«Να ζήσετε, να χαίρεστε, να βλέπεστε στα μάτια / κι όπου πατεί το πόδι σας λουλούδια να ανθίζουν! / Γλεντήστε να ραγίσει η γης κι ο Χάρος να τρομάξει / χορέψτε να τσακίσουμε τις ξώβεργες της μοίρας / Κρατήστε κείνον που μπορεί στα μάτια να κοιτάτε / και πείτε του πως τη ζωή, τη θέλετε μαζί του! / Τα αστέρια τον φωτίζουνε όποιον ψηλά κοιτάζει / κι ο δρόμος μόνο δείχνεται σ’ αυτόν που περπατάει». Οχι, δεν διαβάζετε απόσπασμα από τον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας» του Δημητρίου Κορομηλά, που γράφτηκε το 1891 και άντλησε τη θεματολογία του από το ποίημα του Γιάννη Ζαλοκώστα «Μια βοσκοπούλα αγάπησα».
Διαβάζετε απόσπασμα από το νέο έργο του Γιάννη Καλαβριανού, το οποίο γράφτηκε το 2025 και αντλεί τη θεματολογία του από το ομώνυμο δραματικό ειδύλλιο του Κορομηλά. Εκλεκτικές συγγένειες, θα έλεγε κανείς.
Απαστράπτον νέο έργο
Με το νέο του θεατρικό κείμενο, ο Καλαβριανός βάζει ακόμα πιο ψηλά τον δραματουργικό πήχη στη μέχρι τώρα εντυπωσιακή συγγραφική πορεία του, καθώς εδώ δεν επιχειρεί μια «σύγχρονη μεταγραφή» ή μια «διασκευή στη σημερινή εποχή» ενός έργου που κουβαλά 135 χρόνια παραστατικής διαδρομής. Το χωροχρονικό του πλαίσιο είναι το ίδιο ακριβώς με εκείνο του Κορομηλά: η Αρτοτίνα, χωριό χτισμένο στα Βαρδούσια Ορη, στην επαρχία Δωρίδας, του Νομού Φωκίδας, γύρω στο 1890. Εκεί, θα ξαναζωντανέψουν δύο μεγάλοι έρωτες, του Μήτρου και της Μάρως, του Λιάκου και της Κρουστάλλως, οι χωρισμοί τους και τα σμιξίματά τους.
Το κείμενο του Καλαβριανού είναι απαστράπτον, φρέσκο, ενώ παράλληλα ηχεί οικείο, έχοντας κρατήσει μόνο ελάχιστες φράσεις από αυτό του Κορομηλά (π.χ. «Σα μάνα που είμαι σε πονώ και τον καημό σου νιώθω», «Κλαίω, γιατ’ είναι να την κλαις τη ζωντοπεθαμένη»). Επίσης, πιστό στον κανόνα του δραματικού ειδυλλίου, χρησιμοποιεί ευφάνταστα τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο για να υμνήσει τη δύναμη της πανδαμάτειρας αγάπης, δανείζεται θεματικά στοιχεία της δημοτικής παράδοσης (νεράιδες, δράκους, προφητικά ενύπνια, δεισιδαίμονες χαρακτήρες) στοχεύοντας στην αφύπνιση της συλλογικής μας μνήμης και στην υπόμνηση του αγροτοποιμενικού μας παρελθόντος και πολιτισμού, εμπεριέχει ιντερμέδια με τραγούδια αναδεικνύοντας την άλλοτε εκστατική, άλλοτε κωμική διάσταση των παθών των ηρώων.
Το συγγραφικό εγχείρημα του Γιάννη Καλαβριανού θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παράτολμο, καθώς η σύγκρισή του με το εμβληματικό πρωτότυπο του Κορομηλά θα μπορούσε να είναι συντριπτική. Δεν είναι. Κάθε άλλο. Η δραματουργική του δεινότητα και διαίσθηση τον δικαιώνουν. Ο Καλαβριανός γίνεται κομμάτι του νοερού μίτου που συνδέει τον Θεόκριτο, τον δημιουργό του βουκολικού δράματος, με το κίνημα του Ρομαντισμού, με κοινή αναφορά την ευδαιμονία του ελεύθερου ανθρώπου που ζει και δρα μέσα στην απεραντοσύνη της φύσης, σε σύνδεση με τον εαυτό του. Το έργο του και η παράστασή του δημιουργούν τις απαραίτητες «νησίδες συνείδησης που χρειαζόμαστε σε έναν έρημο κόσμο» καθώς «είμαστε οδοιπόροι στον δρόμο που δεν οδηγεί πουθενά», όπως γράφει ο Θεόδωρος Γεωργίου στην «Αισθητική θεωρία και μοντέρνα τέχνη».
