Κοίτα τους άνδρες όταν πέφτουν: Η τραγική ειρωνεία της «Τοξικής αρρενωπότητας»

Στο καινούργιο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων «Τοξική αρρενωπότητα», ο συγγραφέας Νίκος Α. Μάντης ζωγραφίζει το λεγόμενο «ισχυρό φύλο» με τα χρώματα της ματαίωσης, της μοναξιάς, της ευαλωτότητας

Κοίτα τους άνδρες όταν πέφτουν: Η τραγική ειρωνεία της «Τοξικής αρρενωπότητας»

Μετά το διαζύγιο, περιφέρεται μουδιασμένος, χαμένος. Η Βάσω έχει κρατήσει τον μικρό και το σπίτι. Ο ίδιος, σαρανταφεύγα, αποθηκάριος στο επάγγελμα, μένει πλέον σε ένα διαμέρισμα στου Ρέντη. Είναι Αύγουστος και, παρότι αδειούχος, βρίσκεται σε αμηχανία. Δεν μπορεί να κάνει διακοπές (να αποδράσει για ένα τριήμερο, έστω) και ντρέπεται για αυτό. Τα βράδια, πίνοντας μπίρες, κάθεται απλώς στο στενό μπαλκόνι του και κοιτάζει πέρα, κατά τη δύση. Το κινητό το αποφεύγει. «Σόσιαλ δεν έχω – και ενώ θυμάμαι τους κωδικούς της Βάσως, δεν θέλω καν να μπω στο προφίλ της», επειδή φοβάται μην αντιμετωπίσει ό,τι δεν αντέχει. Εντάξει, ξέρει, έχει δει τις φωτογραφίες της πρώην γυναίκας του με τον άλλον, όμως δεν είναι τόσο αυτό, «είναι ότι θέλω να πω μια κουβέντα σε κάποιον, κάτι να δώσω, κάτι να νιώσω».

Ωσπου εμφανίζεται η Ρένα, μεγαλύτερή του, μια πληθωρική, αθυρόστομη τύπισσα, σερβιτόρα σε καφενείο όπου συχνάζουν κυρίως μπαρμπάδες. Κανονίζουν οι δυο τους να πάνε για μπάνιο με το μηχανάκι της, κάπου ήσυχα, κοντά στην Ελευσίνα.

Στο «Νεράκι», ο αρχικός δισταγμός του ήρωα να βουτήξει δεν σχετίζεται με το βάσιμο ενδεχόμενο της μόλυνσης, αλλά με το γεγονός ότι η Ρένα τον αποκαλεί «χέστη». Τι προκαλεί άραγε αυτό ή, μάλλον, τι αποκαλύπτει;

Η ιστορία κλείνει όταν πέφτει η νύχτα, όταν ο άνδρας είναι πια μέσα στη θάλασσα και αρνείται να βγει. «Το σκοτάδι απλώνεται παντού γύρω μου. Απλώνεται μέσα μου. Είμαι όλος σκοτάδι».

Νίκος Α. Μάντης

Τοξική αρρενωπότητα

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2026, σελ. 320, τιμή 18 ευρώ

Στο νέο βιβλίο του Νίκου Α. Μάντη με τον τραγικά ειρωνικότατο τίτλο Τοξική αρρενωπότητα, μια συλλογή είκοσι ενός διηγημάτων, πολλοί άνδρες είναι μεσήλικες και χωρισμένοι και losers, άνδρες δηλαδή αποτυχημένοι και ποικιλοτρόπως ηττημένοι στη ζωή (τουλάχιστον με βάση τις εξωτερικές αλλά και τις δικές τους, εσωτερικευμένες προσδοκίες, προσδοκίες που κατασκευάζουν το φύλο, η παράδοση, η κοινωνία, κοντολογίς η πατριαρχία).

