Ενας αιώνας προσφοράς, επιτευγμάτων, γνήσιου λόγου

Η μεγάλη Ελληνίδα πέρα από την αδιαμφισβήτητη συνεισφορά της στα γράμματα και στην επιστήμη, με έμφαση σε μια νέα ματιά στη βυζαντινή Ιστορία, κατάφερε με την παρουσία της στον δημόσιο βίο να βρεθεί αυτοδικαίως στο πάνθεον της ελληνικής και της ευρωπαϊκής διανόησης του 20ού αιώνα

Ενας αιώνας προσφοράς, επιτευγμάτων, γνήσιου λόγου

«Στα ενενήντα περπατώ, στα εκατό θα φτάσω, και τότε θα σκεφτώ αν θέλω να γεράσω». Ετοιμόλογη πάντοτε, η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ είχε τον δικό της, έμμετρο τρόπο, να αιτιολογεί την ατέλειωτη ενέργεια που τη διέκρινε ως τα τέλη του βίου της. H αποστροφή είναι χαρακτηριστική για το πώς έβλεπε τα πράγματα – με ένα πνεύμα αισιοδοξίας και δυναμισμού. Υπήρξε ταυτόχρονα διεθνής προσωπικότητα και σημαντική μορφή της εγχώριας ιστορικής επιστήμης, από τις πρώτες γυναίκες που έσπασαν τη γυάλινη οροφή ενός ανδροκρατούμενου χώρου, μέλος μιας γενιάς ιερών τεράτων του πολιτισμού στον ελληνικό 20ό αιώνα.

Από τον Βύρωνα στο Παρίσι

Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 1926, κόρη γονέων Μικρασιατών. Μαθήτρια της Δ΄ Γυμνασίου έγινε μέλος της ΕΠΟΝ με καθοδηγητή τον Χρήστο Πασαλάρη. Παρούσα στη διαδήλωση της 3ης Δεκεμβρίου 1944, έζησε την έναρξη των Δεκεμβριανών. Φεύγοντας από τον Βύρωνα, ο οποίος πέρασε στον έλεγχο των Βρετανών στα τέλη του μήνα, την κρατούσε από το χέρι ο Μάνος Χατζιδάκις. Κρύφτηκε εκτός Αττικής, έπειτα σε φιλικά σπίτια στην Αθήνα, επέστρεψε στο δικό της μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Αν και το αρχικό της όνειρο ήταν να γίνει αρχιτέκτονας ή πολιτικός μηχανικός, αρκέστηκε στη Φιλοσοφική Σχολή γιατί τα οικονομικά μιας οικογένειας προσφύγων δεν ήταν τέτοια ώστε και τα έξι παιδιά της να ακολουθήσουν την ιδανική για το καθένα πορεία. Μετά την αποφοίτησή της από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας εργάστηκε στο Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών για τέσσερα χρόνια, από το 1949 ως το 1953. Ακολούθησαν οι μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι και οι μακρές δεκαετίες της παραμονής στη Γαλλία. Ως υπότροφος της γαλλικής κυβέρνησης ανακηρύχθηκε διδάκτορας Ιστορίας της Σορβόννης το 1960.

Εκεί σταδιοδρόμησε στην Εδρα Βυζαντινής Ιστορίας και Πολιτισμού, διηύθυνε το Κέντρο Ιστορίας και Πολιτισμού του Βυζαντίου (όπως και το Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας), έγινε το 1969 η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας, αναγορεύθηκε πρύτανις της Σορβόννης το 1976, η πρώτη γυναίκα και πάλι στα 700 χρόνια της ύπαρξής της, το 1982 με απόφαση του προέδρου Φρανσουά Μιτεράν ορίστηκε πρόεδρος των Πανεπιστημίων των Παρισίων, ενώ από το 1989 ως το 1991 διετέλεσε πρόεδρος του Κέντρου Ζορζ Πομπιντού, του διάσημου, αισθητικά προκλητικού «Μπομπούρ». Πλήθος βραβείων και τιμητικών παγκοσμίως συνοδεύουν το όνομά της.

Το Βυζάντιο, η Ελλάδα και η Ευρώπη

Το πεδίο της υπήρξε ευρύ – η βυζαντινή χιλιετία είναι ένα αχανές, μεταβαλλόμενο γεωγραφικό και χρονικό ανάγλυφο. Στόχος της ήταν, όπως γράφει στον πρόλογο του βιβλίου της Γιατί το Βυζάντιο, να βάλει «κατά το δυνατόν, έστω εκ του πλαγίου και λάθρα σχεδόν, το Βυζάντιο στη θέση που τα επιτεύγματά του μας υπαγορεύουν». Τα πιο γνωστά έργα της στα ελληνικά (Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Το άγνωστο Βυζάντιο, Πόσο ελληνικό είναι το Βυζάντιο;) αυτή τη λογική υπηρετούν. Λογική που ακολούθησε απαρέγκλιτα από το 1968, όταν απάντησε στον κοσμήτορα της Σορβόννης που αναρωτήθηκε για τη σκοπιμότητα ενός παρόμοιου μαθήματος για τους φοιτητές, «γιατί αν δεν το ακούσουν τώρα, δεν θα το ακούσουν ποτέ».

