Βύρων Φιδετζής: Αδικούμε τον εαυτό μας όταν δεν γνωρίζουμε έργα σαν τη «Διδώ»

Ο μαέστρος Βύρων Φιδετζής υπογράφει την αποκατάσταση, την ηχογράφηση και την πρώτη συναυλιακή παρουσίαση ολόκληρης της εμβληματικής όπερας του Διονυσίου Λαυράγκα και μιλάει για τη θέση του έργου στο σύμπαν της ελληνικής μουσικής

Βύρων Φιδετζής: Αδικούμε τον εαυτό μας όταν δεν γνωρίζουμε έργα σαν τη «Διδώ»

Η πρόσφατη ηχογράφηση της όπερας «Διδώ» και άλλων έργων του Διονυσίου Λαυράγκα, καθώς και η έκδοση σε βινύλιο των 36 Ελληνικών Χορών του Νίκου Σκαλκώτα υπό τη διεύθυνση του Βύρωνος Φιδετζή, αποτελούν δύο σημαντικά μουσικά γεγονότα που επιβεβαιώνουν τη βαθιά και ουσιαστική σχέση του μαέστρου με τα έργα ελλήνων συνθετών της λόγιας μουσικής και την πολύτιμη σε εθνικό επίπεδο προσφορά του.

Οφείλουμε πολλά στον επίμονο αυτόν ερευνητή της μουσικής ιστορίας μας που έχει αναβιώσει και ηχογραφήσει έργα πολύτιμα αλλά άγνωστα στο ευρύ κοινό, που χωρίς εκείνον θα είχαν πιθανώς ξεχαστεί για πάντα. Η επικείμενη παρουσίαση της «Διδώς» σε συναυλιακή μορφή, στις 7 Φεβρουαρίου στο Ολύμπια – Δημοτικό Μουσικό Θέατρο Μαρία Κάλλας έρχεται τώρα ως ένα ακόμα δώρο από τον μαέστρο προς το κοινό·μια σπάνια ευκαιρία να ανακαλύψουμε εκ νέου ένα σημαντικό έργο της ελληνικής μουσικής κληρονομιάς.

Τι σας έσπρωξε να στραφείτε με τόσο πάθος προς τη λόγια ελληνική μουσική;

«Ο πατέρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος, αλλά από παιδί είχε έρωτα με τη μουσική. Μεγαλώνοντας σε μια επαρχιακή πόλη που τότε ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία – ήτανΣερραίος – άκουσε κάποια στιγμή φλάουτο και μαγεύτηκε. Εκανε μάθημα, έμαθε και εκείνος να παίζει, έγινε πολύ καλός. Γράφτηκε στο Σύλλογο Μουσικών Θεσσαλονίκης, πήγε και στο ωδείο και συνδύασε όσο μπορούσε μια επαγγελματική καριέρα μουσικού με το δημοσιοϋπαλληλίκι.

Στην Κατοχή οι Γερμανοί ξεκίνησαν να οργανώνουν την ορχήστρα της Θεσσαλονίκης. Ο πατέρας μου έπαιζε σε εκείνη την ορχήστρα και όταν γεννήθηκα, μεταπολεμικά, επειδή τότε δεν υπήρχε babysitting, ξεκίνησε να με παίρνει μαζί του στις πρόβες. Με τέτοια ακούσματα μεγάλωσα. Στο σπίτι μου άκουγα τα κουαρτέτα του Μότσαρτ για φλάουτο και άλλα κομμάτια του ρεπερτορίου. Είχα φίλους που άκουγαν ροκ αλλά στα δικά μου αφτιά φαινόταν τόσο απλοϊκό (γελάει).

Στα 18 μου έπαιζα ήδη επαγγελματικά βιολοντσέλο στην ορχήστρα. Τότε άρχισα να σκέφτομαι “είναι σπουδαίοι ο Μπετόβεν, ο Μότσαρτ, ο Μπαχ, αλλά δεν υπάρχει και κανένας… Παπαδόπουλος; Ελληνας συνθέτης που να αξίζει να ακουστεί δεν υπάρχει;”. Ο μαέστρος Σόλων Μιχαηλίδης, σημαντική προσωπικότητα εκείνης της εποχής, είχε αρχίσει τότε να βάζει σιγά-σιγά στο ρεπερτόριο και έργα Ελλήνων, ανάλογα με τις δυνατότητες της ορχήστρας, γιατί πολλά από αυτά τα έργα είναι εξαιρετικά δύσκολα στην ερμηνεία τους. Ετσι άρχισα να ανακαλύπτω τους έλληνες συνθέτες».

