Στις μισοσκότεινες εκκλησίες της παιδικής του ηλικίας αναζητούσε τις μορφές που τον γοήτευαν περισσότερο. Τους αγίους καβαλάρηδες με τα φλογισμένα σπαθιά, τα παράξενα δέντρα, τους χρυσούς ουρανούς των εικόνων. Χρόνια αργότερα, αυτά τα πρώτα βιώματα θα επέστρεφαν μεταμορφωμένα στη ζωγραφική του Αλέκου Φασιανού, σε έναν κόσμο κατοικημένο από ανθρώπινες μορφές που μοιάζουν οικείες και ταυτόχρονα βγαλμένες από τη μνήμη, τον μύθο και τη φαντασία.
Λίγες ημέρες πριν από τα εγκαίνια της έκθεσης «Ο Αινιγματικός Κόσμος του Ανθρώπου», ο μοναχός Αέτιος μάς άνοιξε τους χώρους της Πινακοθήκης Σύγχρονης Τέχνης «Τέχνης Φυλακτήριον» της Μονής Παναχράντου στην Άνδρο. Η έκθεση είχε μόλις στηθεί. Ανάμεσα στα έργα, στα χειροποίητα βιβλία, στα χαρακτικά και στα γλυπτά του Αλέκου Φασιανού, η απουσία του δημιουργού ήταν αισθητή, παρότι η παρουσία του διαπερνούσε κάθε αίθουσα.

Χρήστος Μοσχανδρέου – Αλέκος Φασιανός – επιζωγραφισμενη φωτογραφια απο τον Αλέκο Φασιανό.
Την αίσθηση αυτή αποτυπώνει με τον πιο άμεσο τρόπο ο συλλέκτης Χρήστος Π. Μοσχανδρέου, στενός φίλος του ζωγράφου και ένας από τους ανθρώπους που συνέβαλαν καθοριστικά στη διάσωση και ανάδειξη του έργου του: «Με τον Αλέκο Φασιανό, που είχε την καταγωγή του από τη Ναυπακτία, λόγω της αείμνηστης μητέρας του, όπως κι εγώ λόγω του πατέρα μου, μας συνέδεσε η κυρίαρχη και πηγαία αγάπη μας για την Ελληνική Τέχνη. Ευτυχώς, το συλλέγειν συνέπεσε και με την επιτυχημένη μου επαγγελματική σταδιοδρομία στην ελληνική διαφήμιση και την οικονομική μου άνεση. Το 1995 σε συνάντηση μας του απεκάλυψα την πρόθεση μου να κάνω Πινακοθήκη με τα έργα της συλλογής μου στο Μεσολόγγι, γενέτειρα μου. Και ο Φασιανός συνέδραμε τα μέγιστα στην υλοποίηση της.
»Το 1996 στην Παλαιά Βουλή έγινε η παρουσίαση της έκδοσης του Εθνικού μας Ύμνου, που είχε πρωτοεκδοθεί το 1825 στο Μεσολόγγι, με δυο χαλκογραφίες του Αλέκου Φασιανού. Ο αείμνηστος κοινός μας φίλος Απόστολος Γαβράς με είχε πείσει και έγινα συλλέκτης των ειδικών-συλλεκτικών εκδόσεων που κυκλοφορούσαν από 30 – 150 αντίτυπα με χαλκογραφίες, έργα αυθεντικά, ξυλογραφίες, λινόλεουμ του Φασιανού. Το 2016 παρουσιάσαμε τα 91 βιβλία της συλλογής μου με έργα τέχνης του Φασιανού στη Δημοτική Πινακοθήκη της Αθήνας, στο Αγρίνιο και στη γενέτειρα του πατρός του Κέρκυρα. Η απουσία του Αλέκου Φασιανού είναι αισθητή για όλους, μα προπαντός Για τον Ελληνικό πολιτισμό, που υπεραγαπούσε και που η προσφορά του σ’ αυτόν υπήρξε ανεκτίμητη».
