«Super Story Market»: Για τον Κριστιάν Νίρκα ο κινηματογράφος έγινε κοινωνική πράξη

Ο σκηνοθέτης Κριστιάν Νίρκα μιλά για το «Super Story Market», την κινηματογραφική κωμωδία που αναδεικνύει τη σημασία της δωρεάς μυελού των οστών και αποδεικνύει ότι η τέχνη μπορεί, εκτός από το να ψυχαγωγεί, και να κινητοποιεί τους θεατές.

«Super Story Market»: Για τον Κριστιάν Νίρκα ο κινηματογράφος έγινε κοινωνική πράξη

Από τη Μολδαβία στην Ελλάδα και από τις σελίδες των ποιητικών του συλλογών στις κινηματογραφικές αίθουσες, ο Κριστιάν Νίρκα είναι ένας δημιουργός που αρνείται να εγκλωβιστεί σε μία μόνο ιδιότητα.

Ποιητής, εκδότης και σκηνοθέτης, αντιμετωπίζει την τέχνη όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως όχημα για να αφηγηθεί ιστορίες που έχουν σημασία.

Η πιο πρόσφατη απόδειξη είναι το «Super Story Market», μια ταινία που ξεκινά ως κωμωδία εγκλεισμού για να εξελιχθεί σε ένα ηχηρό μήνυμα για τη δωρεά μυελού των οστών.

Εμπνευσμένη από τον αγώνα μιας μητέρας για το παιδί της, η ταινία γέννησε το κίνημα «Cinepraxis», μετατρέποντας τους θεατές σε εθελοντές δότες έξω από τις αίθουσες και κατακτώντας διεθνή διάκριση στη Μαδρίτη.

Σε μια συζήτηση με αφορμή την κοινωνική διάσταση της τέχνης του, ο Κριστιάν Νίρκα μιλάει για τη διαδρομή του, τη γλώσσα των ονείρων του, την πραγματικότητα του ανεξάρτητου δημιουργού στην Ελλάδα και εξηγεί γιατί το να αφηγείσαι ιστορίες είναι, τελικά, μια ανάγκη εγγεγραμμένη στο ανθρώπινο DNA.

Ας ξεκινήσουμε από την ταινία «Super Story Market.». Πώς και γιατί αποφάσισες να χρησιμοποιήσεις την κωμωδία –και μάλιστα με αφορμή την ιστορία μιας ληστείας σε σούπερ μάρκετ– για να μιλήσεις για ένα θέμα τόσο δύσκολο και βαρύ όσο η λευχαιμία;

Λέγεται πως το χιούμορ συχνά είναι το πιο ιδανικό όχημα να μεταφέρει τα πιο βαριά μηνύματα.

Οι απαρχές της ταινίας εντοπίζονται στους προβληματισμούς της σεναριογράφου Ελένης Κόντη για το ζήτημα της ηθικής. Πιο συγκεκριμένα για την ευπλαστότητα αυτής της έννοιας.

Έτσι, το σενάριο που έγραψε αφορά οχτώ άγνωστους, παγιδευμένους σε ένα σούπερ μάρκετ, εξαιτίας μιας αποτυχημένης ληστείας. Δημιούργησε μια κινηματογραφική συνθήκη που διέπεται από τις επιταγές μιας μικρο-κοινωνίας.

Οι ήρωες αρχικά είναι αμήχανοι, ανασφαλείς, μουδιασμένοι. Η εξέλιξη της ιστορίας τους ξετυλίγει, τους αποκαλύπτει. Το πώς μια αποτυχημένη ληστεία καταλήγει αβίαστα στη δωρεά μυελού των οστών, αποτελεί απόδειξη της συγγραφικής της δεινότητας.

«Tο να βλέπουμε τους θεατές μετά την προβολή να γράφονται εθελοντές δότες μυελού είναι μια εμπειρία που ξεπερνάει τα όρια της καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Γίνεται αποστολή»

Έμπνευση για την ταινία είναι σε μεγάλο βαθμό η προσπάθεια μιας μητέρας, της Πόπης Παρασκευά, που έχασε από τη ζωή τον γιο της επειδή δε βρέθηκε συμβατός δότης. Πόσο μεγάλη ευθύνη ένιωσες απέναντί της, ώστε να τιμήσεις την ιστορία της αποφεύγοντας ταυτόχρονα τον εύκολο μελοδραματισμό;

Αν καταφέραμε να αποφύγουμε τον μελοδραματισμό σίγουρα θα το κρίνει ο θεατής. Αυτό που περιγράφεις όντως είναι μια αναπόφευκτη πρόκληση όταν κάποιος χαρακτήρας βασίζεται ή εμπνέεται από ένα αληθινό πρόσωπο.

