Υπάρχουν εκείνοι που αγαπούν το air conditioner – με αγάπη ίσως υπερβολικότερη κι από αυτή του φερώνυμου τραγουδιού της Άννας Βίσση.
Υπάρχουν και οι άλλοι, αυτοί που μισούν το air conditioner, αποτάσσονται μετά βδελυγμίας το μικροκλίμα που δημιουργεί και προτιμούν ως άλλοι εξ αίματος απόγονοι του Ιώβ να υποφέρουν τον καύσωνα –μετουσιωμένο δηλαδή σε καντάρια ιδρώτα σε κάθε σπιθαμή του σώματός τους– από το να πατήσουν το κουμπί έναρξης λειτουργίας του κλιματιστικού.
Πιθανότατα μόνο μια λέξη μπορεί να περιγράψει τη σχέση των πολιτών του λεγόμενου πρώτου κόσμου με το air conditioner: το αγαπομίσος.
Κι αφού όλοι λίγο-πολύ τρέφουμε πια –θετικά ή αρνητικά, αλλά σε κάθε περίπτωση έντονα– αισθήματα για ένα μηχάνημα που κάνει τη ζωή μας υποφερτή και ανυπόφορη μαζί, ίσως είναι η καταλληλότερη στιγμή, πριν ο καύσωνας μετά τη δυτική Ευρώπη ενσκήψει και στα καθ’ ημάς, να μάθουμε την πολυκύμαντη και ακροθιγώς περιπετειώδη ιστορία του.
Air conditioner; Φωτιά θα πέσει να μας κάψει
Πολύ πριν η τεχνητή δροσιά γίνει θέμα ενός απλού διακόπτη, η ιδέα της αντιμετωπιζόταν ως μια μορφή επιστημονικής ύβρεως, αλλά και σαν προσπάθεια του ανθρώπου να πάει ενάντια στο θέλημα του Θεού, μεταβάλλοντας το κλίμα.

Αν και το 1748 ο Σκωτσέζος καθηγητής William Cullen είχε αποδείξει στο εργαστήριό του ότι η εξάτμιση υγρών σε περιβάλλον κενού παράγει ψύξη, χρειάστηκε να περάσει ένας αιώνας για να επιχειρήσει κάποιος να εφαρμόσει την ιδέα στην πράξη. Χωρίς, βεβαίως, να πείσει την εποχή του.
Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο John Gorrie, ένας γιατρός στο Apalachicola της Φλόριντα, έβλεπε τους ασθενείς του να πεθαίνουν κατά εκατοντάδες από τον κίτρινο πυρετό και την ελονοσία. Μέσα στην υγρή, αποπνικτική ζέστη του αμερικανικού Νότου, ο Gorrie πίστευε ότι ο δροσερός αέρας θα μπορούσε να είναι το κλειδί για τη θεραπεία τους.
Με πίστη στην ιδέα του και επιμονή, κατασκεύασε μια περίπλοκη ατμομηχανή που συμπίεζε τον αέρα και παρήγαγε πάγο, καταφέρνοντας έτσι να δροσίσει τους θαλάμους των ασθενών του.
Θα περίμενε κανείς ότι μια τέτοια εφεύρεση θα έπρεπε να του είχε εξασφαλίσει την αιώνια ευγνωμοσύνη της ανθρωπότητας. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι ο γιατρός από τη Φλόριντα λοιδορήθηκε όσο λίγοι και πολεμήθηκε μέχρις εσχάτων.
Οι πανίσχυροι «βαρόνοι του πάγου» του αμερικανικού Βορρά, που πλούτιζαν κόβοντας φυσικό πάγο από τις παγωμένες λίμνες και πουλώντας τον πανάκριβα στον Νότο, είδαν τη μηχανή του Gorrie ως θανάσιμη απειλή για το κέρδος τους.
Εξαπέλυσαν μια λυσσαλέα εκστρατεία λάσπης εναντίον του, παρουσιάζοντάς τον στον Τύπο ως έναν τρελό, αιρετικό επιστήμονα που προσπαθούσε να ανταγωνιστεί τον Θεό δημιουργώντας τεχνητό πάγο.