Ηταν εύκολο να πείσετε εταιρείες και παραγωγούς να σας στηρίξουν στην παρουσίαση και τις ηχογραφήσεις τέτοιων «αντιδημοφιλών» έργων;

«Τίποτε δεν ήταν εύκολο, βρέθηκαν όμως άνθρωποι που κατάλαβαν την αξία και την ανάγκη διάσωσης και διάδοσης αυτής της μουσικής, όπως ο ιδιοκτήτης και διευθυντής της “Λύρας” Κυριάκος Μαραβέλιας και ο γιος του Πάνος. Αυτά βεβαίως σε σοβαρά κράτη και σε σοβαρά υπουργεία τα επιμελούνται, τα φροντίζουν, τα διαδίδουν. Δείτε τι κάνουν οι Ολλανδοί, τι κάνουν οι Εγγλέζοι… Σε εμάς πάλι ήταν οι συνθήκες διαφορετικές.

Πώς ξεκίνησε η Ελλάδα; Επειδή τώρα γίνεται και όλη αυτή η κουβέντα για τον Καποδίστρια… Πώς ξεκίνησε ο Καποδίστριας; Τι αντίκρισε ο άνθρωπος όταν ήρθε; Ενα ερειπωμένο μέρος με χιλιάδες νεκρούς, με ορφανά, με στοιχειώδη κρατική υπόσταση και νοοτροπίες οθωμανικού μεγαλείου. Καταλαβαίνετε! Για να οργανωθεί σοβαρό κράτος θέλει χρόνο, πολύ χρόνο, δεν το λέω για να μας δικαιολογήσω αλλά επειδή θέλω να είμαι πραγματιστής. Εγώ βεβαίως επιμένω να κάνω αυτό που πιστεύω πως πρέπει να γίνει».

Τι σας κάνει τόσο επίμονο;

«Η πεποίθηση ότι ένας αναδημιουργός καλλιτέχνης, θα το πω έτσι λίγο φιλοσοφικά, δικαιώνεται όταν αναδείξει μία δημιουργική σχολή. Αναρωτηθείτε: Στα 200 χρόνια που υπάρχει αυτό το κράτος όλοι οι έλληνες ήταν ατάλαντοι μουσικά; Βγάλαμε λογοτέχνες, βγάλαμε ζωγράφους, βγάλαμε ποιητές και στη μουσική ήταν όλοι τενεκέδες; Αυτό είναι λίγο δύσκολο να το δεχτεί κανείς και στατιστικά αν το δει. Το θέμα είναι ότι δυστυχώς η μουσική έχει απαιτήσεις για να τη γνωρίσεις, απαιτήσεις που, κακά τα ψέματα, δεν υπάρχουν στις άλλες τέχνες.

Ο Καβάφης τύπωνε τα ποιήματά του, και είκοσι αντίτυπα να έβγαζε το ποίημα διασωζόταν. Ο συνθέτης που θα έγραφε ένα έργο τι μπορούσε να κάνει; Τι εκδοτικοί μηχανισμοί υπήρχαν στην Ελλάδα; Τι κοινό υπήρχε; Εγραφες μια όπερα; Αντε μετά να βρεις χώρο, να βρεις ορχήστρα, να βρεις κοινό για να την παρουσιάσεις… Αντε να βρεις εξειδικευμένο εκδοτικό οίκο για να την εκδώσεις. Γι’ αυτό πολλά έργα ήταν χειρόγραφα. Παρουσιάζεται βεβαίως το εντυπωσιακό φαινόμενο των Επτανήσων.

Τρία νησάκια, η Κέρκυρα, η Κεφαλλονιά και η Ζάκυνθος, έβγαλαν τον 19ο αιώνα, σε δύσκολες συνθήκες, αξιόλογους συνθέτες. Βεβαίως υπήρχε μια παράδοση εκεί – όλα έχουν μια ιστορική εξήγηση – διότι αυτά τα νησιά δεν είχαν περάσει ποτέ στην οθωμανική πλευρά.Αυτός ο κόσμος γέννησε και τον Διονύσιο Λαυράγκα, τον συνθέτη της “Διδώς”».

Τι θέση έχει λοιπόν η «Διδώ» στο σύμπαν της ελληνικής μουσικής; Τι θέση έχει ο Λαυράγκας;

«Ο Λαυράγκας ήταν μέγας θεατράνθρωπος! Hξερε επίσης πολύ καλά πώς να χειρίζεται τις φωνές και τη χορωδία. Hταν μια σπουδαία περίπτωση και η “Διδώ” αποτελεί εξαιρετικό δείγμα του ταλέντου και των δεξιοτήτων του. Το έργο, όπως γράφει και ο συνθέτης στα απομνημονεύματά του, είχε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία όταν γράφτηκε. Μετά παίχτηκε αποσπασματικά και ελάχιστα.

