Αυτό είναι το γνωστότερο και από τα σημαντικότερα βιβλία μη μυθοπλαστικής πρόζας της Τζόαν Ντίντιον (1934-2021), επιφανούς συγγραφέως της νέας δημοσιογραφίας, όπως αναπτύχθηκε μεταπολεμικά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ενα βιβλίο για το πένθος και την απώλεια, αλλά και ένα υψηλής φόρτισης ρεπορτάζ του εσωτερικού κόσμου της συγγραφέως. Η Ντίντιον εφαρμόζει και εδώ μία από τις βασικές αρχές της νέας δημοσιογραφίας, δηλαδή την αναζήτηση και την έκφραση της αλήθειας πέρα από τα γεγονότα, μόνο που τα γεγονότα επί του προκειμένου αθροίζουν το αβάσταχτο φορτίο που περιέχεται στην απώλεια των δύο πιο αγαπημένων πλασμάτων της ζωής της: του συζύγου της Τζον Γκρέγκορι Νταν και της κόρης τους, Κιντάνα, που θα πεθάνουν αμφότεροι μέσα σε δύο χρόνια.
Η αφήγηση ξεκινά από το δεύτερο από τα 22 κεφάλαια. Στο πρώτο η συγγραφέας μας λέει, περίπου, πώς και γιατί έγραψε το βιβλίο. Και όπως συμβαίνει με όλα τα κείμενα αυτής της ασύγκριτης στυλίστας, μας καθηλώνει από την πρώτη ακόμη παράγραφο μιλώντας ως το τέλος για τον εαυτό της σαν να μιλούσε ο οιοσδήποτε για παρόμοια δράματα που έζησε ή θα ζούσε και ο ίδιος. Ιστορίες σαν κι αυτή που θα διαβάσουμε, αν και ασυνήθιστες, συμβαίνουν παντού. Εδώ όμως η συγγραφέας δεν μένει στα γεγονότα αυτά καθαυτά. Αλλά συναθροίζοντάς τα δημιουργεί μια ανεπανάληπτη ελεγεία του πένθους και του ψυχικού και πνευματικού τραύματος που τη συνοδεύει.
Θάνατος στην τραπεζαρία
Είναι Τρίτη 30 Δεκεμβρίου του 2003. Η Ντίντιον και ο σύζυγός της έχουν επιστρέψει από το νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας διασωληνωμένη η κόρη τους Κιντάνα. Το ζευγάρι βρίσκεται στην τραπεζαρία, η Ντίντιον έχει ετοιμάσει το δείπνο και ανακατεύει τη σαλάτα. Και τότε ο Τζον Γκρέγκορι Νταν παθαίνει οξύ και εκτεταμένο στεφανιαίο επεισόδιο και πεθαίνει. Η Ντίντιον περιγράφει στη συνέχεια τα πάντα: την άφιξη των διασωστών, τις προσπάθειές τους να τον επαναφέρουν, τη μεταφορά του στο νοσοκομείο. Και τα περιγράφει με χειρουργική ακρίβεια που δεν μετριάζει αλλά πολλαπλασιάζει τη συγκίνηση που μας προκαλούν.
Η συγγραφέας από εδώ και στο εξής και καθ’ όλη τη διάρκεια της χηρείας της θα πάψει να τρώει στην τραπεζαρία όπου πέθανε ο άνδρας της – όχι για να ξεχάσει αλλά για να μην «ξαναζήσει» τη στιγμή που εκείνος πέθανε. Αυτό που θα ξαναζήσει όμως είναι οι αναμνήσεις από τη ζωή που πέρασε μαζί του τα τριάντα εννέα και πλέον χρόνια που ήταν παντρεμένοι. «Η ζωή αλλάζει απότομα, η ζωή αλλάζει σε μια στιγμή» όπως τονίζει από την αρχή ακόμη της αφήγησής της.