Η αναδρομική έκθεση, η οποία παρουσιάζεται από τις 27 Ιουνίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου, επιχειρεί να φωτίσει ακριβώς αυτή την προσφορά. Μέσα από σπάνια έργα που προέρχονται από το Alekos Fassianos Estate, τη Συλλογή Χρήστου Π. Μοσχανδρέου και ιδιωτικές συλλογές, παρακολουθεί την πορεία ενός δημιουργού που διαμόρφωσε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες εικαστικές γλώσσες της μεταπολεμικής Ελλάδας.

Ο μοναχός Αέτιος στην είσοδο της έκθεσης.
«Ο παππούς μου ήταν παπάς. Γεννήθηκα το 1935 δίπλα ακριβώς στην εκκλησία που λειτουργούσε ο ίδιος. Είχαμε ένα μικρό σπίτι με δειλινά στους Αγίους Αποστόλους κάτω από την Ακρόπολη. Από πολύ μικρός και εξ’ αιτίας του παππού μου, τριγύρναγα στις μισοσκότεινες μεταβυζαντινές εκκλησίες και τον βοηθούσα άλλοτε φέρνοντας του το θυμιατό και άλλοτε διαβάζοντας τον Απόστολο. Πιο πολύ όμως και από το θρησκευτικό μέρος με είλκυαν οι εικόνες οι βυζαντινές ή οι λαϊκές. Μου έκαναν εντύπωση οι άγιοι καβαλάρηδες με τα φωτοστέφανα και τα σπαθιά τους που έβγαζαν φλόγες και σκότωναν θηρία. Τα ξερά βυζαντινά βουνά στο βάθος, τα περίεργα δέντρα και τα φυτά και οι χρυσοί ουρανοί. Προσπαθούσα να αντιγράψω τις εικόνες. Όμως ήθελα να κάνω και δικές μου, να εκφράσω και τον δικό μου κόσμο, όπως κι όλας είχε διαπλαστεί από όλα όσα έβλεπα. Η μητέρα μου ήταν φιλόλογος και είχε μανία με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Αυτή με πήγαινε συγχρόνως στα Μουσεία ή την Ακρόπολη και παντού όπου μπορούσε να συναντήσει αρχαία πράγματα. Μου άρεσαν πολύ τα εικονογραφημένα αρχαία βάζα, ιδίως οι λευκές λήκυθοι, που εικόνιζαν νεκρικές παραστάσεις. Πιο πολύ όμως με συγκινούσαν τα κυκλαδικά ειδώλια με στυλιζαρισμένα χέρια, τα μονοκόμματα σώματα που μοιάζανε με παιχνίδια.
»Ο πατέρας μου ήταν μουσικός και έτσι έμαθα να παίζω βιολί. Δεν νομίζω ότι αυτό με επηρέασε καθόλου. Γιατί ήθελα να ζωγραφίζω από μικρό παιδί. Μέχρι τα δεκαεφτά μου χρόνια ζωγράφιζα μόνος μου και είχα όλο τον μαγικό κόσμο των εικόνων, στις εκκλησίες, και από την άλλη μεριά την αγαλματολατρεία των αρχαίων Ελλήνων. Ύστερα πήγα και σπούδασα στην Σχολή Καλών Τεχνών. Για πέντε χρόνια ασχολήθηκα με το σχέδιο αρχαίων κεφαλών και γυμνών μοντέλων. Δεν μπορώ να πω ότι δεν έμαθα τίποτε. Το αντίθετο. Ο δάσκαλος μας ο Μόραλης είχε μια επιρροή επάνω μας τόσο σαν καλλιτέχνης, όσο και σαν άνθρωπος. Μάθαμε να βλέπουμε τις επιδράσεις του σκότους επί του φωτός και τανάπαλιν καθώς και τις αλλοιώσεις των σχημάτων των αντικειμένων εξαιτίας του φωτός. Μάθαμε να συγκρίνουμε και τα πράγματα. Όμως πάντα σκεφτόμουνα τους αγίους με τα φωτοστέφανα, τα κοντάρια τους, τα σπαθιά τους, τις πολυποίκιλες στολές τους και τα κόκκινα η άσπρα άλογα που πηδούσαν πάνω από φλεγόμενους δράκοντες. Λιγότερο τώρα σκεφτόμουνα τα κυκλαδικά.
