Ο Μίνως Ευσταθιάδης αποκαλύπτει το σκοτεινό μυστικό πίσω από το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2025

Ο αιγιώτης πεζογράφος Μίνως Ευσταθιάδης, που απέσπασε πρόσφατα το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, μιλάει για την πορεία του στη λογοτεχνία, τον τρόπο που εργάζεται και βλέπει τον κόσμο, ενώ εξηγεί επίσης γιατί τα βιβλία του δεν είναι καθαρά αστυνομικά

Ο Μίνως Ευσταθιάδης αποκαλύπτει το σκοτεινό μυστικό πίσω από το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2025

Ο πατέρας του ήταν «φανατικός αναγνώστης», διάβαζε πολύ, στο σπίτι υπήρχε μια διόλου ευκαταφρόνητη βιβλιοθήκη. Ομως δεν πίεσε ποτέ τον μικρό του γιο να πιάσει κάτι και να το ολοκληρώσει οπωσδήποτε. «Οχι, δεν έκανε αυτό το λάθος, ευτυχώς. Και μάλλον για αυτό άρχισα, από μόνος μου και χωρίς φοβερή προσπάθεια, να γίνομαι όλο και πιο συστηματικός αναγνώστης. Διάλεγα από τη βιβλιοθήκη τους τίτλους που μου προκαλούσαν ενδιαφέρον. Επίσης, τον ρωτούσα διάφορα. Μια μέρα τον ρώτησα για τον Μαρκήσιο Ντε Σαντ. Εκείνος απόρησε, ήταν αρκετά απορριπτικός. Εννοείται ότι ύστερα πήγα στο μοναδικό βιβλιοπωλείο της περιοχής και ζήτησα Ντε Σαντ…» θυμάται χαμογελαστός ο Μίνως Ευσταθιάδης, γνωρίζοντας πλέον καλά ότι η διαδρομή του κάθε ανθρώπου προς τη λογοτεχνία, καθώς και μέσα σε αυτήν κατόπιν, είναι απρόβλεπτη.

Βρισκόμαστε στα γραφεία των εκδόσεων Μεταίχμιο, στις αρχές της εβδομάδας, και κουβεντιάζουμε με αφορμή τη σημαντικότερη διάκριση που ο ίδιος έχει κατακτήσει μέχρι σήμερα, το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2025. Του απονεμήθηκε για το βιβλίο του Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους (2024), ένα βιβλίο που χαρακτηρίστηκε «ακατάτακτο» και «υβριδικό» και «αιρετικό» από την κριτική επιτροπή. «Κόντρα στο κατεστημένο του είδους (αστυνομικό μυθιστόρημα), το οποίο αναζητά απαντήσεις και βεβαιότητες, κομίζει αινίγματα και αναπάντητα ερωτήματα» διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, στο σκεπτικό της ομόφωνης απόφασης.

Δικηγορία της καθημερινότητας

Ο Ευσταθιάδης, ευρισκόμενος σήμερα στο κατώφλι των 60, γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αίγιο. «Στα 18 ήρθα στην Αθήνα. Σπούδασα στη Νομική. Μετά συνέχισα στη Γερμανία, για μεταπτυχιακό, έμεινα εκεί δύο χρόνια. Επέστρεψα στην Ελλάδα, ξεκίνησα να δουλεύω ως απλός δικηγόρος – και σαν τελευταίος τροχός της αμάξης – σε ένα γραφείο στον Πειραιά. Για μένα, ωστόσο, οι ρυθμοί αυτοί ήταν εξοντωτικοί, απάνθρωποι. Σε σχετικά σύντομο διάστημα, τα βρόντηξα και γύρισα πίσω στην Αχαΐα».

Γύρισε, όμως, και για έναν ακόμα λόγο, το «έντονο δέσιμο που πάντα είχα με τη θάλασσα», διότι ο Ευσταθιάδης είναι αφοσιωμένος windsurfer, κάνει ιστιοσανίδα από παλιά. Λοιπόν, επί μία εικοσαετία και πλέον, έχοντας ως βάση ένα ήσυχο χωριό μεταξύ Αιγίου και Πάτρας, άσκησε «επί του πεδίου» τη μαχόμενη δικηγορία της καθημερινότητας.

Παράλληλα, όσο προλάβαινε, έβαζε λέξεις στο χαρτί. «Δίχως να ζοριστώ καθόλου, πλησίαζα σταθερά στη λογοτεχνία. Ανέκαθεν κρατούσα ημερολόγιο, ψιλοέγραφα δηλαδή, αλλά η συγκεκριμένη δουλειά, εντάξει, δυσκόλευε συνεχώς την κατάσταση».

