Υπάρχουν ηθοποιοί που δεν ορίζονται από τη συχνότητα των εμφανίσεών τους, αλλά από τη βαρύτητα των επιλογών τους. Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Με μια διαδρομή που διατρέχει το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, έχει συνδέσει το όνομά της με έργα που αντέχουν στον χρόνο και με ρόλους που δεν αναζητούν τη συμπάθεια, αλλά την ουσία. Η συμμετοχή της στη «Μεγάλη Χίμαιρα» της ΕΡΤ δεν λειτουργεί ως επιστροφή, αλλά ως συνέχεια. Μια συνάντηση ωριμότητας με ένα κλασικό κείμενο, ιδωμένο μέσα από τη ματιά του σήμερα. Η Ρεΐζαινα, ηρωίδα σκληρή και συχνά παρεξηγημένη, αποκτά εδώ μια ανθρώπινη πολυπλοκότητα που υπερβαίνει τα στερεότυπα της εποχής της. Η σπουδαία ηθοποιός μιλά στο «Βήμα» για την πρώτη της επαφή με το έργο του Μ. Καραγάτση, για τη σημασία της σκηνοθετικής ματιάς, για τη συνεργασία με τη νεότερη γενιά ηθοποιών και για τη γυναικεία σεξουαλικότητα, την ηλικία και την ανάγκη να βλέπουμε τους ήρωες – και τους ανθρώπους – πέρα από το άσπρο και το μαύρο.
Τι συναισθήματα σας γέννησε η «Μεγάλη Χίμαιρα» όταν τη διαβάσατε για πρώτη φορά;
«Ηταν από τα μυθιστορήματα που με σημάδεψαν. Είχα συγκλονιστεί από την πλοκή, την ένταση αυτή της οικογενειακής τραγωδίας, των συναισθημάτων των ηρώων, τον κεντρικό χαρακτήρα βέβαια της Μαρίνας, γιατί ήμουν νέο κορίτσι και εγώ. Πού να φανταστώ ότι μετά από χρόνια θα με καλούσαν να ερμηνεύσω τη Ρεΐζαινα. Στα γυρίσματα του “Κίτρινου φακέλου”, της πρώτης μου σειράς στην τηλεόραση η οποία βασιζόταν στο ομώνυμο βιβλίο του Καραγάτση, μου είχε πει τότε ο Κώστας Κουτσομύτης, ο σκηνοθέτης μας, ότι σκεφτόταν κάποια στιγμή να κάνει και τη “Μεγάλη Χίμαιρα”. Παρ’ όλο που την ονειρευόμουν, επειδή η ηρωίδα αυτή ήταν ξένη, ήξερα ότι είχε κάτι άλλο στο μυαλό του. Ηταν ένα όνειρο ζωής και για εκείνον που δεν το έκανε ποτέ. Πριν από μερικά χρόνια ο Ντένης Ηλιάδης είχε φτθάσει πολύ κοντά με την ΕΡΤ, αλλά επειδή ήταν μια πανάκριβη παραγωγή είχε ναυαγήσει τότε το σχέδιο. Μετά από πολλές περιπέτειες καταφέραμε να γίνει τώρα. Είμαστε όλοι πραγματικά ευτυχείς».
Αυτά τα συναισθήματα άλλαξαν όταν πήρατε στα χέρια σας το σενάριο που επιμελήθηκε ο Παναγιώτης Ιωσηφέλης;
«Πάντα υπάρχει ένα ζήτημα στην απόδοση ενός μυθιστορήματος. Προσωπικά το έχω βιώσει πάρα πολλές φορές, γιατί οι περισσότερές μου συμμετοχές σε τηλεοπτικές σειρές ήταν διασκευές βιβλίων. Ο κάθε αναγνώστης, όταν διαβάζει πρώτα το βιβλίο, σχηματίζει από μόνος του μια εικόνα για τις καταστάσεις, τους χαρακτήρες και πολλές φορές δεν του είναι εύκολο να ξεφύγει από την εικόνα που έχει ο ίδιος σχηματίσει. Διαβάζοντας το σενάριο και έχοντας κατά νου το βιβλίο, είχα την αίσθηση ότι δεν μπορούν να χωρέσουν όλα μέσα σε έξι επεισόδια. Εκείνο πάντως που με εντυπωσίασε από την αρχή ήταν η ποιότητα της παραγωγής. Τρομερά εντυπωσιακά όλα».