Η κοινή γνώμη, παραδομένη σε πουριτανικές προκαταλήψεις και fake news (παλιά της τέχνη), του γύρισε την πλάτη.
Ο Gorrie, ανίκανος να βρει χρηματοδότηση και συντετριμμένος από τον πόλεμο της αγοράς, πέθανε το 1855 εντελώς μόνος και απένταρος, αφήνοντας πίσω του μια εφεύρεση που άλλαξε τον κόσμο, αλλά κατέστρεψε τον δημιουργό της.
Μια κατά λάθος εφεύρεση που την είπαν air conditioner
Η τεχνητή δροσιά χρειάστηκε να περιμένει άλλα πενήντα χρόνια για να δικαιωθεί. Και όταν το έκανε, δε συνέβη για να σωθούν ανθρώπινες ζωές, αλλά για να προστατευτούν τα κέρδη μιας εκτυπωτικής εταιρείας.
Το καλοκαίρι του 1902, η Sackett-Wilhelms Lithographing and Publishing Company στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης βρισκόταν στα πρόθυρα χρεοκοπίας.
Η ακραία καλοκαιρινή υγρασία έκανε το χαρτί να συμπεριφέρεται σαν ζωντανός οργανισμός: διαστελλόταν και συστελλόταν διαρκώς. Τα χρώματα δεν ευθυγραμμίζονταν ποτέ στα πιεστήρια, οι εικόνες έβγαιναν παραμορφωμένες και τόνοι κατεστραμμένου χαρτιού κατέληγαν στα σκουπίδια.

Τότε εμφανίστηκε ο Willis Carrier. Ένας 25χρονος φέρελπις μηχανικός που συνέλαβε μια απλή ιδέα: αν μπορούσε να ψύξει τεχνητά τον αέρα, αυτός θα αναγκαζόταν να αποβάλει την υγρασία του.
Στις 17 Ιουλίου 1902 εγκατέστησε στη Sackett-Wilhelms μια μηχανή που έκανε ακριβώς αυτό. Μπορεί μάλιστα να μην είχε κατά νου τη βελτίωση των συνθηκών δουλειάς των εργατών, όμως όταν η μηχανή τέθηκε σε λειτουργία, οι υπάλληλοι συνειδητοποίησαν ότι, πέρα από τη σταθεροποίηση του χαρτιού, ο αέρας γύρω τους είχε γίνει δροσερός. Ήταν σχεδόν μαγικό.
Από τα εργοστάσια στην υπηρεσία του Χόλιγουντ
Για σχεδόν δύο δεκαετίες το «κατασκευασμένο κλίμα» αφορούσε αυστηρά τη βιομηχανία. Το πρωτοποριακό σύστημα τοποθετήθηκε σε εργοστάσια υφασμάτων και στις εγκαταστάσεις της Barber Creamery (το πρώτο κλιματιζόμενο γαλακτοκομείο) το 1916.

Το τεχνολογικό άλμα που έβγαλε το κλιματιστικό από τα εργοστάσια και το έφερε στο ευρύ κοινό έγινε το 1922 με την εφεύρεση μιας συσκευής πολύ μικρότερης σε μέγεθος, ασφαλέστερης και πιο ισχυρής, που μπορούσε να δροσίσει τεράστιους χώρους.
Το 1925, ο Carrier τοποθέτησε τον συμπιεστή του στο Madison Square Garden (διατηρώντας τον πάγο του χόκεϊ τέλειο ενώ δρόσιζε τους θεατές) και στο θέατρο Rivoli της Νέας Υόρκης.
Εκείνο το σαββατοκύριακο της Memorial Day άλλαξε την καθημερινότητα των Νεοϋορκέζων αλλά και τον ρου του κινηματογράφου.
Οι θεατές πλήρωναν πλέον εισιτήριο όχι για να παρακολουθήσουν κάποιο φιλμ, αλλά για να φορέσουν –περιχαρείς– ζακέτες τον Ιούλιο. Οι παγωμένες αίθουσες γέννησαν τη χρυσή εποχή του Χόλιγουντ και την έννοια του καλοκαιρινού blockbuster που συνεχίζεται έως σήμερα (βλ. «Οδύσσεια» του Νόλαν), καθώς μεγάλες παραγωγές άρχισαν να τοποθετούν τις πρεμιέρες τους το καλοκαίρι.

Όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η τεχνολογία του Carrier στρατεύτηκε κι αυτή. Τα συστήματα ψύξης εξασφάλισαν την αποδοτική παραγωγή στα αμερικανικά εργοστάσια πυρομαχικών, ενώ τα ψυγεία της εταιρείας χρησιμοποιήθηκαν στο μέτωπο, εγγυώμενα την ασφαλή συντήρηση των τροφίμων για τους στρατιώτες που πολεμούσαν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις εστίες τους.
Το λαϊκό κεκτημένο του κλιματισμού
Η μεγάλη έκρηξη του κλιματιστικού ήρθε μεταπολεμικά. Βέβαια, ο δρόμος προς την ιδιωτική δροσιά δεν ήταν ανοιχτός και προσβάσιμος για όλους.
Όταν το 1931 κυκλοφόρησαν οι πρώτες μονάδες που μπορούσαν να τοποθετηθούν σε περβάζι παραθύρου, η τιμή τους κυμαινόταν από 400 έως 600 δολάρια. Εν μέσω Μεγάλης Ύφεσης, αυτό αντιστοιχούσε σε περίπου 10.000 σημερινά δολάρια — αγοράζοντας δηλαδή ένα κλιματιστικό, ξόδευε κανείς όσα θα έδινε για ένα αξιοπρεπές αυτοκίνητο της εποχής. Το air conditioner ήταν το απόλυτο status symbol της ελίτ.

Ήδη, πάντως, από την Παγκόσμια Έκθεση του 1939, εκατομμύρια επισκέπτες είχαν μπει στο περίφημο «Ιγκλού του Αύριο» του Carrier και είχαν βιώσει την απόκοσμη αλλά καλοδεχούμενη δροσιά, προσδοκώντας τη μέρα που θα την απολάμβαναν στο σαλόνι τους.
Όταν οι γραμμές παραγωγής πολεμικού υλικού μετατράπηκαν σε εργοστάσια οικιακών συσκευών τη δεκαετία του ’50, οι μικρές μονάδες παραθύρου μπήκαν μαζικά στα αμερικανικά σπίτια. Ακόμα κι έτσι, με κόστος γύρω στα 300 δολάρια (περίπου 3.500 σημερινά, συχνά δηλαδή πάνω από έναν ολόκληρο μισθό της εποχής), η αγορά γινόταν συνήθως με δόσεις.
Το ογκώδες κουτί που εξείχε από το παράθυρο της πρόσοψης λειτουργούσε ως δήλωση οικονομικής ευμάρειας προς τη γειτονιά.
Το ’50 το κλιματιστικό σταμάτησε να είναι μια ακόμα ηλεκτρική συσκευή και έγινε ρυθμιστής της πολεοδομίας αλλά και της γεωγραφίας.

Το 1952, η τεχνολογία του Carrier γέννησε μια εντελώς νέα ιδέα στο λιανεμπόριο: τα κλειστά εμπορικά κέντρα, τα περίφημα malls, όπου δεκάδες καταστήματα κοιτούσαν σε έναν κοινό, απόλυτα κλιματιζόμενο χώρο. «Παιδί» του κλιματισμού είναι και οι εμβληματικοί γυάλινοι ουρανοξύστες. Χωρίς μηχανική ψύξη, τα φαραωνικών διαστάσεων κτίρια θα ήταν απλώς αβίωτα θερμοκήπια.
Επιπλέον, η διάδοση του air conditioner επέτρεψε τη μαζική μετακίνηση πληθυσμών προς τον ζεστό αμερικανικό Νότο, γιγαντώνοντας πόλεις όπως το Μαϊάμι και το Φοίνιξ, ενώ ακόμα σήμερα, αν το καλοσκεφτεί κανείς, τα τεράστια data centers που φυλούν στα σωθικά τους την Τεχνητή Νοημοσύνη θα έλιωναν σαν γρανίτα κάτω από τον καυτό ήλιο χωρίς μηχανική ψύξη.
Η Ευρώπη που αντιστέκεται στο air conditioner
Μπορεί οι ΗΠΑ να έστρωσαν κόκκινο χαλί στην εποχή των τεχνητών παγετώνων, όμως η Ευρώπη κράτησε για χρόνια αντίσταση στην τεχνητή δροσιά. Σαν να φυλούσε Θερμοπύλες.
Στις ΗΠΑ το ποσοστό των σπιτιών με air conditioner αγγίζει σχεδόν το 90%, ενώ στη Γηραιά Ήπειρο μετά βίας ξεπερνά το 20-25%. Ενδεικτικά, το 2016, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατανάλωσαν περίπου 616 TWh ηλεκτρικής ενέργειας μόνο για κλιματισμό.

