Το βαρύ κόστος των megafires

Οι φωτιές, λένε, σβήνονται πολύ πριν ξεσπάσουν. Οι πιο τολμηροί επιμένουν ότι σβήνονται ήδη από τον χειμώνα. Απομένει, λοιπόν, να αναλογιστούμε πόσο νωρίτερα πρέπει να αρχίζει η πρόληψη όταν μιλάμε για megafires.

Η κλιματική κατάρρευση δίνει πια πρωτόγνωρες διαστάσεις σε κάθε απειλή. Οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν, οι περίοδοι ξηρασίας παρατείνονται, οι άνεμοι δυναμώνουν και οι εκτάσεις που παραδίδονται στη φωτιά μεγαλώνουν. Μαζί τους μεγαλώνουν και οι ίδιες οι πυρκαγιές. Οι λεγόμενες megafires εξαπλώνονται με πρωτοφανή ταχύτητα και μπορούν, μέσα σε λίγες ώρες, να μετατρέψουν ένα φυσικό φαινόμενο σε κοινωνική, οικονομική και, ενίοτε, εθνική κρίση.

Για την Ελλάδα, αυτή η απειλή έχει ήδη αποκτήσει πολύ συγκεκριμένο και οδυνηρό περιεχόμενο. Η χώρα γνωρίζει εδώ και πολλά χρόνια το βαρύ κόστος που συνεπάγονται οι πυρκαγιές για τον φυσικό της πλούτο, σε πείσμα μιας δημόσιας συζήτησης που συχνά προσεγγίζει τις φυσικές καταστροφές με όρους προεκλογικής αντιπαράθεσης και, εσχάτως, αναρωτιέται αν οι πυρκαγιές, πολλώ δε μάλλον οι μεγάλες, εντάσσονται στους πολιτικούς υπολογισμούς για τον χρόνο διεξαγωγής των εκλογών.

Τον Αύγουστο του 2023, ωστόσο, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πραγματική megafire και βίωσε με τον πιο σκληρό τρόπο ένα φαινόμενο που έως τότε είχε συνηθίσει να παρακολουθεί κυρίως στο εξωτερικό, τρομακτικό μεν, αλλά ξένο και μακρινό. Η πυρκαγιά του Έβρου, η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί έως σήμερα στην Ελλάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2000, άφησε πίσω της 942.500 καμένα στρέμματα, από τα οποία τα 800.340 ήταν δασικές εκτάσεις.

Η αλλαγή κλίμακας των πυρκαγιών αποτελεί, ως έναν βαθμό, απόρροια της κλιματικής κρίσης, η οποία, όμως, δεν μπορεί να λειτουργεί ως βολικό άλλοθι, ιδίως σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη προσφέρει νέα εργαλεία πρόβλεψης, επιτήρησης και αποτελεσματικότερης επιχειρησιακής αντιμετώπισης και κατάσβεσης.

Η φωτιά έχει αλλάξει κλίμακα και μαζί της πρέπει να αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζουμε την πρόληψη και την προστασία, με φροντίδα των δασών όλο τον χρόνο, αξιοποίηση της βιομάζας, θωράκιση των οικισμών, ανθεκτικές υποδομές και διαρκή ετοιμότητα των τοπικών κοινωνιών.

Αυτός ο νέος τρόπος σχεδιασμού απαιτεί, την ίδια στιγμή, μια ενιαία προσέγγιση που συνδέει την πολιτική προστασία με τη χωροταξία, την αγροτική ανάπτυξη, την ενέργεια, τη δημόσια υγεία και τον τουρισμό.

Κράτος, αυτοδιοίκηση, επιστήμονες, πυροσβέστες και πολίτες καλούνται να λειτουργήσουν ως κρίκοι της ίδιας αλυσίδας, σε μια προσπάθεια που διαρκεί όλο τον χρόνο και επενδύει σταθερά στην πρόληψη.

Μια τέτοια προσπάθεια, ωστόσο, χρειάζεται να αποκτήσει και ευρωπαϊκό και διεθνές βάθος. Κοινά δεδομένα, κοινή εκπαίδευση, διαλειτουργικά μέσα και ταχεία κινητοποίηση δυνάμεων μπορούν να μετατρέψουν την αλληλεγγύη σε οργανωμένη πολιτική ασφάλειας.

Η Μεσόγειος, αντί να αντιμετωπίζεται μόνο ως ένα διαρκώς θερμό κλιματικό hotspot, μπορεί να εξελιχθεί σε πεδίο μιας νέας συμμαχίας ανθεκτικότητας, με την Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της έκθεσής της στη μεσογειακή κλιματική πίεση, να διεκδικεί ουσιαστικό ρόλο.

Οι φωτιές, λένε, σβήνονται πολύ πριν ξεσπάσουν. Οι πιο τολμηροί επιμένουν ότι σβήνονται ήδη από τον χειμώνα. Απομένει, λοιπόν, να αναλογιστούμε πόσο νωρίτερα πρέπει να αρχίζει η πρόληψη όταν μιλάμε για megafires.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version