Στις 23 Ιουλίου 1996, η Αλίκη Βουγιουκλάκη έφυγε από τη ζωή, τρεις ημέρες μετά τα γενέθλιά της. Η Ελλάδα αποχαιρετούσε την «εθνική της σταρ» και μαζί της μια ολόκληρη εποχή, όταν το θέατρο, ο κινηματογράφος και ο Τύπος διαμόρφωναν τα πρότυπα μιας ολόκληρης κοινωνίας και οι μεγάλες προσωπικότητες της σκηνής και της οθόνης γίνονταν κομμάτι της καθημερινότητας των ανθρώπων.

Πλήθος κόσμου συνοδεύει τη νεκροφόρα με τη σορό της Αλίκης Βουγιουκλάκη, μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία στη Μητρόπολη Αθηνών.
Επί τέσσερις δεκαετίες η Αλίκη κατάφερνε να είναι συνεχώς στο προσκήνιο με πρωταγωνιστικούς ρόλους στον κινηματογράφο, στο θέατρο, στα πρωτοσέλιδα, σε διαφημίσεις και αργότερα στην τηλεόραση. Το χαμόγελο, η φωνή, οι κινήσεις, οι ρόλοι της είχαν κατακτήσει το κοινό δημιουργώντας μια πρωτοφανή απήχηση.
Οι θεατές μεγάλωναν με τις ταινίες της, ερωτεύονταν μέσα από τις κινηματογραφικές ιστορίες της και αναγνώριζαν στο πρόσωπό της την αισιοδοξία, τις προσδοκίες, αλλά και τις αντιφάσεις της μεταπολεμικής Ελλάδας, που προσπαθούσε να επουλώσει τα τραύματα του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου.
Στις 24 Ιουλίου 1996, μια ημέρα μετά τον θάνατό της, «ΤΑ ΝΕΑ» δημοσιεύουν ένα εκτενές αφιέρωμα με τίτλο «Αλίκη: Μια ζωή σαν παραμύθι». Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος σπεύδει να εξετάσει το φαινόμενο «Αλίκη» σε άμεση σύνδεση με την εποχή που το δημιούργησε:
«Πολλοί λίγοι ασχολήθηκαν σοβαρά με το φαινόμενο Βουγιουκλάκη και πολλοί λίγοι κατενόησαν πως η γυναίκα αυτή κατέστη, εκούσα άκουσα, ιδεολόγημα μιας ολόκληρης γενιάς, της μεταπολεμικής, της οποίας υπήρξε αυθεντικό αποτύπωμα, ουσιώδες χαρακτηριστικό γνώρισμα και απαραίτητο εργαλείο ερμηνείας.
»Όποιος δεν κατενόησε τον ρόλο που η εποχή επεφόρτισε στην Αλίκη να παίξει, δεν κατενόησε ούτε την επιφάνεια ούτε το βάθος της μεταβατικής εποχής που για πενήντα ολόκληρα χρόνια, δυστυχώς, διέρχεται ο τόπος».
«Η Αλίκη γεννιέται στη χώρα των τραυμάτων»
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου 1934 στο Μαρούσι. Ήταν το πρώτο από τα τρία παιδιά του Γιάννη και της Έμμυς Βουγιουκλάκη.
Στο αφιέρωμα των «ΝΕΩΝ», η γέννησή της παρουσιάζεται σαν την έναρξη μιας παραμυθένιας κινηματογραφικής αφήγησης:
«Αθήνα, μεσοπόλεμος, 1934. Η γιαγιά της, βέρα Μανιάτισσα, βάζει πλάι στην κούνια του νεογέννητου τρία πιατάκια με γλυκό κουταλιού. Στο ένα έβαλε βύσσινο, στο άλλο νεραντζάκι και στο τρίτο βανίλια, για να φάνε οι μοίρες και να’ ναι καλές με το κοριτσάκι.
»Και πράγματι, την άλλη μέρα το πρωί τα πιατάκια ήτανε άδεια κι όλοι είπανε οι μοίρες φάγαν τα γλυκά και θα’ ναι καλές με το Αλικάκι.
– Ποιος έφαγε τα γλυκά;
– Ο χρόνος, που είναι τόσο καλός κι ευγενικός μαζί μου, έλεγε η Αλίκη, όταν διηγείτο αυτή την ιστορία.
»Πράγματι, οι μοίρες δεν ήσαν τόσο καλές μαζί της. Γιατί η μικρή Αλίκη δεν ήταν πολύ τυχερή».
Η απώλεια και η αποκατάσταση
Ο πατέρας της, δικηγόρος και νομάρχης Αρκαδίας, δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών, όταν εκείνη ήταν ακόμη παιδί.
Ο Γεωργουσόπουλος συνέδεε την αγωνιστικότητά της με εκείνη την πρόωρη απώλεια:
«Η Αλίκη Βουγιουκλάκη ήταν παιδί της Κατοχής και του Εμφυλίου. Κόρη αξιωματικού και Μανιάτη, μεγάλωσε μέσα σε μια πατροπαράδοτα συντηρητική οικογένεια. Το ότι έχασε τον πατέρα της, θύμα της εκατέρωθεν μισαλλοδοξίας, των Δεκεμβριανών, σε ηλικία δέκα χρόνων εντείνει το πρόβλημα και το καθιστά πλέον τυπικό για τη μετακατοχική και εμφυλιακή Ελλάδα».
Ως πρωτότοκη ανέλαβε από νωρίς έναν ρόλο μεγαλύτερο από την ηλικία της. Η καριέρα έγινε ένας τρόπος να προστατεύσει την οικογένεια, να αποκαταστήσει την ασφάλεια που είχε χαθεί και να αντιμετωπίσει το παιδικό τραύμα.