Παρ’ όλες τις δυσκολίες, η «Μεγάλη Χίμαιρα» αγκυροβόλησε. Νιώθετε ότι το τελικό αποτέλεσμα ανταμείβει αυτή τη διαδρομή;
«Και το ξεπερνάει, θα έλεγα. Αξιζε τον κόπο να περιμένει κανείς τόσο πολύ. Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πώς θα το απέδιδαν οι άλλοι δύο μεγάλοι σκηνοθέτες, αλλά εδώ έμεινα άφωνη από το τελικό αποτέλεσμα. Η σκηνοθεσία του Βαρδή Μαρινάκη, η φωτογραφία του Γιώργου Βαλσάμη, οι ερμηνείες των συναδέλφων μου, η πολύ προσεγμένη δουλειά που έγινε τόσο στους χώρους, ώστε να αποδοθεί η εποχή του 1930, όσο και στα κοστούμια, που ήταν όλα αυθεντικά ιταλικά ρούχα εποχής, το styling, τα χτενίσματα, το μακιγιάζ, τα καπέλα, τα αντικείμενα, τα πάντα ήταν καταπληκτικά και πολύ προσεγμένα».
Στο πλευρό σας είχατε και ηθοποιούς της νεότερης γενιάς με πολύ έντονη παρουσία.
«Ηταν πολύ σπουδαίο για εμένα να έχω αυτούς τους ηθοποιούς συνεργάτες. Χάρηκα τη συγκλονιστική ερμηνεία της Φωτεινής Πελούζο, είναι καταπληκτική. Εχει ένα πολύ αισθαντικό πρόσωπο που το θέλει ο φακός και μέσα από αυτά τα εκφραστικά μάτια περνάει ένα σωρό συναισθήματα. Την έζησα και στα γυρίσματα. Ημουν τυχερή για το γεγονός ότι ήταν η Μαρίνα και μαζί χτίσαμε τη σχέση αυτών των δύο γυναικών, κυρίως την τελευταία συγκλονιστική μας σκηνή. Θέλω να αναφερθώ στην τόλμη της να υπερασπιστεί και να ερμηνεύσει τις ερωτικές σκηνές με τέτοια αθωότητα και με τέτοια αλήθεια που είναι πραγματικά αφοπλιστική. Πολύ χαίρομαι που η γυναικεία ελευθερία, το δικαίωμα στη γυναικεία σεξουαλικότητα αποκτούν έναν ισχυρό εκπρόσωπο μέσα από αυτή την ερμηνεία. Δεν μπορώ να μην αναφερθώ και στις καταπληκτικές ερμηνείες του Ανδρέα Κωνσταντίνου – είδατε με πόση λιτότητα αλλά και με εσωτερική αλήθεια ερμηνεύει τον ρόλο του μεγάλου μου γιου, του Γιάννη –, αλλά και του Δημήτρη Κίτσου, που ερμηνεύει τον πολύ δύσκολο ρόλο του νεότερου γιου, του Μηνά. Αλλά και όλοι οι ηθοποιοί ήταν πραγματικά καταπληκτικοί. Είχαμε μια εξαιρετική καθοδήγηση από τον σκηνοθέτη μας ώστε αυτοί οι ήρωες να μην είναι ξύλινοι και άκαμπτοι, αλλά άνθρωποι καθημερινοί, αληθινοί».