Εστιάσαμε την προσοχή μας στο να υπάρξει σεναριακή ειλικρίνεια, και ερμηνευτική μαεστρία. Η Λίνα Σακκά που υποδύθηκε τον ρόλο της Πόπης, κατάφερε να αποδώσει μια ισορροπία στην ερμηνεία, που συχνά σπανίζει από τον ελληνικό κινηματογράφο.

Η φυσικότητά της και η προσοχή στις λεπτομέρειες, θα έκαναν τη δουλειά οποιουδήποτε σκηνοθέτη εύκολη, σχεδόν υπερτιμημένη.

Το να βλέπεις τους θεατές να βγαίνουν από την προβολή αποφασισμένοι να γίνουν δότες, ξεπερνά τα όρια της τέχνης. Πιστεύεις ότι ο σύγχρονος κινηματογράφος οφείλει να επιστρέψει στην πράξη και τον ακτιβισμό;

Σίγουρα το να τους βλέπουμε μετά την προβολή να γράφονται, και υπολογίζοντας την πιθανότητα πως μπορεί κάποιος από αυτούς να βρεθεί συμβατός με έναν άνθρωπο που πάσχει από λευχαιμία και ενδεχομένως να σωθεί, είναι μια εμπειρία που ξεπερνάει τα όρια της καλλιτεχνικής φιλοδοξίας και μετατρέπεται σε αποστολή.

Φαντάζει αλαζονικό να τοποθετηθώ για την ενδεδειγμένη πορεία του σύγχρονου κινηματογράφου. Εξάλλου μια τέτοια τοποθέτηση θα ήταν ανούσια.

Ο κινηματογράφος, ως βιομηχανία, ακολουθεί ισχυρούς νόμους, αμετάβλητους από την παρούσα συζήτησή μας. Ίσως θα ήταν πιο συνετό να εστιάσω μόνο στη σφαίρα της ατομικής ευθύνης.

Υπό αυτό το πρίσμα, ελπίζω πως θα έρθει μια μέρα στο μέλλον, που οι συντελεστές αυτής της ταινίας θα κάνουμε μια ανασκόπηση, και η ανάμνηση του «Super Story Market» θα προσφέρει μόνο περηφάνια για την υλοποίησή του.

Η σύμπραξή σου με τον σύλλογο Όραμα Ελπίδας βραβεύτηκε στη Μαδρίτη από την Παγκόσμια Ένωση Εθελοντών Δοτών. Περίμενες ότι μια ανεξάρτητη ελληνική παραγωγή θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα τόσο ισχυρό, διεθνές case study ευαισθητοποίησης;

Ήταν μια πραγματικά αναπάντεχη έκπληξη. Όταν ξεκινούσαμε την παραγωγή, ο στόχος μας ήταν να δημιουργήσουμε μια ειλικρινή ιστορία που θα ευαισθητοποιούσε τον κόσμο. Σε καμία περίπτωση δε φανταζόμασταν, στο στάδιο της προπαραγωγής, ότι η δουλειά μας θα έφτανε να βραβευτεί διεθνώς και να αποτελέσει case study ευαισθητοποίησης.

Αυτή η διάκριση απέδειξε ότι μια ανεξάρτητη ελληνική παραγωγή μπορεί να ταξιδέψει πολύ πιο μακριά από όσο περιμένει κανείς, όταν πίσω της υπάρχει ένας ουσιαστικός σκοπός. Για μένα, αυτό ήταν το μεγαλύτερο βραβείο. Σημαντικότερο πραγματικά από οποιαδήποτε κινηματογραφική διάκριση.