Η Ντίνιον καθυστερεί επί τρεις μήνες την κηδεία του συζύγου της ώστε η Κιντάνα να αναρρώσει και να παραστεί και αυτή. Και σε όλη τη διάρκεια της νοσηλείας της τρεις φορές θα προσπαθήσει να της πει ότι ο πατέρας της πέθανε, αλλά μόνο την τρίτη θα τα κατάφερει. Η ιστορία της Κιντάνα δεν είναι ακριβώς παράλληλη με εκείνη του Τζον Γκρέγκορι Νταν. Η τελευταία είναι αυτή της χηρείας· η πρώτη της μητέρας με την κόρη της, αλλά η Κιντάνα ήταν αναπόσπαστο τμήμα της ζωής του ζευγαριού. Ο θάνατος τελικά χτύπησε δύο φορές. Η Κιντάνα πέθανε τον Αύγουστο του 2005, δύο χρόνια σχεδόν μετά τον θάνατο του πατέρα της, στα 39 της χρόνια – και πριν εκδοθεί η Χρονιά της μαγικής σκέψης.
Μαγική σκέψη και πένθος
Θα πρέπει να πω εδώ δυο λόγια για τον τίτλο: Η μαγική σκέψη είναι όρος που ερμηνεύεται με πολλούς τρόπους στην ψυχολογία και την ανθρωπολογία. Τη συναντάμε συχνά στην παιδική ηλικία. Στην περίοδο της ενηλικίωσης μπορεί να είναι η καταπολέμηση του άγχους ή η προσπάθεια να ερμηνεύσει κανείς τα γεγονότα μιας πραγματικότητας που στη συνείδησή του έχουν πάρει άλλες διαστάσεις.
Υπάρχουν και πολλές άλλες εκδοχές, όπως συμβαίνει και στο βιβλίο της Ντίντιον. Εδώ έχουμε τη μαγική σκέψη στη χειρότερη περίοδο του πένθους της συγγραφέως, δηλαδή τον πρώτο χρόνο μετά τον αδόκητο θάνατο του άνδρα της. Τα ερωτήματα που θέτει στον εαυτό της είναι αμφίσημα. Γράφει λοιπόν προς το τέλος του βιβλίου: «Ξέρω γιατί προσπαθούμε να κρατήσουμε ζωντανούς τους νεκρούς: προσπαθούμε να τους κρατήσουμε ζωντανούς για να τους κρατήσουμε κοντά μας».
Αλλά λέει αμέσως μετά: «Ξέρω επίσης ότι αν πρόκειται να ζήσουμε εμείς οι ίδιοι, κάποιοι στιγμή πρέπει να απαρνηθούμε τους νεκρούς, να τους αφήσουμε να φύγουν, να τους κρατήσουμε νεκρούς».
Ομως πρόκειται για εκλογίκευση και στις δύο περιπτώσεις – και το λέει αλλιώς: «Στην πραγματικότητα, η συνειδητοποίηση πως η κοινή ζωή μας θα πάψει να είναι το κέντρο της κάθε μέρας μου μού φάνηκε σήμερα, στη λεωφόρο Λέξινγκτον (σ.σ.: γνωστή λεωφόρος του Μανχάταν), τόσο κατάφωρη προδοσία που έχασα εντελώς την αίσθηση της κίνησης γύρω μου».
«Το παρελθόν δεν είναι ποτέ παρελθόν»
Το εύκολο συμπέρασμα είναι πως οι νεκροί ποτέ δεν παύουν να «ζουν» με τους ζωντανούς που τους αγαπούσαν, δηλαδή να υπάρχουν μέσα στις αναμνήσεις τους. Αλλά σε μια άλλη αναγωγή είναι η επιβεβαίωση αυτού που είχε πει ο μέγας Φόκνερ: ότι το παρελθόν δεν είναι ποτέ παρελθόν. Δηλαδή είναι μεταμορφωμένο παρόν που, όπως εδώ, το σφραγίζει το πένθος, το οποίο σε τελική ανάλυση αποτελεί μια μορφή επιβίωσης. Γι’ αυτό άλλωστε νομίζω ότι η Ντίντιον έγραψε αυτό το βιβλίο. Κι ως εκ τούτου θα το θεωρούσε κανείς αυτονόητο που μόνο ύμνους απέσπασε από τους κριτικούς και το κοινό όταν εκδόθηκε.