»Μου άρεσε επίσης και η γιαπωνέζικη τέχνη και η ινδική ζωγραφική-Ταντρική. Όμως δεν είχα τη μυστικοπάθεια. Άρχισα να ζωγραφίζω πάλι ανθρώπους με στολή και παράσημα μέσα σε κήπους. Δεν είχαν καμία κίνηση. Ήταν ανέκφραστοι και κρατάγανε λουλούδια. Αργότερα οι μικρές αυτές φιγούρες των ανθρώπων με τις στολές που έκανα άρχισαν να διαλύονται, να γίνονται τα όντα τα χρωματιστά με τα λουλούδια γύρω-γύρω, άλλοτε καλά, άλλοτε τρομερά. Και τώρα αυτά που ζωγραφίζω κρατούν φλεγόμενα σπαθιά όπως οι βυζαντινοί άγιοι. Είναι όμως πλάσματα απόκοσμα, της δικιάς μου φαντασίας, όπως προήλθαν μέσα από τις σκοτεινές εκκλησίες. Μου αρέσει η κόκκινη μάζα ή η μπλε, όχι όμως αφηρημένη. Θέλω να συμβολίζει κάτι το χρώμα ή οι γραμμές. Για αυτό πάντα οι φιγούρες που ζωγραφίζω είναι διαλυμένες και ζουν στα λουλούδια. Ίσως είναι πεθαμένες.», σημείωνε ο Αλέκος Φασιανός. Οι κόσμοι αυτοί συνυπάρχουν σε όλο το έργο του και επανέρχονται σήμερα στη Μονή Παναχράντου.

Απο τη συλλογή του Χ. Μοσχανδρέου.
Με αφορμή την έκθεση συνομιλήσαμε με τον επιμελητή της και ζωγράφο Χρήστο Κεχαγιόγλου για τη σχέση του έργου του Φασιανού με τον ιδιαίτερο χώρο της Μονής Παναχράντου, για τις πνευματικές αφετηρίες της ζωγραφικής του και για τον «αινιγματικό κόσμο» του ανθρώπου που, όπως υποστηρίζει, βρίσκεται στον πυρήνα της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.
Η Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης «Τέχνης Φυλακτήριον» στεγάζεται σε έναν ιστορικό μοναστηριακό χώρο με έντονο πνευματικό φορτίο. Πείτε μας μερικά λόγια για τη σταθερή έκθεση, αλλά και για το πώς οραματίζεστε τον ρόλο της Μονής Παναχράντου και της νέας αυτής πολιτιστικής πρωτοβουλίας στον σύγχρονο εικαστικό χάρτη της Ελλάδας.
Η Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης «Τέχνης Φυλακτήριον» γεννήθηκε από την επιθυμία να δημιουργηθεί, μέσα στους ιδιαίτερους χώρους της Ιεράς Μονής Παναχράντου, ένας χώρος τέχνης που να αναδεικνύει τον πνευματικό χαρακτήρα της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας. Φέρνει στο ίδιο τραπέζι τη σύγχρονη τέχνη και την παράδοση, έχοντας ως κοινό τόπο την πνευματικότητα.
Πρόκειται για μια δημιουργική ώσμωση, όπου η σύγχρονη τέχνη αποκτά ένα διαφορετικό βάθος, καθώς «ζυγίζεται» μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ενώ παράλληλα η παράδοση, εναγκαλιζόμενη το σύγχρονο, αναδεικνύει τον ουσιαστικό και ζωντανό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει στη σημερινή κοινωνία.
