Νομίζω πως αν είχαμε μεγαλύτερη πολιτειακή σοβαρότητα και ισχυρότερη μνήμη θα είχαμε προ πολλού ανακηρύξει τον Ιούλιο σε «Μήνα Εθνικής Επίγνωσης».
Σκεφτείτε το. Ηταν Ιούλιος του 1965 όταν εκδηλώθηκε η εκτροπή που οδήγησε τη χώρα σε μια σχεδόν δεκαετή περιπέτεια.
Ξεκίνησε από έναν «ανεύθυνο» (κατά το Σύνταγμα) ανώτατο άρχοντα που οδήγησε σε παραίτηση τον νόμιμο πρωθυπουργό μιας συνταγματικής κυβέρνησης κι επιχείρησε τη διάσπαση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Ηταν τα λεγόμενα «Ιουλιανά» ή «Αποστασία» που εκτροχίασαν την αναιμική (έστω…) κοινοβουλευτική μεταπολεμική δημοκρατία και άνοιξαν τον δρόμο στη δικτατορία του 1967.
Και ήταν Ιούλιος του 1974 όταν μια βαριά εθνική ήττα στην Κύπρο υποχρέωσε τους καραγκιόζηδες δικτάτορες να παραδώσουν την εξουσία και η δημοκρατία αποκαταστάθηκε. Είναι η Μεταπολίτευση που τιμούσαμε χθες.
Μια δημοκρατία που με το πέρασμα του χρόνου εδραιώθηκε, διευρύνθηκε, ενισχύθηκε και πάντως δεν απειλήθηκε ούτε κατά διάνοια από το 1974 έως σήμερα.
Ενας Ιούλιος δηλαδή άνοιξε κι ένας άλλος Ιούλιος έκλεισε μια περιπέτεια που θα μπορούσε να αποτελέσει την επιτομή ενός μαθήματος εθνικής επίγνωσης.
Πολλές δεκαετίες μετά το 1965 είχα την ευκαιρία να θέσω το ερώτημα στον τέως (πλέον) Βασιλέα.
Ομολογώ πως όσο αναλογίζομαι εκείνη τη συνομιλία κι άλλη μία που είχαμε αργότερα δεν μπορώ ακόμη να καταλήξω αν υπερασπιζόταν ή αν αποδοκίμαζε τις επιλογές του.
Επικαλέστηκε βεβαίως «λάθη και λάθος χειρισμούς». Από «πολλές πλευρές».
Από την άλλη δεν νομίζω ότι είχε ακόμη συνειδητοποιήσει πόσο αντιδημοκρατική κι αποσταθεροποιητική ενέργεια ήταν να αντικαταστήσει έναν πρωθυπουργό με τον οποίο είχε συγκρουστεί (τον Γ. Παπανδρέου) με έναν άλλο πρωθυπουργό έστω της ίδιας παράταξης (τον Αθανασιάδη – Νόβα, τον Στεφανόπουλο ή τον Τσιριμώκο) κατασκευάζοντας, σε συνεργασία με την αντιπολίτευση, μια νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Οχι πάντως εκείνη που είχε αναδειχθεί από τις κάλπες.
Ισοδυναμούσε ουσιαστικά με κατάργηση μιας κοινοβουλευτικής δημοκρατίας της οποίας η θεσμική τάξη εννοεί πως ο πρωθυπουργός ως αρχηγός του πλειοψηφικού κόμματος έχει επιλεγεί από τον λαό και έχει την εμπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Με άλλα λόγια, και σε αντίθεση με τη μοναρχία του Λουδοβίκου – Φίλιππου, κανείς δεν μπορεί να διορίσει πρωθυπουργό τον κηπουρό του. Ακόμη περισσότερο δεν μπορεί να διορίζει πλειοψηφία.
Από το 1965 έχουν περάσει φυσικά πολλά χρόνια. Δεν έχουμε πια βασιλιά ούτε δικτάτορες. Το πολιτικό σύστημα δείχνει πιο ώριμο απέναντι σε τέτοιες προκλήσεις. Και το κομματικό σύστημα έχει εδραιώσει τη σημασία του, ακόμη και με προσθαφαιρέσεις.
Μπορεί κανείς να υποθέσει βάσιμα πως θα βρει συνεργασίες και σχήματα που θα του επιτρέψουν να ανταποκριθεί σε κάθε μετεκλογική κατάσταση.
Κι άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σπανίως η προεκλογική ρητορική των κομμάτων μετακομίζει ανέγγιχτη στη μετεκλογική πραγματικότητα.