Άφησες τη Μολδαβία και ήρθες στην Ελλάδα σε ηλικία μόλις επτά ετών. Πώς θυμάσαι την πρώτη σου επαφή με τη χώρα; Υπήρξε το αρχικό σοκ προσαρμογής για ένα παιδί που βρέθηκε ξαφνικά σε ένα εντελώς νέο περιβάλλον;

Σίγουρα θα υπήρξε κάποιο αρχικό σοκ. Τα παιδιά όμως προσαρμόζονται εύκολα στην αλλαγή περιβάλλοντος.

Η Ελλάδα των αρχών του 2000, όταν μεγάλωνες, δεν ήταν πάντα η πιο φιλόξενη κοινωνία για τους μετανάστες. Αντιμετώπισες ρατσισμό ή προκαταλήψεις; Πώς διαχειρίζεται ένα παιδί –και μετέπειτα ένας καλλιτέχνης– την ταυτότητα του ξένου;

Η αλήθεια είναι ότι μεγαλώνοντας σε μια επαρχιακή πόλη όπως η Κόρινθος, δεν μπορώ να πω ότι αντιμετώπισα εκδηλώσεις ρατσιστικής συμπεριφοράς. Αντιθέτως, ένιωσα αποδοχή.

Δεν ξέρω εάν η εσωστρέφεια και η μοναχικότητα λειτούργησαν ως μια μορφή θωράκισης. Ενδεχομένως θα υπήρχαν μικρά επεισόδια (όπως είναι αναμενόμενο παντού) όμως μου πέρασαν απαρατήρητα επειδή ήμουν λίγο – πολύ «στον κόσμο μου».

«Ένας καλλιτέχνης συχνά μπορεί να ξεχάσει πως το έργο του είναι μόνο το 50% της επιτυχίας. Το άλλο 50% εδράζεται σε βασικές αρχές επιχειρηματικότητας»

Υπάρχει μέσα σου η νοσταλγία για τη Μολδαβία; Πώς αποτυπώνεται αυτή η αίσθηση της χαμένης ή της μακρινής πατρίδας στη σκέψη και στα έργα σου;

Ίσως περισσότερο από νοσταλγία, θα έλεγα ότι υπάρχει η περιέργεια. Έφυγα σε πολύ μικρή ηλικία, οπότε οι αναμνήσεις μου είναι αποσπασματικές.

Κάθε φορά που την επισκέπτομαι, δε νιώθω ότι επιστρέφω κάπου αλλά ότι ταξιδεύω. Η Ελλάδα είναι ο τόπος όπου μεγάλωσα, και διαμορφώθηκα. Η Μολδαβία, από την άλλη, είναι μια χώρα με μια σύνθετη και συχνά δύσκολη ιστορία.

Βρίσκεται εδώ και δεκαετίες ανάμεσα στη ρουμανική και τη ρωσική επιρροή, κάτι που έχει αφήσει έντονο το αποτύπωμά του στην ταυτότητά της. Θέλω να την καταλάβω καλύτερα, όχι μόνο ως τόπο καταγωγής μου, αλλά και ως μια κοινωνία με τη δική της ιδιαίτερη ιστορία.

Αυτή η εξερεύνηση θα μπορούσε να γίνει και μέρος μιας ταξιδιωτικής εκπομπής που ετοιμάζουμε. Θα ήταν ένας ιδανικός προορισμός, γιατί στην πραγματικότητα θα την ανακαλύπτω κι εγώ για πρώτη φορά σε τέτοιο βάθος.

Και θα ήθελα να πάρετε κι εσείς μέρος σε αυτό το ταξίδι, να τη γνωρίσουμε παρέα, χωρίς στερεότυπα ή έτοιμες απαντήσεις.

Μιλάς πέντε γλώσσες. Όταν γράφεις, όταν ονειρεύεσαι ή ακόμα και όταν πονάς, ποια γλώσσα κυριαρχεί μέσα σου;

Ονειρεύομαι καμιά φορά στα γαλλικά. Μου έμεινε από τα χρόνια που σπούδαζα στη Γαλλία και, όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, δε λέει να φύγει. Σκέφτομαι στα ελληνικά. Αν όμως ξυπνήσω από εφιάλτη, πιάνω τον εαυτό μου να μονολογεί στα ρουμανικά.