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ»,13.1.1993, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Η κλίση της προς την υποκριτική φάνηκε πολύ νωρίς. Όταν τα άλλα παιδιά έπαιζαν με κούκλες, η μικρή Αλίκη στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη, έπαιρνε πόζες και δοκίμαζε κινήσεις και εκφράσεις. Ξεχώριζε στις σχολικές παραστάσεις, ενώ ένας από τους πρώτους της ρόλους στο Γυμνάσιο ήταν στις «Βραχνάδες» του Σωτήρη Σκίπη.

«ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ»,13.1.1993, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
«Αν δεν γίνω ηθοποιός, δεν θα γίνω τίποτε άλλο»
Η απόφασή της να ακολουθήσει το θέατρο ήταν απόλυτη. «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 28ης Ιουλίου 1996 δημοσιεύει μια ανέκδοτη συνέντευξη του Θανάση Λάλα με την Αλίκη κατά την οποία προέκυψε μια τηλεφωνική συνομιλία με τη μητέρα της:
«Συνάντηση για συνέντευξη στο σπίτι της Αλίκης.
– Η μητέρα σου ήθελε να γίνεις ηθοποιός;
“Δεν είναι καλύτερα να πάρουμε τη μητέρα μου ένα τηλέφωνο να σου πει η ίδια τι ήθελε για μένα;”.
– Γιατί όχι… Μήπως την ενοχλήσουμε;
[…]
»Μητέρα: “Aπό μικρό παιδί είχε το ταλέντο. Στο σχολειό ήταν πρώτη, στις θεατρικές εκδηλώσεις και στις παραστάσεις… Όλοι οι καθηγητές της μου λέγανε: ‘Ασ’ το το παιδί να κάνει ό,τι θέλει… Αυτό το παιδί θ’ ανέβει πολύ ψηλά.
»Και όταν τελείωσε το Γυμνάσιο μου λέει: ‘Μαμά, θα πάω στη δραματική σχολή, θέλω να γίνω ηθοποιός’.
»Έδωσε εξετάσεις στο Εθνικό Θέατρο, επειδή εγώ αντιδρούσα, εν αγνοία μου. Κι όταν με πήραν τηλέφωνο οι καθηγητές να με συγχαρούν επειδή μπήκε πρώτη, εγώ έκανα ότι το ήξερα και τους είπα ‘ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ’”».