Η μόνιμη συλλογή περιλαμβάνει έργα πολύ σημαντικών σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών και επιχειρεί να δώσει μια συνοπτική εικόνα των διαφορετικών εκφράσεων του πνευματικού στη νεότερη και σύγχρονη ελληνική τέχνη.

Απο τη συλλογή του Χ. Μοσχανδρέου
Το όραμα για το «Τέχνης Φυλακτήριον» είναι μέσα στα χρόνια να αποτελέσει έναν χώρο αναφοράς και διαλόγου, που θα συμβάλει σε μια ουσιαστικότερη συνάντηση της σύγχρονης τέχνης με την πνευματικότητα αλλά και την πολιτιστική μας παράδοση. Η Εκκλησία και η σύγχρονη τέχνη έχουν συχνά κρατήσει αποστάσεις μεταξύ τους, παρότι στον πυρήνα τους μοιράζονται κοινές αγωνίες γύρω από τον άνθρωπο. Αυτή τη βαθύτερη σύνδεση επιθυμούμε να αναδείξουμε.
Γιατί επιλέξατε τον Αλέκο Φασιανό ως τον πρώτο καλλιτέχνη που «ανοίγει» τον νέο κύκλο περιοδικών εκθέσεων της Πινακοθήκης; Ποια στοιχεία του έργου του συνομιλούν πιο ουσιαστικά με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της Μονής Παναχράντου;
Η επιλογή του Αλέκου Φασιανού υπήρξε σχεδόν αυτονόητη. Είναι αναμφισβήτητα ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του 20ού αιώνα. Το έργο του είναι ιδιαίτερα αναγνωρίσιμο, πολύ αγαπητό στη χώρα μας, βαθιά ανθρωποκεντρικό, με έντονη πνευματική διάσταση, και εκφράζει με χαρακτηριστικό τρόπο τη σύγχρονη Ελλάδα. Είχε επίσης μια βαθιά σχέση με την εκκλησία μέσα από τον παππού του, έναν ιδιαίτερα καλλιεργημένο άνθρωπο που τον επηρέασε καθοριστικά. «Ο παππούς μου ήταν παπάς», έλεγε συχνά με περηφάνια.
Υπήρξε ένας καλλιτέχνης που κατόρθωσε να μετασχηματίσει δημιουργικά την αρχαιότητα, το Βυζάντιο, τη λαϊκή παράδοση και τη σύγχρονη εμπειρία σε μια απολύτως προσωπική εικαστική γλώσσα. Χωρίς να πραγματεύεται άμεσα θρησκευτικά θέματα, αγγίζει την ανθρώπινη παρουσία στον κόσμο, τη σχέση με τον χρόνο, τη μνήμη, την αγάπη, τη φθορά και την αναζήτηση νοήματος. Παράλληλα, ο δισδιάστατος και φωτεινός κόσμος του παρουσιάζει ενδιαφέρουσες συγγένειες με τη βυζαντινή τέχνη. Μέσα στο ιδιαίτερο περιβάλλον της Μονής, οι μορφές του αποκτούν μια επιπλέον διάσταση στοχασμού, προτείνοντας, κατά κάποιον τρόπο, μια διαφορετική εκδοχή της Εικόνας.

Απο τη συλλογή του Χ. Μοσχανδρέου
Η έκθεση φέρει τον τίτλο «Ο Αινιγματικός Κόσμος του Ανθρώπου». Ποια είναι η εμπειρία που επιδιώκετε να αποκομίσει ο επισκέπτης και ποια στοιχεία της καλλιτεχνικής διαδρομής του Φασιανού αναδεικνύονται;
Ο τίτλος «Ο Αινιγματικός Κόσμος του Ανθρώπου» δεν αναφέρεται σε κάποιο μυστήριο που ζητά λύση, αλλά σε εκείνη τη διαχρονική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης που η τέχνη επιχειρεί διαρκώς να προσεγγίσει χωρίς ποτέ να την εξαντλεί. Αυτό το στοιχείο διατρέχει την αρχαία, τη βυζαντινή και τη λαϊκή μας παράδοση και θεωρώ ότι βρίσκεται στον πυρήνα και του έργου του Αλέκου Φασιανού. Οι μορφές του μοιάζουν να μας φέρνουν πολύ κοντά στην ουσία του ανθρώπου, χωρίς ποτέ να την αποκαλύπτουν πλήρως. Παραμένουν, με έναν τρόπο, αινιγματικές.