Φυσικά, την πιο απλή και εύκολη λύση θα μπορούσαν να δώσουν με την ψήφο τους οι ίδιοι οι ψηφοφόροι αναδεικνύοντας μια αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όπως το 2004 ή το 2009 ή το 2019 ή το 2023.
Είναι η πιο συνηθισμένη εκλογική έκβαση σε όλες τις εκλογές από το 1974. Και η πιο σαφής.
Λογικό, επιθυμητό από πολλούς, αλλά δεν είναι απαραίτητα και εφικτό.
Αν υποθέσουμε (σχηματικά) ότι το όριο της αυτοδυναμίας τοποθετείται με το σημερινό εκλογικό σύστημα στο 35%-36%, δεν είναι καθόλου προφανές από τις έως τώρα δημοσκοπήσεις πως κάποιο κόμμα το πλησιάζει.
Θα χρειαστεί κάποια λύση, έστω και ύστερα από δεύτερες εκλογές. Με δύο δεδομένα.
- Πρώτον, ότι αυτή η λύση θα οικοδομηθεί με βάση το πρώτο κόμμα αφού κανένας κυβερνητικός συνδυασμός δεν μπορεί να προκύψει εναντίον του. Ούτε αριθμητικά ούτε πολιτικά.
- Δεύτερον, ότι σε μια ενδεχόμενη κυβέρνηση συνεργασίας την πρωθυπουργία θα αναλάβει κατά την κοινοβουλευτική τάξη ο αρχηγός του πρώτου κόμματος, αν φυσικά το επιθυμεί.
Αυτά τα δεδομένα δύσκολα θα αμφισβητηθούν έως τις εκλογές, οπότε ας τα κρατήσουμε στο μυαλό μας.
Αλλες λύσεις; Μόνο στο επίπεδο της σαχλαμάρας.
Οι κυβερνήσεις «ειδικού σκοπού» είναι για γέλια, ακόμη περισσότερο που δεν υπάρχει κάποιος «ειδικός σκοπός», ενώ δεν βλέπω και πολλούς πρόθυμους να τον υπηρετήσουν.
Ενώ μόνο ηλίθιοι μπορούν να απεργάζονται μια δεύτερη «Αποστασία» υπέρ κάποιας άλλης διευθέτησης ή άλλης πλειοψηφίας.
Δεν ξέρω αν υπάρχουν υποψήφιοι να την υπηρετήσουν, αλλά δεν βλέπω και πολύ στρατό πρόθυμο να την επιβάλει. Αλλωστε μας τελείωσε προ πολλού κι ο «ανεύθυνος ανώτατος άρχων» για να κάνει παιχνίδι.
Ολα αυτά συνιστούν απλώς σενάρια εκτροπής νοσηρών εγκεφάλων, τα οποία η δημοκρατία μας μπορεί με ευκολία να αποκρούσει.
Δεν χρειάζεται να σταθούμε περισσότερο.
Αλλά πίσω στην κρίση του 1965. Είχα πάντα την απορία όχι ποιοι συντάχθηκαν αυτονόητα με τον πρωθυπουργό αλλά ποιοι έσπρωξαν σε μια ανόητη σύγκρουση τον βασιλιά.
Το κακό του το κεφάλι, θα μου πείτε. Αλλά ίσως η εξήγηση δεν αρκεί. Υπήρχε επίσης μια καμαρίλα αυλικών, κάποιοι ανόητοι επιχειρηματίες και ίσως λιγότεροι πολιτικοί από όσους φανταζόμαστε.
Δεκαετίες αργότερα είχα την τύχη να συνομιλήσω με τους περισσότερους πρωταγωνιστές της εποχής – όσους πρόλαβα εν ζωή κι είχαν την ευγένεια να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους μαζί μου.
Εντυπωσιάστηκα από την άρνησή τους να αποδεχτούν συμμετοχή, ακόμη και απλή γνώση των γεγονότων και των διεργασιών που οδήγησαν σε αυτά.
«Ακουγα», «μου έλεγαν», «νόμιζα», «πίστευα»… Μια ατελείωτη κι ανεπιβεβαίωτη φημολογία κι αοριστολογία.
Φυσικά, δεν είμαι αφελής. Κανείς δεν θα παραδεχτεί εύκολα, ακόμα λιγότερο θα διεκδικήσει, τη συμμετοχή του σε ένα φιάσκο.
Αλλά κυρίως με ενδιαφέρει η αποδοχή της ιστορικής βεβαιότητας ότι ήταν ένα φιάσκο.
Το οποίο η δημοκρατία τιμώρησε. Και εμάς μαζί του.