Και αν φτάσω στο σημείο να βρίσω μέσα μου -ξέρεις, όπως όταν χτυπάς το δάχτυλο του ποδιού στη γωνία κάποιου επίπλου- τότε βγαίνουν τα ρωσικά. Εκεί οι βρισιές έχουν άλλη ποιότητα.

Διατηρείς τη δική σου εκδοτική πλατφόρμα (iTravelPoetry) και κάνεις ανεξάρτητο κινηματογράφο. Πόσο εφικτό είναι για έναν νέο δημιουργό στην Ελλάδα σήμερα να επιβιώσει κάνοντας τέχνη αποκλειστικά με τους δικούς του όρους (και πόρους), χωρίς να κάνει εκπτώσεις στο όραμά του;

Δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να είναι τόσο αδιάλλακτος όσον αφορά το όραμα. Σίγουρα πρέπει να γίνονται και συμβιβασμοί. Ενίοτε θα κάνουμε και πράγματα που δε μας αρέσουν ή δε μας εκφράζουν απολύτως. Όμως αυτό είναι μέρος της ρεαλιστικής πραγματικότητας που συχνά έρχεται σε αντιδιαστολή με το ιδεατό.

Αυτό το τελευταίο ίσως είναι ένα στοιχείο που παραλείπουν όσοι θέλουν να βιοποριστούν από την τέχνη τους. Συχνά ξεχνούν πως η καλλιτεχνική αρτιότητα ενός έργου, και το ταλέντο, δεν εξασφαλίζουν την επαγγελματική επιτυχία.

«Για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια οι πρόγονοί μας μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά και λέγανε ιστορίες. Αυτή η συνήθεια έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας»

Με όσους ανθρώπους της τέχνης έτυχε να συναναστραφώ, τραγουδιστές, ηθοποιούς, συγγραφείς παρατήρησα ως κοινό γνώρισμα στους πιο επιτυχημένους από αυτούς, τη διάθεση για αμέτρητες ώρες εργασίας, σε τομείς που δεν αφορούσαν μόνο το έργο τους.

Αυτοί οι τομείς αφορούν το μάρκετινγκ, την επικοινωνία, τη διαφήμιση. Ένας καλλιτέχνης συχνά μπορεί να ξεχάσει πως το έργο του, είναι μόνο το 50% της επιτυχίας. Το άλλο 50% εδράζεται σε βασικές αρχές επιχειρηματικότητας, εάν επιθυμεί να φτάσει σε σημείο που να βιοπορίζεται από αυτό.

Είναι καλό να μην ξεχνάμε πως η εποχή μας, μας δίνει τα μέσα και τα εργαλεία προς αυτήν την κατεύθυνση. Προηγούμενες γενιές δε θα μπορούσαν καν να φανταστούν τα προνόμια και τις δυνατότητες που έχει ένας καλλιτέχνης σήμερα ώστε να αυτενεργήσει.

Πολλά ποιήματά σου, ειδικά από τη συλλογή «Ζητείται Τίτλος», αγαπήθηκαν και διαδόθηκαν μέσα από το διαδίκτυο. Πώς βλέπεις τη σχέση της ποίησης με τα κοινωνικά δίκτυα; Αποτελούν ένα μέσο εκδημοκρατισμού της τέχνης ή ελλοχεύει ο κίνδυνος της γρήγορης και επιφανειακής κατανάλωσης;

Νομίζω πως υπάρχουν ισχυρά επιχειρήματα και για τις δύο πλευρές. Από τη μία, η διάδοση των ποιημάτων μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα έδωσε σε χιλιάδες ανθρώπους την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με την ποίηση.

Άνθρωποι που πιθανότατα δε θα έμπαιναν ποτέ σε ένα βιβλιοπωλείο για να αγοράσουν μια ποιητική συλλογή, διάβασαν ένα ποίημα στην οθόνη τους, ταυτίστηκαν, συγκινήθηκαν και, σε αρκετές περιπτώσεις, άρχισαν να αναζητούν περισσότερη ποίηση.

Με αυτή την έννοια, τα social media λειτούργησαν ως ένας πραγματικός εκδημοκρατισμός της τέχνης. Έκαναν την ποίηση πιο προσβάσιμη και της έδωσαν μια θέση στην καθημερινότητα.