Οταν η οικογένεια του Λαυράγκα αποφάσισε να δωρίσει το αρχείο του στο Ωδείο Αθηνών μπόρεσα να έχω πρόσβαση στις νότες. Η μουσική είναι θαυμάσια! Είχα βεβαίως ακούσει ένα μικρό απόσπασμα το 1992 στην κοντσερτάντε παρουσίαση της πρώτης (και αρκετά πετσοκομμένης) πράξης στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών από την Εθνική Λυρική Σκηνή. Τραγουδούσαν η Βαρβάρα Τσαμπαλή, ο Παύλος Ράπτης, ο Διονύσης Τρούσσας… Μου άρεσε τότε αυτό το λίγο. Οταν πήρα την παρτιτούρα – τέσσερις τόμοι, ένας για κάθε πράξη – και άρχισα να εργάζομαι για την αποκατάσταση του μουσικού κειμένου βρέθηκα μπροστά σε πολλά προβλήματα».

Ποια ήταν αυτά;

«Από πού να ξεκινήσω… Πιθανώς είχε καταστραφεί η αρχική παρτιτούρα και ο συνθέτης την είχε γράψει ξανά. Επιπλέον, το 1940, κι ενώ ήταν ογδόντα ετών, είχε ξαναγράψει και το σπαρτίτο, όχι μία αλλά δύο φορές, με διαφορές από την παρτιτούρα στην αρμονία και στη μελωδική κατεύθυνση των φωνών. Υπήρχε και το υλικό της ορχήστρας που με έκανε να θαυμάσω τους παλιούς μουσικούς γιατί είναι χειρόγραφο, ασύλληπτα δυσανάγνωστο, τόσο που αν το δώσετε σε μια σύγχρονη ορχήστρα θα σας δείρουν (γελάει).

Από όλο αυτό έπρεπε να βγει μία άκρη. Εγινε πολλή δουλειά. Καταφέραμε από το 100% της γραμμένης μουσικής να παιχτεί το 97%. Η ηχογράφηση του έργου με τη Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών ήταν ένα ακόμη σημαντικό βήμα. Με τον καθηγητή Νίκο Μαλιάρα συζητούμε μήπως κάνουμε μια κριτική έκδοση. Αυτό βεβαίως απαιτεί πολλή δουλειά ακόμη».

Το λιμπρέτο της όπερας θα ακουστεί στην καθαρεύουσα ή στη δημοτική;

«Αυτό ήταν ένα ακόμη πρόβλημα που μας απασχόλησε Το λιμπρέτο του Πολύβιου Δημητρακόπουλου ήταν γραμμένο στην καθαρεύουσα, αλλά υπήρχε και μια μεταφορά στη δημοτική της Βέτας Πεζοπούλου. Ο Λαυράγκας ήταν δημοτικιστής αλλά όταν έγραψε ξανά το σπαρτίτο το ΄40 κράτησε την καθαρεύουσα, πιθανώς επειδή το έργο αναφέρεται στην αρχαϊκή εποχή και ένιωσε ότι ταίριαζε περισσότερο. Και από σεβασμό πιθανώς στον ποιητή που είχε φύγει από τη ζωή το 1922, αισθάνθηκε ότι δεν ήταν σωστό να αλλάξει το έργο του. Γι’ αυτό αποφασίσαμε και εμείς να μείνουμε στην καθαρεύουσα του πρωτοτύπου».

Τι θέλετε να πείτε στο κοινό με την ηχογράφηση και τώρα με την παρουσίαση της «Διδώς»;

«Οτι αδικούμε τον εαυτό μας όταν δεν γνωρίζουμε έργα σαν αυτό, όταν δεν γνωρίζουμε την ιστορία και την προσφορά συνθετών όπως ο Λαυράγκας. Να μαθαίνεις για τον Σαμαρά, για τον Λαυράγκα, για τον Καλομοίρη, για τον Σκαλκώτα όταν είσαι πενήντα και εξήντα χρόνων είναι απαράδεκτο, αυτά θα έπρεπε να τα ξέρεις παιδιόθεν, αυτή όμως είναι η κατάσταση στην πατρίδα μας.