Γκροτέσκο και πλαστά προφίλ

Στο «Αλκοτέστ» παρακολουθούμε επίσης έναν πρωτοπρόσωπο αφηγητή, τον Στέλιο. Αυτός μπορεί να είναι «κακοχωρισμένος», όπως λέει, όμως δεν έχει κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια. Διαπιστώνοντας ότι η Ρόζα, που «ήτανε μια γυναίκα πολύ πιο πάνω απ’ τα κυβικά μου», έχει εξαφανιστεί μαζί με τον γιο του, τον Αποστόλη, αποφασίζει να την αναζητήσει στη χώρα καταγωγής της. Τι παίχτηκε; Αιφνίδια απαγωγή εκ μέρους της; Συστηματική κακοποίηση εκ μέρους του; Λοιπόν, μπαίνει ο ήρωας στο αυτοκίνητο και με συνοδηγό τη μάνα του, την κυρία Χρύσα, ναι, καλά διαβάσατε, περνάνε τα βόρεια σύνορα και φτάνουν σε μια απροσδιόριστη περιοχή των Βαλκανίων. Η ιστορία αυτή έχει σίγουρα κάτι από τη Φλάνερι Ο’ Κόνορ ή το σινεμά των Αδελφών Κοέν, φλερτάρει με τη μαύρη κωμωδία, το γκροτέσκο, και κορυφώνεται μέσα σε έναν βάλτο.

Στον «Επίμονο καλικάντζαρο», που διαδραματίζεται στον νομό Αχαΐας, συναντιόμαστε με την περίκλειστη και μίζερη καθημερινότητα ενός άνδρα, αγρότη και κτηνοτρόφου, που ζει ακόμα με τους γηραιούς γονείς του. «Φίλους δεν είχε, ούτε είχε μπλεχτεί με γυναίκα ποτέ». Βεβαίως, «δεν ήταν παρθένος, αλλά ούτε είχε υπάρξει και ενεργός ακριβώς». Γιατί; Παιδικό τραύμα. Μια ανάμνηση που έγινε κόμπλεξ που έγινε γενικό μπλοκάρισμα. Ο συγκεκριμένος ήρωας είναι εξαρτημένος από το διαδικτυακό πορνό, βλέπει ακόμα τσόντες και μάλιστα στο παιδικό του δωμάτιο. Μετά το έμφραγμα που υφίσταται η μητέρα του, μια θρησκευόμενη γυναίκα, συνειδητοποιεί τη βουβή καταστροφή της ζωής του (δίχως, ωστόσο, την παραμικρή διάθεση να την αντιπαλέψει).

Στο «Porn revenge», από τα εκτενέστερα και φοβερότερα διηγήματα της συλλογής, επειδή ακριβώς αναδεικνύει πόσο συμπληρωματικές και αλληλένδετες έχουν καταστεί στη ρευστή εποχή μας οι πραγματικές και οι εικονικές υπάρξεις των ανθρώπων, ακόμα και στο επίπεδο της μυχιότητας, βυθιζόμαστε σταδιακά στη φετιχιστική εμμονή ενός διαφημιστή, ο οποίος, μετά τον θάνατο της συντρόφου του, της Κάκιας, αδυνατεί να ερεθιστεί πλέον με το εκτεταμένο ιδιωτικό αρχείο που διατηρούσε από εκείνη, αρχείο τολμηρό, φωτογραφικό, οπτικοακουστικό, σεξουαλικού περιεχομένου. Και τι κάνει; Δημιουργεί ένα ολοκαίνουργιο, πλαστό προφίλ στη δημοφιλέστερη ιστοσελίδα γνωριμιών, όχι για τον ίδιο, για τη νεκρή γυναίκα του. «Η Αρετή Λάμψα ήταν το ζωντανό φάντασμα της Κάκιας, που είχε επιστρέψει και πάλι στον κόσμο με σάρκα και οστά. Γιατί ο ψηφιακός κόσμος ήταν πιο αληθινός από τον άλλο, τον υλικό. Ηταν ο ιδανικός κόσμος της επιθυμίας. Και εκεί η Κάκια είχε αναστηθεί». Ο συγγραφέας αποδίδει αυτή την ιστορία με έναν ιλιγγιώδη, συναρπαστικό τρόπο, σε μια σχεδόν αρρωστημένη κόψη, ψυχολογικού θρίλερ και λογοτεχνίας του φανταστικού.