Πιστεύετε ότι σήμερα, μέσα από την απόσταση του χρόνου, είμαστε πιο έτοιμοι να κατανοήσουμε τη σκληρότητα μιας γυναίκας σαν τη Ρεΐζαινα;
«Η Ρεΐζαινα είναι μια παρεξηγημένη ηρωίδα. Στο μυθιστόρημα ο Καραγάτσης την περιγράφει με αρκετά σκληρούς όρους, εμείς όμως προσπαθήσαμε μέσα από την απόσταση του χρόνου να καταλάβουμε τα “γιατί” της. Η σειρά εξετάζει τη γυναικεία σεξουαλικότητα, τον γυναικείο ερωτισμό μέσα από το σημερινό πρίσμα και τη φεμινιστική ματιά της Μαρίνας. Ηταν πολύ προχωρημένο τότε να δεχτεί ο κόσμος αυτή την ηρωίδα, πόσω μάλλον η Ρεΐζαινα, για αυτό ίσως υπάρχει το κλισέ της κακιάς πεθεράς. Είναι μια γυναίκα που ζει σε μια κλειστή νησιωτική κοινωνία, με πολύ αυστηρές δομές και αρχές που στηρίζονταν σε μια παράδοση αιώνων. Είναι χήρα, έχει μεγαλώσει δύο γιους και ονειρεύεται μια νύφη από τον τόπο της, που να έχει και αυτή μεγαλώσει με αυτή τη νοοτροπία, για να συνομιλεί, ακόμα και σιωπηλά, για όλα αυτά τα θέματα, για όλες αυτές τις αρχές. Της έρχεται μια γυναίκα από την Ιταλία ντυμένη με παντελόνι, πράγμα αδιανόητο για εκείνη την εποχή, γι’ αυτό και την κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω. Σκηνοθετική και ερμηνευτική επιλογή μας ήταν να υπάρχει και μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση η οποία κάνει τα πράγματα πολύ πιο σημαντικά, πιο σύνθετα, πιο πολυδιάστατα. Δεν είναι ωραίο να στεκόμαστε μόνο στο άσπρο και στο μαύρο. Γι’ αυτό η Ρεΐζαινα δεν είναι ξύλινη, στρυφνή, ξινή. Είναι μια γυναίκα που ασχολείται με το νοικοκυριό της και ειδικά η σχέση με τους γιους της και με το εγγονάκι της θέλαμε να είναι φωτεινή».
Οπότε η ηρωίδα σας συμπυκνώνει έναν ολόκληρο τόπο. Οταν ξεκινήσατε να δουλεύετε τον ρόλο, τι μπήκε πρώτο: η γυναίκα ή η κοινωνία της Σύρου;
«Δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις γιατί η ίδια ενσωματώνει αυτή την κοινωνία. Είναι φυσικό σε ένα μυθιστόρημα ή σε μια διασκευή όπου υπάρχει το στοιχείο της κάμερας να βλέπει κανείς αυτή την κοινωνία μέσα από κάποιον συγκεκριμένο χαρακτήρα. Υπάρχουν κι άλλοι δευτερεύοντες χαρακτήρες που μεταφέρουν αυτή την εικόνα και αυτή την εποχή, αλλά η Ρεΐζαινα είναι η πιο κοντινή, είναι ο στύλος του σπιτιού. Εκεί θα αποδοθεί η κοινωνία του νησιού, αλλά και η σύγκρουση των δύο διαφορετικών πολιτισμών που αντιπροσωπεύουν αυτές οι δύο γυναίκες. Αυτόν που υπακούει, σκύβει το κεφάλι και έχει βιώσει βαθιά όσα αντιπροσωπεύει η πατριαρχία και που πολλές φορές, το γνωρίζουμε όλοι, οι ίδιες αυτές γυναίκες γίνονται πολύ πιο φανατικοί φορείς αυτής της νοοτροπίας. Από τη μια μεριά, λοιπόν, είναι η Ρεΐζαινα και από την άλλη κυριαρχούν η σεξουαλικότητα, ο γυναικείος ερωτισμός, η ανάγκη για χειραφέτηση από μια γυναίκα που έχει και αυτή τη δική της ιστορία από τον τόπο καταγωγής της, μέσα από την ίδια της τη μητέρα, από την οικογένειά της, που φέρει κι αυτή τα τραύματά της, αλλά ψάχνει την ταυτότητά της και την ουσία της ύπαρξής της μέσα από διαφορετικούς δρόμους. Δεν μπορούσαν λοιπόν παρά να συγκρουστούν αυτές οι γυναίκες. Είναι δύο διαφορετικές κοινωνικές αντιλήψεις, δύο διαφορετικοί γυναικείοι ψυχισμοί, που ο ένας δεν μπορεί να καταλάβει τον άλλο παρά μόνο προς το τέλος, ίσως, μέσα από διαφορετικούς δρόμους, μέσα από αυτή την οικογενειακή τραγωδία και μέσα από τον βαθύ πόνο και των δύο».
