Η Ελένη Αρβελέρ έφυγε από κοντά μας. Για μένα είναι τιμή – και ευθύνη – να μιλήσω γι’ αυτήν όπως την έζησα: ως Καθηγήτρια και ως Ανθρωπο.
Ηταν στις αρχές του ακαδημαϊκού έτους 1988-89, όταν τη συνάντησα, όπως κάθε χρόνο, για να της παραδώσω την αναφορά προόδου της διατριβής μου. Παρά το ασφυκτικό της πρόγραμμα ως Recteur de l’Academie και chancelier des universités de Paris, με υποδέχθηκε με το γνώριμο χαμόγελο κι εκείνο το σπινθηροβόλο, γλυκό της βλέμμα. Ρώτησε πρώτα για την προσωπική μου ζωή και έπειτα για την έρευνά μου. Θυμάμαι τη στιγμή που μου ανακοίνωσε πως, αν ήθελα να ολοκληρώσω σύντομα τις σπουδές μου, έπρεπε να καταθέσω τη διατριβή μέσα σε λίγους μήνες, διότι την επόμενη χρονιά θα απουσίαζε. Ηταν βουτιά στα βαθιά. Μα είχα ήδη θητεύσει τέσσερα χρόνια κοντά της, γνώριζα τις προκλήσεις της αλλά και τη μέριμνα για την προκοπή των φοιτητών της. Γι’ αυτό, παρά την εσωτερική ταραχή μου, απάντησα ήρεμα: «Βεβαίως και θα το κάνω». Ετσι με είχε μάθει. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 η Ελληνίδα Ελένη Αρβελέρ έλαμπε διεθνώς ως βυζαντινολόγος με τις μελέτες της, βιβλία αναφοράς. Παράλληλα, πρωτοπορούσε στις θέσεις ευθύνης που είχε αναλάβει στη Γαλλία όπως, π.χ., η πρυτανεία του Πανεπιστημίου Paris I Pantheon Sorbonne. Εγώ τότε φοιτούσα στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ανακάλυπτα τον σαγηνευτικό κόσμο του Βυζαντίου. Χωρίς οργανωμένα μεταπτυχιακά τότε στην Ελλάδα, της έγραψα διστακτικά αν θα με δεχόταν στο Παρίσι. Η απάντηση ήταν άμεση και θετική.
Η πρώτη συνάντηση μαζί της ήταν αποκάλυψη ενός νέου τρόπου σκέψης και θεώρησης των πραγμάτων. Αμέσως έθεσε τους όρους της συνεργασίας μας: στη Γαλλία μιλάμε γαλλικά· έπειτα, προσδιόρισε με ακρίβεια το θέμα της μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας, μου έδειξε πώς να κάνω αρχειακή έρευνα, με έστειλε σε σεμινάρια άλλων καθηγητών και με ενθάρρυνε να εκτεθώ σε διαφορετικές επιστημονικές προσεγγίσεις. Κάθε Δευτέρα, 16.00-18.00, στο Escalier B της Σορβόννης, ανέβαινα τα τριζάτα ξύλινα σκαλιά μέχρι τον τελευταίο όροφο όπου δίδασκε στο δικό της σεμινάριο. Ολοι παρόντες, ισότιμοι συζητητές του υπό εξέταση κειμένου· αρχάριοι σαν κι εμένα αλλά και άνθρωποι λίγο πριν την υποστήριξη της υφηγεσίας τους. Ξεκινούσε πάντα με παρουσίαση των νέων βιβλίων, διδάσκοντάς μας έμπρακτα πόσο απαραίτητη είναι η διαρκής ενημέρωση.
Τον Οκτώβριο του ’84, μετά την υποστήριξη της μεταπτυχιακής μου εργασίας, όταν της είπα πως δεν θα συνέχιζα σπουδές για οικονομικούς λόγους και θα ακολουθούσα τον σύζυγό μου στο Μόναχο, με ένα ελαφρά πονηρό βλέμμα, μου είπε επί λέξει: «Η παράδοση θέλει η σύζυγος να ακολουθεί τον άντρα της. Σκεφτόμουν όμως να σας προτείνω μια έμμισθη θέση έρευνας για δύο χρόνια εδώ στη Γαλλία για να συνεχίσετε σε διδακτορικό». Παρά τον αρχικό δισταγμό, δέχθηκα την πρόταση.
Τον Ιούνιο του 1989, ενημέρωσα την αγαπημένη μου καθηγήτρια ότι ολοκλήρωσα τη διατριβή. Συζητήσαμε για τη σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής. Μου πρότεινε απαιτητικούς αλλά διακεκριμένους κριτές. Μαθημένη κοντά της, δεν δίστασα να συμφωνήσω, μολονότι γνώριζα ότι στις υποστηρίξεις η ίδια ήταν συχνά πολύ αυστηρότερη ως κριτής στον δικό της εξεταζόμενο φοιτητή και ότι δεν δίσταζε να σφυροκοπήσει με πολύ δύσκολες ερωτήσεις και έντονα κριτικές παρατηρήσεις.
Στη «Monde» της 20ής Οκτωβρίου 1989 δημοσιεύθηκε η αναγγελία της υποστήριξης της διατριβής μου στην περίφημη αίθουσα της Σορβόννης Louis Liard. H τελετουργία της πολύωρης διαδικασίας υπήρξε αλησμόνητη εμπειρία ζωής, αλλά και η επιτροπή που επέλεξε αποδείχθηκε καθοριστική για τη μετέπειτα πανεπιστημιακή μου πορεία. Της χρωστώ ευγνωμοσύνη για τις γνώσεις, την καθοδήγηση, την ένθερμη υποστήριξη αλλά και τα μαθήματα ζωής που γενναιόδωρα μου προσέφερε.
Η κυρία Μαρίνα Λουκάκη είναι καθηγήτρια Βυζαντινής Φιλολογίας στο ΕΚΠΑ.