Η μεταμόρφωση της γηραιάς κυρίας

Ωσπου, το 1999, λίγο πριν από την έλευση της νέας χιλιετίας, όταν ο Ευσταθιάδης είναι 32 ετών, αποφασίζει να σκαρώσει «μια ιστοριούλα εξαιτίας ενός ευτράπελου περιστατικού». Στην πραγματικότητα, ρίχνεται πια στη μυθοπλασία, εμπνέεται από κάτι που του συνέβη και το μετασχηματίζει.

«Είμαι δικηγόρος, κοστουμαρισμένος και έχω πεταχτεί σε μια τράπεζα. Παίρνω τον αριθμό μου και, βλέποντας ότι έχει κόσμο, βγαίνω λίγο έξω για μερικά λεπτά. Ξαναμπαίνω μέσα και διαπιστώνω ότι η σειρά έχει προχωρήσει πιο γρήγορα από όσο υπολόγιζα. Ζητάω πολύ ευγενικά να με εξυπηρετήσουν, τους εξηγώ, ξέρετε πώς είναι αυτά. Και τότε, ξαφνικά, μια γριούλα που καθόταν στην άκρη επεμβαίνει και αρχίζει να φωνάζει, να ωρύεται. Δεν διαμαρτυρήθηκε απλώς, μάνιασε, σε βαθμό μάλιστα τρομακτικό. Δύο τύποι της τράπεζας δεν μπορούσαν καν να τη συγκρατήσουν».

Εκείνη η απίστευτη (και δυσοίωνη) μεταμόρφωση της γηραιάς κυρίας έκανε τεράστια εντύπωση στον Ευσταθιάδη και, έκτοτε, δεν την ξέχασε. Ισως, του επισημάναμε, να έχει και κάποιο συμβολικό φορτίο το περιστατικό σε σχέση με τη μετέπειτα πορεία του, δηλαδή, τη διερεύνηση εγκλημάτων αλλά και σκοτεινών πλευρών της ανθρώπινης φύσης. «Δεν αποκλείεται, άλλωστε και στη ζωή και στη λογοτεχνία όλα εκ των υστέρων νοηματοδοτούνται» σχολιάζει ο Ευσταθιάδης.

«Το έγκλημα με παρελθόν και με άδηλο μέλλον»

Και συνεχίζει. «Συνειδητοποίησα σταδιακά ότι με ενδιαφέρει το έγκλημα, ως σύνθετο γεγονός με παρελθόν πίσω του και άδηλο μέλλον μπροστά του. Το έγκλημα με σαγηνεύει και συνάμα με απωθεί. Αφενός, με εντυπωσιάζει η τόση εφευρετικότητα του ανθρώπου όταν κάνει το κακό. Το πιο δραματικό δεν είναι μόνο ότι το κακό προκύπτει από διάφορες συνθήκες αλλά ότι ενυπάρχει στον άνθρωπο, σαν ένα είδος εξελιγμένου προπατορικού αμαρτήματος. Το έγκλημα μοιάζει με εκδήλωση ενός ακόμα δομικού στοιχείου της ανθρώπινης φύσης που θέλει να κάνει και το κακό. Αφετέρου, πεπεισμένος πλέον ότι όλη η λογοτεχνία είναι μια ιστορία φαντασμάτων, ότι κάθε συγγραφέα τον κυνηγάει ένα φάντασμα, έχω καταλήξει και στο δικό μου. Είναι το φάντασμα της δικαιοσύνης. Με καταδιώκει και το καταδιώκω. Προσπαθώ, πασχίζω να καταλάβω. Τι είναι η δικαιοσύνη; Μια σύμβαση των ανθρώπων απλώς; Αραγε, αν αυτοί αδυνατούν ή δεν θέλουν να την εξασφαλίσουν, εξακολουθεί να υπάρχει η δικαιοσύνη και πέραν αυτών, απονέμεται η δικαιοσύνη με κάποιον μεταφυσικό τρόπο;» διερωτάται ο Ευσταθιάδης και, κάπως έτσι, φτάνουμε αναπόφευκτα στο βραβευμένο βιβλίο του.

«Η ιστορία αντανακλά έναν εφαρμοσμένο Κάφκα»

Στο Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους, όπου ο συγγραφέας δημιουργεί έναν έγκυρο και ενιαίο αφηγηματικό καμβά προκειμένου να αυτοτοποθετηθεί και κάπως βιωματικά μέσα σε αυτόν, συγκλίνουν δύο αληθινές ιστορίες, γερμανικές, από το 1981 και το 2006, η πολύκροτη απαγωγή ενός δεκάχρονου κοριτσιού που οδήγησε στον ανείπωτο θάνατό του, στο δάσος της βαυαρικής λίμνης Αμερ, και η στυγερή δολοφονία μιας πλούσιας γυναίκας στο κέντρο του Μονάχου.