Σε αντίθεση με τη Μαρίνα, η ηρωίδα σας έχει αποδεχτεί το τραύμα ως μέρος της ζωής και της κοινότητας.
«Υπάρχει αυτό το στοιχείο της περηφάνιας. Μην ξεχνάμε ότι είναι ιδιοκτήτες πλοίων. Ο άνδρας της και ο μεγάλος της γιος είναι καπετάνιοι. Υπάρχει όλη αυτή η νησιώτικη παράδοση. Αργότερα, όταν συμβαίνει ένα ναυάγιο, βλέπουμε αυτή τη στάση πολύ πιο έντονα. Πρέπει να βγάζουν προς τα έξω κάτι το περήφανο, μια εικόνα αυστηρότητας, άσχετα αν μέσα τους έχει γκρεμιστεί ο κόσμος».
Δεν επιτρέπει στον εαυτό της το συναίσθημα.
«Ακριβώς. Ετσι μεγάλωσε. Φορά μια πανοπλία που δεν επέτρεπε στους έξω να διαβάσουν τα αληθινά συναισθήματα. Για εκείνη υπήρχαν οι έννοιες της αξιοπρέπειας, της υπερηφάνειας, του καθήκοντος, της αποδοχής μιας μοίρας».
Η πορεία σας στην τηλεόραση χαρακτηρίζεται από μεγάλη συνέπεια και προσεκτικές επιλογές. Στην αρχή της ιδιωτικής τηλεόρασης σας βλέπαμε πιο πολύ στους τηλεοπτικούς δέκτες, όσο περνούν τα χρόνια απομακρύνεστε.
«Αυτό ήταν μια αναγκαιότητα, δεν ήταν δική μου επιλογή. Ισα-ίσα, εγώ λατρεύω την κάμερα και θα ήθελα, αν γίνεται, να είμαι πολύ περισσότερο και στο σινεμά και στην τηλεόραση. Θέλω πάντα τα “ναι” μου να είναι πολύ σημαντικά και πέρα από την έννοια της ψυχαγωγίας να έχουν να πουν κάτι στον θεατή και να είναι εξαιρετικές παραγωγές. Αλλά δυστυχώς οι απαιτήσεις που έχω είναι πάρα πολύ υψηλές και πολύ πιο σπάνιες αυτού του τύπου οι παραγωγές. Επίσης, για χρόνια μέσα στην κρίση δεν γινόντουσαν καν παραγωγές, πόσω μάλλον τόσο υψηλής αισθητικής και συνθηκών παραγωγής σειρές τις οποίες επιζητώ εγώ. Δεν γινόντουσαν, δηλαδή, μεταφορές λογοτεχνίας. Μια-δυο που θα με ενδιέφερε να ανήκω σε αυτές, δεν μου έγινε πρόταση για να συμμετέχω. Οπότε, όταν φυσικά μου ήρθε η μεγάλη πρόταση για τη “Μεγάλη Χίμαιρα”, εννοείται ότι είπα το “ναι” την ίδια στιγμή στο τηλέφωνο».
Κοιτώντας πίσω, υπάρχουν προτάσεις που απορρίψατε και αργότερα αναρωτηθήκατε αν κάνατε σωστά;
«Οχι, καμία απολύτως».
Τι σας δίνει γενικά τη μεγαλύτερη ικανοποίηση στη σχέση σας με τη σκηνή και το κοινό;
«Η παράσταση ή η παραγωγή στην οποία συμμετέχω να έχει καταφέρει να μετακινήσει κάτι μέσα στον θεατή. Να του προσφέρει υλικό για σκέψη. Να τον συγκινήσει και πόσω μάλλον να τον συγκλονίσει, όπως πιστεύω θα συμβεί και στη “Μεγάλη Χίμαιρα”».
Τι αναζητείτε σε κάθε ρόλο; Πέρα από το κομμάτι της παραγωγής, ενδεχομένως και οι ίδιοι οι ρόλοι να ιντριγκάρουν έναν ηθοποιό.