Εκδοχές και συνέπειες του έρωτα

Στην υπέροχη «Μπατονέτα» πρωταγωνιστεί, ξανά, ένας χωρισμένος άνδρας που φιλοξενεί τον γιο του, τον Βαλέριο, και συλλογίζεται το πολύπλευρο αδιέξοδό του. Τα οικονομικά κατά διαόλου, διατροφή και, εσχάτως, ένα υπέρογκο, παράλογο, ληστρικό ενοίκιο. «Εχει βαρεθεί να μετράει τα πάντα και να μη φτάνουν. Εχει βαρεθεί που πέρασε δώδεκα χρόνια ζωής – τα καλύτερά του χρόνια – με μια γυναίκα που όχι μόνο δεν αγαπούσε, αλλά ούτε καν καύλωνε μαζί της. Πώς διάολο κατάντησε έτσι, εκείνος που στα είκοσί του τα είχε όλα υπό έλεγχο, που οι φίλοι του τον θεωρούσαν τον πιο κουλ τύπο που υπήρχε στο σύμπαν;» και, κάπως έτσι, απελπισμένος, αβοήθητος, ο ήρωας αμφιβάλλει αν, όντως, ο Βαλέριος είναι δικό του παιδί. Προβαίνει, έπειτα, σε μια πράξη για την οποία θα μετανιώσει.

Στο «If you love somebody, set them free», ο Γιάννης που «δουλεύει σεζόν» σε νησί του Αιγαίου, ο «κλειστός» Γιάννης, ο οποίος δεν κατάφερε να υπερβεί τις σχέσεις με ημερομηνία λήξης, κατατρύχεται από βασανιστικές τύψεις, ριζωμένες στα περασμένα: το υπόβαθρό του, μια φιλελεύθερη τουρίστρια από τη Σκανδιναβία, το ξέσπασμα της βίας και μια κρίση επιληψίας.

Στο «Σούπερ», ένας παντρεμένος άνδρας, την ώρα που ψωνίζει με τη σύζυγο και την κορούλα τους, αποπειράται σε μια στιγμή να τις παρατήσει και να εγκαταλείψει, ευρύτερα, το μοντέλο της πυρηνικής οικογένειας. «Πρέπει να φύγεις, πρέπει να φύγεις, σώσε τον εαυτό σου απ’ αυτό» του ψιθυρίζει ρυθμικά μια φωνή που αναδύεται μέσα από τις μαύρες σκέψεις του. Καπιταλισμός, καταναλωτισμός, επιλογές, τυχαιότητα. Υπάρχει νόημα; Υπάρχει λόγος να ψάχνουμε αν υπάρχει νόημα; Τι μας βαραίνει; Πώς και γιατί συνεχίζουμε; Μια ιστορία για τους «κούφιους ρόλους» και τα μυστήρια του μυαλού και της καρδιάς.

Αντιστοίχως, στο «Body horror», ένα διήγημα που ακτινογραφεί θαυμάσια τη γενιά των millennials κατά τα φαινόμενα, ο φακός στρέφεται προς τους λεγόμενους «φασαίους», ένα νεαρό ζευγάρι. Η πατρότητα και η μητρότητα μετατρέπονται, κυριολεκτικώς, σε πεδίο ανταγωνισμού και μάχης.