Η Αλίκη μπήκε στη Σχολή του Εθνικού Θεάτρου το 1952. Εκεί μαθήτευσε κοντά στον Δημήτρη Ροντήρη, έναν από τους αυστηρότερους και σημαντικότερους θεατρικούς δασκάλους της εποχής.
Το κλασσικό θέατρο
Σύμφωνα με τον Γεωργουσόπουλο, ο Ροντήρης μιλούσε για μια μαθήτρια με «ζήλο πρωτοφανή, πειθαρχία αξιοσημείωτη, πρόοδο λαμπρή.
»Ο Ροντήρης έλεγε πως η στόφα της ήταν για πολύ σημαντικά πράγματα και, όταν, σπάνια, τη συναντούσε, τη μάλωνε τρυφερά γιατί εγκατέλειψε μια σίγουρη καριέρα στο κλασικό δραματολόγιο.Έβρισκε πως είχε θαυμάσιο ένστικτο, δαιμόνια φαντασία, φρεσκάδα μέσων και φωνή καλλιεργημένη».
Πριν ακόμη τελειώσει τη σχολή, το 1954, της εμπιστεύθηκε ρόλο στον «Κατά φαντασίαν ασθενή» του Μολιέρου, δίπλα στον Χριστόφορο Νέζερ. Λίγο αργότερα αντικατέστησε την Άννα Συνοδινού στον «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα», δίπλα στον Χατζίσκο, στο θέατρο του Βασιλικού Κήπου.
Η μεταγενέστερη κυριαρχία της στον κινηματογράφο, συχνά επισκίασε εκείνα τα πρώτα θεατρικά χρόνια. Ωστόσο, όπως σημείωνε ο Γεωργουσόπουλος, στο θέατρο και μάλιστα στο κλασικό ρεπερτόριο «μέστωσε, έλαμψε και εγκαινίασε την καριέρα της».
Στην πορεία, καθιερώθηκε ως πρωταγωνίστρια από τον Κώστα Μουσούρη. Αργότερα έγινε η ίδια θιασάρχης και παρέμεινε στην κορυφή του ελληνικού θεάτρου επί δεκαετίες:
«Τριάντα χρόνια συνεχή και συχνά για δύο σεζόν τον χρόνο, η Βουγιουκλάκη ήταν θιασάρχης […] Ίδρυσε και καθιέρωσε θέατρα (θερινό «Αλίκης» – «Αλίκη»), περιόδευσε στην Ελλάδα και το εξωτερικό, παράλληλα με τη γιγαντιαία κινηματογραφική της καριέρα.
Η επιτυχία που ήρθε «σαν καταιγίδα»
Τη δεκαετία του 1950 ο ελληνικός κινηματογράφος αναπτυσσόταν ραγδαία και αναζητούσε τους δικούς του πρωταγωνιστές. Η Αλίκη βρέθηκε μπροστά στον φακό, όπως πολλοί ηθοποιοί της γενιάς της, αρχικά και για οικονομικούς λόγους. Πολύ σύντομα, όμως, ταυτίστηκε με την κινηματογραφική βιομηχανία.
Ο Φρέντυ Γερμανός θυμόταν το κορίτσι που είχε γνωρίσει στο Μαρούσι το 1953:
«Την έλεγαν Αλίκη Βουγιουκλάκη. Αυτό είναι το αληθινό της όνομα. Για ένα μικρό διάστημα, θυμάμαι, είχε γίνει Λόλα Βουγιουκλάκη. Ευτυχώς ξαναγύρισε στο Αλίκη […] μια Αλίκη χαμένη στη χώρα των θαυμάτων.
»Η επιτυχία ήρθε σαν την καταιγίδα, την έκανε εθνική σταρ. Και όλα έγιναν από τη μια μέρα στην άλλη».

Πρωτοσέλιδο του περιοδικού «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» της 1ης Μαΐου 1970.
Το νεανικό πρόσωπο, η έντονη εκφραστικότητα και η ικανότητά της να επικοινωνεί άμεσα με το κοινό την έκαναν ιδανική πρωταγωνίστρια για τις ιστορίες που αφηγούνταν τότε το ελληνικό σινεμά. Ιστορίες κοινωνικής ανόδου, νεανικού έρωτα, υπέρβασης των ταξικών εμποδίων, πάντοτε με ένα αισιόδοξο τέλος.
Η Αλίκη έγινε το φτωχό κορίτσι που κατακτούσε τη ζωή, η μαθήτρια που επαναστατούσε, η εργαζόμενη που ερωτευόταν, η γυναίκα που μπορούσε να παραμένει συγχρόνως ανεξάρτητη και αποδεκτή από τη συντηρητική κοινωνία.
Ο Γεωργουσόπουλος έγραφε ότι, σε αντίθεση με άλλους ηθοποιούς που διατήρησαν μια απόσταση από το σινεμά, «η Βουγιουκλάκη αφομοιώθηκε»:
«Έγινε η ουσία της κινηματογραφικής ελληνικής βιομηχανίας. Και εξέφρασε την εποχή της και τα σύνδρομά της. Είναι ανοησία να φορτώνουμε σε μιαν ηθοποιό την ευθύνη για την εικόνα της εποχής της. Η εποχή συντηρεί και προβάλλει τα πρότυπά της στις καλλιτεχνικές μορφές».
Η δημιουργία της «εθνικής σταρ»
Η τεράστια δημοτικότητά της δε στηρίχθηκε μόνο στο ταλέντο ή στην κινηματογραφική της παρουσία. Η Αλίκη αντιλήφθηκε νωρίς τη δύναμη της δημόσιας εικόνας και φρόντισε με επιμονή κάθε πλευρά της.
Η Βουγιουκλάκη γνώριζε πώς να διαχειρίζεται τον Τύπο, πώς να συντηρεί το ενδιαφέρον του κοινού και πώς να μετατρέπει ακόμη και τις συζητήσεις για την ηλικία, τις σχέσεις ή την εμφάνισή της σε μέρος του μύθου της.
Στις 13 Ιανουαρίου 1993 ο Β. Καββαθάς γράφει στο περιοδικό «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ», με αφορμή τη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει η Αλίκη στον Νίκο Χατζηνικολάου ότι όλες οι συνεντεύξεις της ηθοποιού που «έχουν πάνω τους την ένδειξη “εκ βαθέων”, στην πραγματικότητα είναι «ρηχές»:
«Γιατί η Α.Β. “μάνα” στις δημόσιες σχέσεις, κατάφερνε πάντα να την πάει τη συζήτηση εκεί που ήθελε. Όταν μάλιστα κάποιος ενημερωμένος συνάδελφος την οδηγούσε στα βαθιά, εκείνη τον τραβούσε στα ρηχά, για να μη βουλιάξουν, όπως έλεγε».