Αλλά για να πάμε και στις λογοτεχνικές του αρετές: Η συγγραφέας αυτή παρεκκλίνει από την κρατούσα άποψη ότι το περιεχόμενο υπαγορεύει τη μορφή. Η διάταξή του μέσα στη φόρμα το αναδεικνύει σε ένα επίπεδο πάνω από την πραγματικότητα. Γι’ αυτό και η ανάκληση γεγονότων από τη ζωή με τον άνδρα της έχει μια αφοπλιστική πειθώ, ιδίως όταν γράφει, λ.χ., για μια κοινή τους ανάμνηση και τη μεταφέρει στο παρόν, το οποίο την έχει αλλάξει: πώς, για παράδειγμα, θυμάται έναν δρόμο που τον είχε ζήσει στο παρελθόν και τώρα αρνείται να ξαναπεράσει από εκεί. Είναι ο φόβος πως το νέο πέρασμα όχι απλώς θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν υπεκφυγή αλλά και σαν αλλοίωση της ζωής που πέρασε, το αίσθημα ότι ένα μέρος από τον χρόνο εκείνο της ανήκει, όπως ανήκει και στον αείμνηστο άνδρα της που με αδρές και σύντομες πινελιές τον στήνει ολοζώντανο μπροστά μας.
Ενα αρμονικό ζευγάρι
Στην αφήγηση περνούν, αστραπιαία σχεδόν, εικόνες από την Καλιφόρνια, όπου είχαν ζήσει για πολύ καιρό, και από τη Νέα Υόρκη, όπου πέρασαν τα τελευταία χρόνια της ζωής τους. Συγγραφείς και οι δύο, έγραψαν μάλιστα και κάποια έργα μαζί. Μοιράζονταν τα πάντα: από τα αισθήματα, από τα όσα έγραφαν ή διάβαζαν, από τις απόψεις τους για τους ανθρώπους.
Το βιβλίο μάς δίνει την εικόνα ενός αρμονικού ζευγαριού που κάνει το πένθος της Ντίντιον βαρύτερο. Το πένθος θολώνει τον νου μας, ιδιαίτερα όταν πενθούμε τον άνθρωπο της ζωής μας. Αλλά η συγγραφέας προσπαθεί να κρατά την αφήγηση σε ένα επίπεδο ώστε να μην καταφεύγει στην αισθηματολογία. Η αισθηματολογία σε τέτοιες περιπτώσεις είναι μια μορφή εγωισμού, όταν αρνείται κανείς να μπει στο βάθος του αισθήματος. Και ο εγωισμός είναι άρνηση της μνήμης, δηλαδή της αγάπης.
Είναι εντυπωσιακές οι λεπτομέρειες που ανακαλεί από το παρελθόν η Ντίντιον. Και εξίσου εντυπωσιακό το πεδίο των πληροφοριών που περνούν στην αφήγησή της, οι ιατρικές λεπτομέρειες που παραθέτει σαν να πρόκειται για κάτι εντελώς φυσικό, η στάση της απέναντι στους γιατρούς καθώς δεν θεωρεί αυτονόητα όσα της λένε.
Θα λέγαμε ότι για μια τέτοια εξαιρετική συγγραφέα τα παραπάνω πρέπει να είναι αναμενόμενα, για όποιον μάλιστα είναι εξοικειωμένος με το μοναδικό ύφος που είναι πανταχού παρόν και στα προηγούμενα βιβλία της. Και με την ασύγκριτη ικανότητά της να συλλαμβάνει τη διάρκεια μέσα στο ακαριαίο, να συνθέτει πλήθος στιγμιότυπα φαινομενικά ανεξάρτητα μεταξύ τους σε ένα όλον και να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή ως το τέλος.
Αυτό δεν είναι μόνο ένα βιβλίο για την οδύνη και το πένθος αλλά και για τη δύναμη των αναμνήσεων, τη δεύτερη και συχνά ανομολόγητη ζωή των ανθρώπων. Η ανάμνηση εδώ είναι συνθήκη της ύπαρξης, που αντικαθιστά την καταργημένη από τον θάνατο ζωή.
Μια ακραία εκδοχή της μαγικής σκέψης είναι η αυταπάτη ότι μέσω αυτής μπορεί κανείς να ακυρώσει την πραγματικότητα. Το δράμα είναι πως γνωρίζει ότι δεν μπορεί να το κάνει. Θα περάσει νύχτα τον υπόλοιπο βίο του, αλλά νύχτα που φωτίζεται σποραδικά από τις αναμνήσεις.