Στο «Νόμισμα» ένας ηλικιωμένος επιχειρηματίας, ο Αλέξης, ευρισκόμενος σε ένα ξενοδοχείο με την Εβελίνα, μια ακόμα εργαζόμενη στην εταιρεία του, η οποία κατέληξε, αλίμονο, κι αυτή ερωμένη του, της ανακοινώνει ότι πρέπει να σταματήσουν τις επαφές τους. Ο ήρωας, καθώς αποδέχεται το τέλος της σωματικής του ικανότητας, ανατρέχει στο παρελθόν της ανδρικής του σταδιοδρομίας. «Προσπαθεί να θυμηθεί το πρόσωπο εκείνου του κοριτσιού, από τότε, του κοριτσιού με το οποίο είχε χάσει την παρθενιά του, μα δεν μπορεί να το επαναφέρει στη μνήμη του […]. Θυμάται μόνο το ποσό που της είχε δώσει. Πενήντα δραχμές. Αναρωτιέται γιατί να συμβαίνει αυτό».

Στην «Εξοδο», είναι ένας ηλικιωμένος διανοούμενος αυτός που, ύστερα από «διάγνωση» ιατρική, καλείται να συμφιλιωθεί με τον θάνατό του. Αγάπησε ποτέ στον σύντομο βίο του αληθινά; Το κενό είναι ανείπωτο. Διαπεραστικές, βαθιές σελίδες από τον πεζογράφο εδώ.

Παιχνίδι με τη μορφή

Ο Νίκος Α. Μάντης, ωστόσο, δεν παίζει μονάχα με τα είδη και τις ατμόσφαιρες, παίζει και με τις μορφές. Δεν μπορεί κανείς να μη σταθεί στη σπαρταριστή θεατρικότητα των διηγημάτων «Τα λέμε» (για τη δομική και ευτράπελη ασυνεννοησία ενός ετεροφυλόφιλου ζευγαριού) και «Hook up» (για την ξεπέτα δύο γκέι ανδρών που αποδεικνύεται πιο περίπλοκη και ανατρεπτική). Το «Σχήμα λόγου», επιπροσθέτως, έχει την υφή ενός δραματικού, σαρωτικού μονολόγου που βγάζει στη φόρα το ακατέργαστο απόθεμα της βαρβατίλας (ενώ το «Silver alert», αναλόγως, μα σε άλλον τόνο, εξεικονίζει την άνοια).

Εντάξει, δύσκολα θα ξεχάσει κανείς τον ομοφυλόφιλο Σούπερ Λέλο, αποτυχημένο influencer από ένα χωριό της Μακεδονίας (στις «Πολικές αρκούδες»). Τα «Παγκάκια» είναι μια ιστορία έξι σελίδων, αλλά προκαλούν σοκ και δέος. Στη «Λογοτεχνική βραδιά» και στην «Υστεροφημία» σατιρίζεται, μεταξύ άλλων, το συγγραφικό σινάφι (με δηκτικότητα, ειλικρίνεια και αγωνία). Στην «Τοξική αρρενωπότητα», στο διήγημα που χαρίζει τον τίτλο στη συλλογή, μπαίνουμε στα άδυτα του αναγκεμένου ανδρικού στριπτίζ, σε μια έπαυλη στην Εκάλη, με αλκοόλ και ναρκωτικά.

Πολυδιάστατο ύφος

Ο Νίκος Α. Μάντης ζωγραφίζει το λεγόμενο «ισχυρό φύλο» με τα χρώματα της ματαίωσης, της μοναξιάς, της ευαλωτότητας. Το κάνει υποψιασμένα, χωρίς καλοπιάσματα προς πάσα κατεύθυνση, με κριτική εγρήγορση, με ειρωνεία, με χιούμορ, με ανυπόκριτη συμπόνια, με το ώριμο και πολυδιάστατο ύφος του. Η Τοξική αρρενωπότητα είναι ένα καταπληκτικό, απολαυστικό βιβλίο, που προβληματίζει και συγκινεί. Του αξίζουν αμέτρητοι αναγνώστες.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version