Την ίδια χρονιά, η Ευρωπαϊκή Ένωση, με πληθυσμό μιάμιση φορά μεγαλύτερο, χρησιμοποίησε μόλις 152 TWh. Η ψαλίδα ήταν ακόμα μεγαλύτερη με την Ινδία, η οποία, αν και έχει πληθυσμό τέσσερις φορές μεγαλύτερο από τις ΗΠΑ και πλήττεται από πολύ υψηλότερες θερμοκρασίες, κατανάλωσε μόλις 91 TWh.
Γιατί όμως η Ευρώπη διαχώρισε τόσο πεισματικά τη θέση της από το ενεργειακό όργιο δροσιάς; Ο πρώτος λόγος ήταν η ίδια της η αρχιτεκτονική. Τα πέτρινα κτίρια του 18ου και 19ου αιώνα, με τους χοντρούς τοίχους και τα μικρά παράθυρα, σχεδιάστηκαν κυρίως για να κρατούν τη ζέστη στο εσωτερικό τους, ώστε οι κάτοικοι να επιβιώνουν στους σκληρούς χειμώνες.
Μέχρι και τα τέλη του 20ού αιώνα, οι λίγες μέρες ζέστης του καλοκαιριού αντιμετωπίζονταν με κλειστά παντζούρια, κρύα ντους και αναζήτηση ή δημιουργία φυσικής σκιάς.
Υπάρχει βέβαια και ένας δεύτερος λόγος για την απαξίωση του air conditioner που έχει να κάνει με μια παλιά αλλά όχι απολύτως ξεπερασμένη δοξασία. Σε χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία, αλλά ακόμα και στην Ελλάδα (πριν γίνουμε θερμοκρασιακό ανάλογο της υποσαχάριας Αφρικής), το τεχνητό ρεύμα αέρα αντιμετωπιζόταν με μια ακατανόητη, σχεδόν αρχέγονη καχυποψία.

Θεωρούνταν υπαίτιο για κάθε είδους σωματική κόπωση, από απλά κρυολογήματα μέχρι δυσπεψίες, ημικρανίες και πνευμονίες. Η ιδέα του να κλείσεις ερμητικά ένα δωμάτιο για να ανακυκλώνεις μηχανικά παγωμένο αέρα ισοδυναμούσε για τους Ευρωπαίους με μια αφύσικη, ανθυγιεινή αμερικανιά.
Η αστυνομία της ψύξης
Με τους καύσωνες να διαδέχονται πλέον ο ένας τον άλλον και να επιμένουν για ημέρες, τα ιστορικά κέντρα των ευρωπαϊκών πόλεων αντιλαμβάνονται πια στο πετσί τους πώς θα έμοιαζε η ζωή εγκιβωτισμένη στα λίγα τετραγωνικά ενός κλιβάνου. Και αναθεωρούν την παλιότερη αδιάλλακτη στάση τους απέναντι στον κλιματισμό.
Παρά βέβαια την απελπισία των κατοίκων –μάρτυς μας οι πρόσφατες ουρές των Γάλλων για ένα κλιματιστικό σε καταστήματα γνωστής αλυσίδας σούπερ μάρκετ– το να εγκαταστήσεις ένα air conditioner σε κάποιες πόλεις της Ευρώπης αποδεικνύεται συχνά γραφειοκρατικός Γολγοθάς.