Από την άλλη, όμως, υπάρχει και ένα τίμημα. Η ποίηση είναι ήδη ένας από τους πιο δύσκολους εκδοτικά χώρους, με περιορισμένες πωλήσεις και μικρό αναγνωστικό κοινό. Όταν ένα μεγάλο μέρος μιας συλλογής έχει ήδη κυκλοφορήσει ελεύθερα στο διαδίκτυο, είναι λογικό να αναρωτηθεί κανείς γιατί να αγοράσει το βιβλίο.

Η εμπορική διάσταση της ποίησης αποδυναμώνεται ακόμη περισσότερο, σε έναν χώρο που έτσι κι αλλιώς δε στηρίζεται οικονομικά εύκολα.

Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος της αποσπασματικής κατανάλωσης. Ένα ποίημα εμφανίζεται ανάμεσα σε μια διαφήμιση, ένα αστείο βίντεο και μια είδηση, διαβάζεται σε λίγα δευτερόλεπτα και ο αναγνώστης συνεχίζει αμέσως στο επόμενο περιεχόμενο.

Η ποίηση, όμως, χρειάζεται χρόνο. Χρειάζεται σιωπή, επιστροφή, δεύτερη ανάγνωση. Δε γράφεται για να καταναλωθεί με ένα scroll, αλλά για να μείνει μέσα σου.

Βέβαια, η γρήγορη και εύπεπτη κατανάλωση δεν είναι πρόβλημα μόνο της ποίησης ούτε μόνο των τεχνών. Είναι ένα γενικότερο χαρακτηριστικό της εποχής μας. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο δημιουργός καλείται να βρει μια ισορροπία: να χρησιμοποιήσει τα κοινωνικά δίκτυα ως γέφυρα προς τον αναγνώστη, χωρίς να αφήσει το έργο του να περιοριστεί στη λογική του αλγορίθμου.

Αν ένα ποίημα που διαβάστηκε στο διαδίκτυο γίνει η αφορμή κάποιος να αγοράσει ένα βιβλίο, να έρθει σε μια παρουσίαση ή να αγαπήσει την ποίηση, τότε τα social media έχουν ήδη επιτελέσει έναν ουσιαστικό σκοπό.

Στις ποιητικές σου συλλογές κυριαρχεί η εσωτερικότητα και η μοναχικότητα. Στον κινηματογράφο, εκτίθεσαι σε ένα μεγαλύτερο κοινό και καλείσαι να συντονίσεις δεκάδες ανθρώπους. Πώς γεφυρώνεις μέσα σου αυτούς τους δύο κόσμους;

Πράγματι, η συγγραφή συνήθως απαιτεί μια εσωστρέφεια ενώ η σκηνοθεσία βασίζεται σε συντονισμό και ικανότητα αποτελεσματικής επικοινωνίας της εικόνας που έχει δημιουργηθεί στο μυαλό σου. Αυτό το δεύτερο στοιχείο είναι μια ικανότητα που έπρεπε να καλλιεργήσω.

Όμως αυτό είναι καλό. Το να καταπιανόμαστε με πράγματα που απαιτούν ιδιότητες που δε μας είναι έμφυτες, μας δίνει την ευκαιρία να εξελιχθούμε, να βγούμε εκτός της ζώνης ασφαλείας μας. Είναι ίσως ο καλύτερος και πιο γρήγορος τρόπος να μάθει κάποιος να κάνει κάτι. Απλώς να προχωρήσει στην πράξη, χωρίς να είναι απολύτως έτοιμος (ή και καθόλου).

Θα προκύψουν προβλήματα στην πορεία, στα οποία θα πρέπει να βρει λύσεις. Τα λάθη ενδεχομένως που θα γίνουν, θα έχουν έντονο διδακτικό χαρακτήρα.

«Η ποίηση δε γράφεται για να καταναλωθεί με ένα scroll, αλλά για να μείνει μέσα σου. Χρειάζεται σιωπή, επιστροφή, δεύτερη ανάγνωση»

Έχεις ήδη αγγίξει και το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας στην ταινία μικρού μήκους «Έτοιμη». Νιώθεις την ανάγκη η τέχνη σου να λειτουργεί μόνιμα ως κοινωνικός καθρέφτης; Τι να περιμένουμε από εσένα στο μέλλον;

Τα κοινωνικά ζητήματα είναι αυτά που μου δίνουν το ισχυρότερο δημιουργικό κίνητρο. Δεν πιστεύω ότι η τέχνη έχει υποχρέωση να δίνει απαντήσεις, αλλά σίγουρα μπορεί να θέτει ερωτήματα.

