόητο, με αποτέλεσμα το έργο να κατέβει έπειτα από μόλις 73 παραστάσεις. Ο συνθέτης παρενέβη ξανά και ξανά, κάνοντας διορθώσεις. Το 1973 ο σκηνοθέτης Χαλ Πρινς ανέβασε μια «φρέσκια» θεατρική εκδοχή (γνωστή ως «Chelsea version») με επαναεπεξεργασμένο κείμενο από τον Χιου Γουίλερ.

Η παράσταση έγινε τεράστια επιτυχία και τιμήθηκε με βραβείο Tony. Το 1982 η New York City Opera παρουσίασε μια πιο εκτενή εκδοχή του έργου, αποκαθιστώντας μεγάλο μέρος της αρχικής μουσικής του Μπερνστάιν που είχε κοπεί στην εκδοχή του 1973. Το 1989, λίγο πριν από τον θάνατό του, ο συνθέτης έδωσε μία ακόμη εκδοχή παρουσιάζοντάς τον «Καντίντ» σε μορφή συναυλίας με τη London Symphony Orchestra. Πρόκειται για την εκδοχή που επέλεξε ο Γιώργος Πέτρου για την ελληνική πρεμιέρα του έργου, δεδομένου ότι αντικατοπτρίζει τις επιθυμίες του συνθέτη σχετικά με τη μουσική και το κείμενο.

Οι μεγάλοι ερμηνευτές

Εργο απαιτητικό φωνητικά, ο «Καντίντ» ευτύχησε να τραγουδηθεί από εξαιρετικούς καλλιτέχνες. Η ερμηνεία της σπουδαίας αμερικανίδας ηθοποιού και τραγουδίστριας Μπάρμπαρα Κουκ, της πρώτης Κινεγκόντ στην πρεμιέρα του Μπρόντγουεϊ, έχει αποτυπωθεί σε δίσκο και εξακολουθεί να αποτελεί το χρυσό πρότυπο για κάθε κολορατούρα σοπράνο που ερμηνεύει τον γεμάτο χιούμορ και φωνητικά πυροτεχνήματα (βλέπε την άρια «Glitter and Be Gay») ρόλο.

Δίπλα της ο αμερικανός ηθοποιός και τενόρος Ρόμπερτ Ράουνσεβιλ στο ρόλο του Καντίντ και η κοντράλντο της Μετροπόλιταν Οπερας της Νέας Υόρκης Ιρμα Πετίνα στον ρόλο της Γηραιάς Κυρίας. Από τις ηχογραφήσεις που έγιναν στα χρόνια που ήρθαν, ξεχωρίζει βεβαίως εκείνη που διηύθυνε live ο ίδιος ο Μπερνστάιν με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου: Η συναυλία που δόθηκε το 1989 στο Barbican Centre της βρετανικής πρωτεύουσας ήταν ένας θρίαμβος για όλους – όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να την παρακολουθήσει στο YouTube –, κυρίως όμως για τον συνθέτη και μαέστρο και για τις δύο πρωταγωνίστριές του, την υψίφωνο Τζουν Αντερσον (Κινεγκόντ) και τη μεσόφωνο Κρίστα Λούντβιχ (Γηραιά Κυρία).

Η ηχογράφηση κυκλοφόρησε από την Deutsche Grammophon και βραβεύτηκε με Grammy. Στην ελληνική πρεμιέρα του έργου, τη μουσική διεύθυνση, τη σκηνοθεσία και τη μετάφραση/προσαρμογή κειμένου έχει κάνει ο Γιώργος Πέτρου. Κοστούμια: Γιωργίνα Γερμανού, φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου. Με τους Γιάννη Καλύβα (Καντίντ), Δανάη Κοντόρα (Κινεγκόντ), Χάρη Ανδριανό (δρ Πάνγλωττος), Νάντια Κοντογεώργη (Γηραιά Κυρία), Μυρσίνη Μαργαρίτη (Πακέτ), Γιώργο Ιατρού (Μαξιμίλιαν/Καπετάνιος) και Χρήστο Κεχρή (Κυβερνήτης/Βαντερντέντουρ/Ραγκότσκι). Με την Καμεράτα – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής και τη Χορωδία Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου.

Σε μια εποχή που η αισιοδοξία δοκιμάζεται ξανά, η πρώτη παρουσίαση του «Καντίντ» στο Μέγαρο δεν είναι απλώς μια μουσική απόλαυση, αλλά μια αναγκαία υπενθύμιση: Ακόμα και όταν γύρω μας ο κόσμος μοιάζει απελπιστικά παράλογος, εμείς οφείλουμε να καλλιεργούμε τον κήπο μας!

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version