Συγκινησιογόνος παράσταση
Η συνδρομή του Θοδωρή Οικονόμου σε αυτό το παραστασιακό διακύβευμα δεν είναι μόνο πολύτιμη αλλά και οργανική. Οι συγκινησιογόνες μουσικές συνθέσεις και ενορχηστρώσεις του, που ενώνουν παραδοσιακά και σύγχρονα όργανα (γκάιντα με βιμπράφωνο, φλογέρα με σαξόφωνο, λαούτο με ηλεκτρικό μπάσο, καβάλ με ηλεκτρική κιθάρα) καθώς και η διδασκαλία των τραγουδιών, σε στίχους Γιάννη Καλαβριανού, είναι απόλυτα ταιριαστές στο λυρικό ύφος της παράστασης. Εξοχοι και οι μουσικοί επί σκηνής, Βαγγέλης Παρασκευαΐδης, Κώστας Φόρτσας, Δημήτρης Χουντής, Παρασκευάς Κίτσος, Κωνσταντίνος Τσιμπούκης, με την αρωγή της καθαρότητας του ηχητικού σχεδιασμού του Κώστα Μπώκου.
Σημειωτέες είναι επίσης οι τζιν φουστανέλες και τα σεγκούνια που σχεδίασε η Βάνα Γιαννούλα, ένα μελετημένο και ευφάνταστο κράμα παραδοσιακών κοστουμιών και street style ένδυσης. Ο σχεδιασμός φωτισμών του Νίκου Βλασόπουλου αναδεικνύει τα αφηγηματικά τοπία των παθών και των παρεξηγήσεων της πλοκής του έργου. Το αφαιρετικό, κονστρουκτιβιστικό σκηνικό της Εύας Μανιδάκη θυμίζει έντονα εκείνο της «Γκόλφως» της πρόωρα χαμένης και τόσο ταλαντούχας Ελλης Παπαγεωργακοπούλου.
Ο θίασος στο σύνολό του δικαιώνει τις επιλογές του σκηνοθέτη Γιάννη Καλαβριανού, κάνει σκηνική πράξη τον στίχο της παράστασης «Γιατί μόνο με τις ωραίες ιστορίες ομορφαίνει η ζωή». Ο Γιώργος Γλάστρας, ανάλαφρα αποστασιοποιημένος από την ορεσίβια αρρενωπότητα που συνήθως ενδύει τον ρόλο του αρχιτσέλιγκα Χρόνη και εξόχως ρέων, σαν γάργαρο νερό βουνίσιας πηγής, περιπαικτικός και συνάμα τρυφερός στον ρόλο του αφηγητή-τραγωδού, φέρει στην παράσταση αφηγηματική ποιητική παράδοση αιώνων. Με αφοπλιστικό κύρος και αξιοσημείωτη άνεση ο αρχιτσέλιγκας Μήτρος του Λάζαρου Γεωργακόπουλου, με κατακτημένα και λυμένα τα εκφραστικά της μέσα η Στάθαινα (μητέρα της Κρουστάλλως) της Ελένης Ουζουνίδου, πυκνός και στιβαρός ο αρχιτσέλιγκας Γκέρλας του Γιάννη Αναστασάκη, με σκηνική ισορροπία και αδρότητα η Γιάνναινα (μητέρα του Λιάκου) της Τάνιας Τσανακλίδου, έντονος και παράφορος μέσα στη νεανική του αψάδα ο Λιάκος του Μάρκου Παπαδοκωνσταντάκη, λάμπει το ταλέντο και η ερμηνευτική δεξιότητα της ευειδούς Ασημένιας Βουλιώτη (Κρουστάλλω). Τη διανομή επίσης κόσμησαν οι Στέλλα Αντύπα (Αγγέλω), Μαριάμ Ρουχάτζε (Δέσπω), Ευσταθία Λαγιόκαπα (Τασούλα), Χρήστος Γκρόζος (Γιάννος), Φάνης Κοσμάς (Πανάγος).
Η συγκινητική, σχεδόν παρηγορητική, παράσταση του Γιάννη Καλαβριανού είναι μια ωδή στη διαχρονική δύναμη της αγάπης που μετακινεί βουνά, μετουσιώνεται σε πράξεις τρυφερότητας, καλοσύνης, γενναιοδωρίας, νοηματοδοτεί τον έκκεντρο τούτο βίο.