«Για εμένα περισσότερη σημασία έχει το σύνολο. Δεν με ενδιαφέρει να είμαι η πρωταγωνίστρια, για παράδειγμα, ή να παίζω θετικούς χαρακτήρες, όπως ακούω να λένε κάποιοι συνάδελφοι. Μακάρι να υπήρχαν ρόλοι για μια γυναίκα της ηλικίας μου που να ήταν αυτοί οι κεντρικοί ρόλοι. Αλλά ξέρουμε ότι αυτό είναι σπάνιο όταν πια έχεις ωριμάσει ηλικιακά. Συνήθως, αν εξαιρέσεις τη “Φόνισσα” για παράδειγμα, οι ρόλοι είναι δευτερεύοντες, χωρίς να σημαίνει ότι δεν έχουν αξία και δεν είναι σημαντικοί. Για όνομα του Θεού, δεν θέλω να ακουστεί ότι η Ρεΐζαινα είναι δευτερεύουσας σημασίας. Αλλά δεν με ενδιαφέρει η έκταση. Με ενδιαφέρει το τι λέει το έργο στον θεατή. Με ενδιαφέρει μέσα από τον ρόλο, ακόμα κι αν είναι αρνητικός, να περαστεί ένα μήνυμα. Οπότε εκεί θα πω “ναι” και θα χαρώ τη συμμετοχή μου, θα προσπαθήσω να κάνω τον ρόλο μου όσο το δυνατόν με περισσότερη αλήθεια και βαθύτητα για να έχει νόημα ύπαρξης».
Θίξατε πριν το κομμάτι του ηλικιακού ρατσισμού στον χώρο των καλλιτεχνών.
«Είναι σημείο των καιρών, όμως δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Το βλέπουμε έντονα στο Χόλιγουντ, όπου σπουδαίες ηθοποιοί προσπαθούν να παρατείνουν τη νεότητά τους με τρόπους που δεν τις δικαιώνουν πάντα. Χαίρομαι όταν βλέπω γυναίκες τεράστιου υποκριτικού μεγέθους να καταφέρνουν να είναι σε ταινίες που επικεντρώνονται στα θέματα της ηλικίας στην οποία βρίσκονται εκείνη τη στιγμή και κάνουν θαύματα υποκριτικά και κινηματογραφικά. Λατρεύω να βλέπω την πορεία και την εξέλιξη της Μέριλ Στριπ, της Ελεν Μίρεν, αλλά και νεότερων όπως η Κέιτ Μπλάνσετ. Είναι αρκετά ελπιδοφόρο ότι η εποχή στην οποία ζούμε έχει αρχίσει να θέτει σοβαρά τα θέματα της αποδοχής, της διαφορετικότητας όχι μόνο στα φύλα και στις σεξουαλικές ιδιαιτερότητες, αλλά και στο θέμα της ηλικίας και της εμφάνισης. Ηταν, αν θέλετε, αυτό που λέγαμε “απόρροια της εποχής της πατριαρχίας”. Για δεκαετίες οι θέσεις εξουσίας στη βιομηχανία ανήκαν στους άνδρες, οι οποίοι καθόριζαν τι θεωρείται ελκυστικό και εμπορικό τις περισσότερες φορές εις βάρος των μεγαλύτερων ηλικιακά γυναικών. Βλέπω όμως ότι γίνονται πια ταινίες που μιλούν για τα θέματα της γυναικείας σεξουαλικότητας σε μια μεγαλύτερη ηλικία. Μην ξεχνάμε ότι ο μισός πληθυσμός του πλανήτη είναι γυναίκες οι οποίες έχουν βγει στην αγορά, διεκδικούν τη ζωή τους, τις καριέρες τους, τους ρόλους τους σε όλους τους τομείς με τόλμη, μέσα στα νομικά πλαίσια και μέσα σε μια κοινωνία χωρίς πια ταμπού. Θέλω να ελπίζω ότι είμαστε σε ένα μεταβατικό στάδιο όπου οι μελλοντικές γενιές των γυναικών θα βιώνουν το όνειρο των δικών μας γενεών: της απόλυτης ισότητας και του απόλυτου σεβασμού».