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη καλεσμένη στην τηλεοπτική εκπομπή «Πρωινός Καφές» του ΑΝΤ1.
Η προσωπική ζωή και μοναξιά
Αναπόσπαστο μέρος της δημόσιας εικόνας της υπήρξε η σχέση της με τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ. Η συνύπαρξή τους δημιούργησε ένα από τα δημοφιλέστερα ζευγάρια της ελληνικής οθόνης. Το κινηματογραφικό ειδύλλιο μεταφέρθηκε στη ζωή, ο γάμος τους έγινε δημόσιο γεγονός και η γέννηση του γιου τους, Γιάννη, συμπλήρωσε την εικόνα μιας οικογένειας που το κοινό θεωρούσε σχεδόν δική του.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ με τον νεογέννητο γιο τους, Γιάννη.
Πίσω από την εικόνα, όμως, η σχέση ήταν ταραχώδης. Ο χωρισμός τους απασχόλησε επί χρόνια τον Τύπο, ενώ η ίδια, όταν ερωτήθηκε κάποτε για τον σημαντικότερο άνδρα της ζωής της, φέρεται να απάντησε:
«Ο άνδρας της ζωής μου είμαι εγώ».

Πρωτοσέλιδο του περιοδικού «ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ» της 9ης Αυγούστου 1984.
«Εδώ μ’ αγαπάει όλη η Ελλάδα»
Στη συνομιλία της με τον Θανάση Λάλα η μητέρα της επέμενε ότι η Αλίκη θα έπρεπε να έχει δίπλα της έναν άνθρωπο που θα της πρόσφερε αγάπη, στοργή και ξεκούραση. Εκείνη απαντούσε αρχικά με χιούμορ:
«Καλέ, εδώ μ’ αγαπάει όλη η Ελλάδα… έναν συγκεκριμένο θες εσύ;».
Η Έμμυ Βουγιουκλάκη, όμως, εξηγούσε:
«Όλη η Ελλάδα την αγαπάει διαφορετικά… Εγώ ήθελα έναν άνθρωπο πλάι της, δίπλα της, που να τη λατρεύει σαν άνθρωπο με τα ελαττώματά του και τις αδυναμίες του».
Η Αλίκη ήταν απόλυτη:
«Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να με κάνει ευτυχισμένη… Γι’ αυτό καλύτερα μόνη μου».
Και όταν αναρωτήθηκε σε ποιον είχε πραγματικά λείψει μέσα στα χρόνια της αδιάκοπης εργασίας:
«Τελικά σε ποιον περίσσεψα… ποιος με χόρτασε;».
Η μητέρα της απαντούσε:
«Ίσως οι ξένοι…».
Το τέλος
Το καλοκαίρι του 1996, η ασθένειά της έγινε γνωστή και οι μετακινήσεις της για θεραπείες παρακολουθούνταν στενά από τον Τύπο. Ακόμη και τότε, προσπαθούσε να διατηρήσει τον έλεγχο της δημόσιας εικόνας της και να καθησυχάζει το κοινό της.
Στις 23 Ιουλίου 1996, η Αλίκη Βουγιουκλάκη πέθανε.

Η νεκρώσιμη πομπή της Αλίκης Βουγιουκλάκη στους δρόμους της Αθήνας, ανάμεσα σε πλήθος κόσμου.
Η είδηση προκάλεσε συγκίνηση σε ολόκληρη τη χώρα. Το κοινό της, «οι ξένοι», όπως τους χαρακτήρισε η μητέρα της, άνθρωποι κάθε ηλικίας έχασαν ένα πρόσωπο οικείο, κάποιον που υπήρχε σταθερά στις ζωές τους, έστω μέσα από μια κινηματογραφική οθόνη.

Πλήθος κόσμου έξω από τη Μητρόπολη Αθηνών για το λαϊκό προσκύνημα της Αλίκης Βουγιουκλάκη, υπό ισχυρή αστυνομική παρουσία.
Εκείνο το «κοντό κοριτσάκι με τα μαύρα μάτια», όπως έγραφε το αφιέρωμα των «ΝΕΩΝ», είχε γίνει «η μόνη σταρ με τέτοια και τόση εμπορική απήχηση». Είχε στηρίξει την εγχώρια κινηματογραφική βιομηχανία και είχε ανακηρυχθεί «εθνική σταρ».