Η ποικιλομορφία της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας συνάπτεται με δύο άλλες διακριτές κατευθύνσεις του έργου της – τη συνέχεια του ελληνισμού και την έννοια της Ευρώπης. Προβλήματα ελληνικής συνέχειας, Ελληνική συνέχεια, Πολιτισμός και ελληνισμός είναι τίτλοι ενδεικτικοί τόσο για τον προβληματισμό όσο και για τα συμπεράσματά της. Οι Ευρωπαίοι, από την άλλη πλευρά, πολυπρισματική προσέγγιση μιας πλειάδας ιστορικών που επιμελήθηκε από κοινού με τον Μορίς Εϊμάρ, υποδεικνύουν τη διαπραγμάτευση και την ευελιξία ως ειδοποιούς διαφορές της ηπείρου και των ανθρώπων της: η Ευρώπη είναι «μια ιδέα υπό κατασκευή», «μια έννοια ελαστική», «μια ιδέα άπιαστη, την οποία ωστόσο αξίζει να κυνηγάμε», οι δε Ευρωπαίοι «χαρακτηρίζονται από το ότι θέτουν υπό αμφισβήτηση κάθε κατακτημένο ή κατεστημένο, με την πρόθεση όχι μόνο να αναιρέσουν το παλαιό χωρίς να απαρνηθούν τις καταβολές τους αλλά και για να προχωρήσουν προς το άγνωστο» έλεγε στο «Βήμα» στις 24 Σεπτεμβρίου 2000.

Για την Ελένη Αρβελέρ η Ιστορία, εν τέλει, είναι όχι μόνο εργασία εν προόδω αλλά και απόπειρα ανάγνωσης ενός παλίμψηστου όπου πρότερα στρώματα ερμηνειών οφείλουν να ξυστούν, το μικρό και το μεγάλο να συσχετιστούν: όπως σημείωνε στο «Βήμα» στις 4 Δεκεμβρίου 1998, «η ιστοριογραφία ανήκει στους δυνατούς. Για παράδειγμα, λέμε ότι ο Μιχαήλ Γ΄ ήταν μέθυσος αυτοκράτορας γιατί την ιστορία την έγραψε μετά ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, της αντίπαλης δυναστείας.

Οπότε, κάποιες λεπτομέρειες επιτρέπουν μια αναστήλωση του ιστορικού γεγονότος, όχι όπως το θέλει η επίσημη ιστοριογραφία, αλλά όπως το έζησαν νικητές και νικημένοι κάθε εποχή, όταν τα πράγματα συνέβαιναν. Αυτό ήταν το μέλημά μου: να πιάσω τα παράλληλα της Ιστορίας, την παρα-Ιστορία, τη μικρή Ιστορία, η οποία μόνο αν είναι σωστά εξετασμένη και αναλυμένη, φωτίζει τη μεγάλη Ιστορία».

Αεικίνητη και ακαταπόνητη πάντοτε, αναλαμβάνοντας πλήθος πρωτοβουλιών και δραστηριοτήτων, ευαγγελιζόταν την εργασιοθεραπεία: «Ξεκουράζομαι από τη μια δουλειά κάνοντας μιαν άλλη, που δεν έχει καμία σχέση. Από τη διάλεξη για τις παγκόσμιες αξίες σε μια συζήτηση στρογγυλής τραπέζης για τον Πικάσο» ήταν η απάντησή της στην τακτική ερώτηση για τον χρόνο και τις αντοχές. «Εχω φύση και μνήμη φιλάγρυπνη. Αντί λοιπόν να… μετράω προβατάκια για να κοιμηθώ, έκανα την αγρύπνια δημιουργική και καταπιάστηκα με την ποίηση» σχολίαζε τον Νοέμβριο του 2004 στο «Βήμα» με αφορμή τη μελοποίηση στίχων της – στη Βιβλιονέτ καταγράφονται πέντε συλλογές με «ποιήματα ιστορίας», όπως τα ονόμαζε, από το 1998 ως το 2024.

Η διακριτή διάσταση της δημόσιας εικόνας της Ελένης Αρβελέρ ήταν εκείνη ενός προσώπου που έχαιρε μεγάλου σεβασμού από την κοινή γνώμη. Οπως ο Ιωάννης Κακριδής, ο Εμμανουήλ Κριαράς, ο Μανόλης Ανδρόνικος, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ανήκε και εκείνη σε μια παλαιότερη γενιά της οποίας το προφίλ για το ευρύ κοινό διαμορφώθηκε καθοριστικά από τον λόγο, γραπτό ή προφορικό.

Λόγο εκτεταμένο, είτε επρόκειτο για κείμενα στον Τύπο είτε για διαλέξεις είτε για συνεντεύξεις, λόγο, επομένως, με ειρμό ο οποίος δεν εξαντλείτο σε θραύσματα επιχειρημάτων, δεν κινδύνευε από τη διάσπαση της προσοχής, έδινε την ευκαιρία στον δέκτη να αποκτήσει μια πληρέστερη αίσθηση του πομπού. Το κύρος των ιερών τεράτων της γενιάς αυτής, και ξεχωριστά της Ελένης Αρβελέρ, πήγαζε όχι από φήμες, hype ή αποσπάσματα απόψεων αγόμενα και φερόμενα στα social media, αλλά από τη διαρκή τριβή με το αντικείμενό τους και τη λεπτομερέστερη έκθεσή της στην κοινωνία. Πέρα από τα αδιαφιλονίκητα ατομικά της επιτεύγματα, η σημαντικότερη ίσως συμβολή της συνδέεται με αυτό ακριβώς: με την παρουσία της στον ελληνικό δημόσιο βίο, με τις διαλέξεις, την αρθρογραφία, το συγγραφικό της έργο, λειτούργησε συνειδητά ως αγωγός εκλαΐκευσης της Ιστορίας.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version