Πώς συνδέονται αυτές οι υποθέσεις; Κατά τα φαινόμενα, για να μην πούμε σίγουρα, καταδικάστηκαν σε ισόβια (και εξέτισαν τις ποινές, αντιστοίχως) λάθος άνθρωποι. Το απολύτως ανατριχιαστικό είναι ότι, επιπλέον, το DNA «μίλησε» κάποια στιγμή αλλά δεν το «άκουσε» κανείς, για την ακρίβεια ένα ολόκληρο σύστημα αδιαφόρησε πλήρως για αυτό. Το «κτήνος» δεν καραδοκεί μόνο μέσα στα άτομα, το «κτήνος» βρίσκεται και έξω, γύρω μας, διαμορφώνεται από πλέγματα εξουσίας και προσλαμβάνει συλλογική διάσταση.

«Θα έλεγα ότι η ιστορία για την οποία έγραψα αντανακλά έναν εφαρμοσμένο Κάφκα. Πόσο ζοφερό ακούγεται αυτό; Δεν μιλάμε για μια δυστοπία βγαλμένη από τη φαντασία, μιλάμε για την ίδια την πραγματικότητα. Ο πυρήνας του βιβλίου, όπως εγώ τουλάχιστον το βλέπω, είναι από τη μια μεριά αυτή η αδηφάγα και αδίστακτη ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου, και της σύγχρονης κοινωνίας, να βρεθεί ένας ένοχος, κυριολεκτικά, με κάθε κόστος. Από την άλλη μεριά, μακάρι να έχω αναδείξει επαρκώς την κρίσιμη αξία της αμφιβολίας μέσα από την αφήγηση. Η αμφιβολία είναι δικαίωμα και υποχρέωσή μας. Πού στην ευχή έχει πάει η αμφιβολία; Αν ο δυτικός πολιτισμός έχει πάψει να στηρίζεται και σε αυτήν, τότε, τι κάνουμε και προς τα πού οδεύουμε; Σήμερα καταπιεζόμαστε στο βασίλειο του άσπρου-μαύρου. Εχουν χαθεί οι ενδιάμεσες αποχρώσεις. Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία πουθενά δεν φαίνεται να είναι καλύτερα» τονίζει ο Ευσταθιάδης, αναφερόμενος τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη.

Γράφοντας ένα «μπασταρδεμένο είδος»

Αργότερα, με τον συγγραφέα περνάμε και πάλι στο έργο του. Το Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους, ένα βιβλίο γραμμένο στην παράδοση του non-fiction novel (μη μυθοπλαστικού μυθιστορήματος) συγγενεύει, σύμφωνα με τον Ευσταθιάδη, «περισσότερο με το “Ζ – Φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος” του Βασίλη Βασιλικού παρά με το “Εν ψυχρώ” του Τρούμαν Καπότε». Στο σημείο αυτό, κάνει μια παύση.

«Γενικότερα, πάντως, εγώ δεν νομίζω ότι γράφω καθαρά αστυνομικά μυθιστορήματα, με τη στενή έννοια του όρου. Νομίζω ότι γράφω ένα είδος μπασταρδεμένο, ενδεχομένως και πιο ανοιχτό, όπου είναι εφικτό να ενσωματωθούν υπαρξιακά ή στοχαστικά κομμάτια. Δηλαδή, αν έρθει κάποιος και μου πει – ή να μου προσάψει – ότι ανακάλυψε τον δολοφόνο του βιβλίου μου από τις πρώτες κιόλας σελίδες, μάλλον θα γελάσω, και θα γελάσω ακριβώς επειδή θα έχει απόλυτο δίκιο ο άνθρωπος. Βέβαια, με πάσα ειλικρίνεια θα του εξηγήσω ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι για αυτό. Προσωπικά, έτσι γράφω. Και γράφω μόνο όταν κάτι με καίει, μόνο όταν δεν γίνεται αλλιώς. Ομως, σέβομαι πολύ τον χρόνο των αναγνωστών και, εφόσον διαθέτουν μερικές ώρες από τη ζωή τους για να με διαβάσουν, επιδιώκω να είμαι όσο το δυνατόν ακριβής, λειτουργικός και εύστοχος. Θέλω να τους κρατήσω μαζί μου. Για το “Σου γράφω από την κοιλιά του κτήνους” είχα μαζέψει ένα ογκωδέστατο υλικό. Δεν δίστασα όμως να σβήσω το μισό μου βιβλίο, προτού το εκδώσω» λέει ο Ευσταθιάδης, λάτρης του Βέλγου Ζορζ Σιμενόν και των ιστοριών του, «λάτρης κυρίως των βιβλίων του χωρίς τον επιθεωρητή Μαιγκρέ, των “σκληρών” μυθιστορημάτων του, με τα οποία αποδεικνύει πόσο σπουδαίος συγγραφέας υπήρξε, εφάμιλλος ενός Αλμπέρ Καμί κατά την άποψή μου».

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version