Είμαστε αστείοι ως λαός… Τα πετάξαμε πίσω αυτά τα έργα. Και τι αναδείξαμε; Τα λαϊκά και τα ρεμπέτικα και μια μουσική που έγινε γνωστή λόγω του κινηματογράφου και της δισκογραφίας. Φυσικά και έχουν μια αξία όλα αυτά, είναι αξιόλογα στον βαθμό όμως που δεν τα υπερτιμάμε. Υπάρχει και κάτι άλλο, πολύ σημαντικό, το οποίο σε μεγάλο βαθμό αγνοούμε. Υπάρχει βεβαίως μια πρόοδος, δεν τα βλέπω όλα μαύρα. Εγιναν οργανισμοί όπως το Μέγαρο Μουσικής, το επίπεδο των ορχηστρών μας έχει ανέβει εντυπωσιακά, δεν διαφέρουν πλέον από τις ευρωπαϊκές, τα μουσικά σχολεία και τα πανεπιστήμια παίζουν σημαντικό ρόλο. Ομως αυτή η μουσική, έργα σαν τη “Διδώ” πρέπει να διαδίδονται περισσότερο. Γιατί είναι πολύτιμο μέρος της ιστορίας μας».

Διονύσιος Λαυράγκας: Ο συνθέτης και το έργο του

Ο Διονύσιος Λαυράγκας γεννήθηκε στην Κεφαλλονιά το 1860. Πήρε τα πρώτα μαθήματα μουσικής στη γενέτειρά του και συνέχισε στα Ωδεία της Νάπολι και του Παρισιού. Το 1894 επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε τη διεύθυνση της Φιλαρμονικής Εταιρείας Αθηνών.

Είχε σημαντική παρουσία στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, το 1896, προετοιμάζοντας τις φιλαρμονικές ορχήστρες που πήραν μέρος στις τελετές έναρξης και λήξης και παρουσιάζοντας ένα δικό του έργο, το «Πένταθλον», σε ποίηση Ιωάννη Πολέμη. Υπήρξε ιδρυτής και διευθυντής του «Ελληνικού Μελοδράματος», του πρώτου συγκροτημένου οργανισμού λυρικής τέχνης στην Ελλάδα, που αναγνωρίζεται ιστορικά ως θεσμός πρόδρομος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Εχει συνθέσει πολλά έργα, όπως όπερες, οπερέτες, φωνητική και ορχηστρική μουσική, μουσική δωματίου, τραγούδια και έχει γράψει βιβλία για τη θεωρία της μουσικής καθώς και τα απομνημονεύματά του. Ο ίδιος ο Λαυράγκας θεωρούσε τη «Διδώ» ένα από τα σημαντικότερα έργα του. Τη συνέθεσε το 1908, σε λιμπρέτο του Πολύβιου Δημητρακόπουλου. Αντλεί το θέμα της από τον μύθο για το ερωτικό πάθος της Διδώς, βασίλισσας της Καρχηδόνας, και του Αινεία, βασιλιά των Δαρδάνων.

Πρωτοανέβηκε στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών στις 10 Απριλίου 1909 με διευθυντή ορχήστρας τον ίδιο τον συνθέτη και με μεγάλη επιτυχία. Παίχτηκε από το Ελληνικό Μελόδραμα στην Κωνσταντινούπολη, τη Βράιλα, το Γαλάτσι και την Οδησσό. Μεταξύ άλλων επαναλήφθηκε στην Αθήνα το 1915 και το 1930 στην Εκατονταετηρίδα της Εθνικής Παλιγγενεσίας.

Η Εθνική Λυρική Σκηνή ανέβασε ολόκληρο το έργο το 1952 με πρωταγωνίστρια τη Φωτεινή Σκαραμαγκά-Μπουρδάρα και τον Αντώνη Δελένδα. Εκτοτε η όπερα παίχτηκε μόνο αποσπασματικά. Η πρόσφατη ηχογράφησή της από τη Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών και τον Βύρωνα Φιδετζή αποτελεί «την πρώτη κυκλοφορία ελληνικής όπερας μεγάλων διαστάσεων εξ ολοκλήρου ηχογραφημένη από ελληνική ορχήστρα και τραγουδιστές».

Στην επικείμενη παρουσίαση του έργου στο Ολύμπια – Δημοτικό Μουσικό Θέατρο Μαρία Κάλλας τους ρόλους ερμηνεύουν οι Σοφία Κυανίδου (Διδώ), Αναστασία Ευδαίμων, Φίλιππος Μοδινός, Γιάννης Σελητσανιώτης, Χρήστος Ραμμόπουλος, Χριστόφορος Σταμπόγλης. Συμμετέχουν η Συμφωνική Ορχήστρα και η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version