Στο Παρίσι, για παράδειγμα, η προστασία της αστικής αισθητικής είναι ιερή. Το να επιχειρήσεις να τρυπήσεις την ασβεστολιθική πρόσοψη ενός κτιρίου για να κρεμάσεις μια εξωτερική μονάδα είναι πρακτικά αδύνατο.
Απαιτείται η έγκριση ολόκληρης της πολυκατοικίας ακόμα και για την τοποθέτηση σε ταράτσα, ενώ ο δήμος μπορεί με παρέμβασή του να μπλοκάρει το έργο.
Επιπλέον, σύμφωνα με τον αυστηρό γαλλικό κώδικα, αν η μονάδα ενός κλιματιστικού προσθέσει μόλις 3 ντεσιμπέλ θορύβου (όσο δηλαδή το θρόισμα των φύλλων) στο περιβάλλον κατά τη διάρκεια της νύχτας, τότε ο κάτοχός της υποχρεούται νομικά να την ξηλώσει.
Στην κάποτε δροσερή Ελβετία το κλιματιστικό δεν απαγορεύεται πλήρως, αλλά είναι μάλλον προνόμιο των λίγων. Στη Γενεύη, λόγου χάρη, προκειμένου να πάρει κανείς άδεια για σταθερή μονάδα σε κατοικία πρέπει να προσκομίσει ακόμα και ιατρικό πιστοποιητικό (π.χ. για σοβαρά αναπνευστικά ή καρδιολογικά προβλήματα) που να αποδεικνύει ότι η ζωή του είναι σε κίνδυνο χωρίς air conditioner.

Στην Ιταλία, τα τελευταία χρόνια, η διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς από τις μονάδες των κλιματιστικών έχει πάρει μορφή ταινίας καταδίωξης σε κάποιες περιοχές. Στο γραφικό Πορτοφίνο, ή αλλιώς στο τοπόσημο της ρετρό κομψότητας, η δημοτική αρχή εξαπέλυσε τα τελευταία χρόνια κυνηγούς κλιματιστικών.
Χρησιμοποιώντας ακόμα και drones, η αστυνομία άρχισε να σκανάρει τις ταράτσες και να στέλνει εξοντωτικά πρόστιμα σε ιδιοκτήτες που είχαν κρύψει παράνομα εξωτερικές μονάδες πίσω από γλάστρες.
Αιχμάλωτοι του air conditioner
Πίσω βέβαια από τις νομοθετικές, αισθητικές, πολιτισμικές και εσχάτως πολιτικές συγκρούσεις, βρίσκεται ένας αμείλικτος νόμος της φυσικής: το κλιματιστικό δεν παράγει κρύο. Απλώς αντλεί τη θερμότητα από τον εσωτερικό χώρο και την εξάγει στον εξωτερικό.
Στις πυκνοκατοικημένες πόλεις αυτό δημιουργεί έναν ασφυκτικό φαύλο κύκλο. Στη διάρκεια ενός καύσωνα, η ταυτόχρονη λειτουργία εκατοντάδων χιλιάδων κλιματιστικών επιτείνει ραγδαία το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας. Σύμφωνα με μελέτες, ο καυτός αέρας που αποβάλλεται στους δρόμους μπορεί να αυξάνει τη νυχτερινή θερμοκρασία των αστικών κέντρων έως και 2 βαθμούς Κελσίου.

Υπάρχει κι ένα ακόμα, κοινωνικό αυτή τη φορά φαινόμενο. Εκείνο της κλιματικής φτώχειας. Η δροσιά ιδιωτικοποιείται και η ζέστη κοινωνικοποιείται.
Όσοι αντέχουν το αυξημένο ενεργειακό κόστος, σφραγίζουν τα σπίτια τους απολαμβάνοντας μια τεχνητή άνοιξη –ή ακόμα και βαρυχειμωνιά– μέσα στον βαθύ καύσωνα. Η θερμότητα των μηχανημάτων τους, όμως, εγκλωβίζεται στους δρόμους — εκεί ακριβώς όπου ζουν, περιμένουν στη στάση του λεωφορείου και εργάζονται χειρωνακτικά όσοι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να εξαγοράσουν την άνεσή τους ή να την κουβαλούν ανά πάσα στιγμή μαζί τους.
Εκατόν είκοσι και πλέον χρόνια από τη μέρα που ο Willis Carrier έσωσε τα μελάνια ενός τυπογραφείου στο Μπρούκλιν, το δημιούργημά του μας έχει μετατρέψει σε ένα υβρίδιο ελεύθερων-πολιορκημένων, πολιτών που μαζί με το air conditioner δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε.