Αν μέσα από μια ταινία ή ένα ποίημα κάποιος αναγνωρίσει τον εαυτό του, νιώσει λιγότερο μόνος ή αποφασίσει να δει ένα κοινωνικό ζήτημα με διαφορετική ματιά, τότε θεωρώ ότι η τέχνη έχει ήδη πετύχει.

Αυτή την περίοδο ολοκληρώνω στο στάδιο του μοντάζ δύο ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους. Το πρώτο αφορά την ενδοοικογενειακή βία, ένα θέμα που με απασχολεί εδώ και χρόνια, ενώ το δεύτερο είναι αφιερωμένο στους δότες μυελού των οστών.

Τα γυρίσματά του πραγματοποιήθηκαν παράλληλα με την περιοδεία προβολών της ταινίας μας Super Story Market, κάτι που του έδωσε μια ιδιαίτερη αμεσότητα.

Πλέον θα έχω την ευκαιρία να διερευνήσω και να παρουσιάσω αυτό το ζήτημα με την αναλυτικότητα που επιτρέπει το είδος του ντοκιμαντέρ. Παράλληλα, εργαζόμαστε για τη δημιουργία μιας πλατφόρμας streaming, καθώς και για τη διοργάνωση ενός διεθνούς φεστιβάλ κινηματογράφου στον πολιτιστικό πολυχώρο του iTravelPoetry, στον θερινό κινηματογράφο που έχουμε δημιουργήσει εκεί.

Είναι ένα όραμα που φιλοδοξεί να φέρει σε επαφή δημιουργούς και κοινό, δίνοντας χώρο σε ανεξάρτητες και κοινωνικά ευαίσθητες κινηματογραφικές φωνές.

Τέλος, βρισκόμαστε ήδη στο στάδιο της προπαραγωγής μιας νέας ταινίας μεγάλου μήκους, βασισμένης στη μικρού μήκους ταινία «Σε Δέκα Λεπτά», η οποία είχε γίνει viral τα προηγούμενα χρόνια. Είναι ένα έργο που πιστεύω ότι έχει ακόμη πολλά να πει και ανυπομονώ να το εξελίξουμε στη μεγάλη οθόνη.

Αν για κάποιο λόγο έπρεπε να αποχωριστείς όλα σου τα εκφραστικά μέσα και να κρατήσεις μόνο μία ιδιότητα – του ποιητή, του σκηνοθέτη ή του εκδότη – ποια είναι αυτή που νιώθεις ότι ορίζει τον αληθινό πυρήνα σου;

Ίσως να μην υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Σίγουρα όπως γνωρίζεις κι εσύ ο ίδιος, ένα υπόβαθρο στη λογοτεχνία, αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα για οποιαδήποτε απόπειρα διήγησης μιας ιστορίας.

Ένα ποίημα, ένα τραγούδι, ένα διήγημα, ένας πίνακας, μια φωτογραφία, μια ταινία, μια παράσταση, ένας χορός, οι ερωτήσεις σε μια συνέντευξη, όλα αποτελούν διαφορετικά οχήματα, με τον ίδιο προορισμό. Έναν προορισμό που είναι βαθιά κωδικοποιημένος στο συλλογικό μας ασυνείδητο.

Για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια οι πρόγονοί μας μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά και λέγανε ιστορίες. Αυτή η συνήθεια έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας.

Έχει τη δύναμη να ψυχαγωγήσει και να εκπαιδεύσει. Να φοβίσει και να καθησυχάσει. Να εμπνεύσει και να αποθαρρύνει. Η λογοτεχνία αποτέλεσε την πρώτη λεπτομερή κωδικοποίηση αυτής της παράδοσης. Όλες οι υπόλοιπες τέχνες, βασίστηκαν σε αρχές που εντοπίζονται στον γραπτό λόγο.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version