Στην επιμέλεια της έκθεσης δεν με ενδιέφερε μια αυστηρά χρονολογική ή θεματική παρουσίαση. Ζωγραφικά έργα, χαρακτικά, γλυπτά, αντικείμενα τέχνης και χειροποίητα βιβλία συνυπάρχουν ελεύθερα, δημιουργώντας έναν ενιαίο κόσμο που επιτρέπει στον επισκέπτη να προσεγγίσει όχι μόνο την εξέλιξη του δημιουργού, αλλά κυρίως την ατμόσφαιρα του έργου του. Περιδιαβαίνοντας τους πέτρινους χώρους της Μονής, θα ήθελα να αισθάνεται κανείς ότι συναντά κάτι από την παρουσία του ίδιου του καλλιτέχνη, τη σκέψη, την ευαισθησία και τον κόσμο του.

H Μονή Παναχράντου στην Άνδρο.
Μέσα από σπάνια έργα, που έχουν εκτεθεί ελάχιστα ή παρουσιάζονται για πρώτη φορά στο κοινό, αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο ο Φασιανός μετέπλασε στοιχεία της ελληνικής παράδοσης, της μυθολογίας, της λαϊκής τέχνης και της σύγχρονης ζωής σε έναν μοναδικό εικαστικό κόσμο. Ελπίζω ότι ο επισκέπτης θα φύγει από την έκθεση έχοντας γνωρίσει βαθύτερα το έργο του, αλλά και έχοντας αισθανθεί ότι οι μορφές του εξακολουθούν να μιλούν για ζητήματα που παραμένουν ουσιώδη και επίκαιρα για όλους μας.
Ως ζωγράφος με τη δική σας εικαστική πορεία, πώς προσεγγίσατε τον Φασιανό από τη θέση του επιμελητή; Υπήρξαν πτυχές του έργου του που σας επηρέασαν προσωπικά ή που σας οδήγησαν σε μια νέα ανάγνωση της σχέσης ανάμεσα στην τέχνη και την ανθρώπινη ύπαρξη;
Με τον Αλέκο Φασιανό γνωριζόμασταν και του είχα πάντα μεγάλη αγάπη και εκτίμηση. Ο λόγος του ήταν απλός, ευφυής και βαθιά ποιητικός, με χιούμορ και εξαιρετική κρίση. Όλα αυτά τα στοιχεία τα συναντά κανείς και στη ζωγραφική του.
Ως επιμελητής, ήθελα να αναδείξω κάτι από την παρουσία του ίδιου του ανθρώπου και όχι μόνο του αναγνωρισμένου δημιουργού. Γι’ αυτό προτίμησα μια έκθεση που δίνει έμφαση στην ατμόσφαιρα του έργου του και λιγότερο σε μια ακαδημαϊκή ανάγνωση.
Η προετοιμασία της έκθεσης μού έδωσε την ευκαιρία να εμβαθύνω ακόμη περισσότερο στη δουλειά του. Αυτό που εξακολουθεί να με συγκινεί περισσότερο είναι η συνέπεια με την οποία παρέμεινε προσηλωμένος, επί δεκαετίες, στα θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ύπαρξης: την αγάπη, τον έρωτα, τη μνήμη, τη φιλία, την ελευθερία, τη σχέση με τον χρόνο και τη φύση.
Οι μορφές του, όσο τις παρατηρεί κανείς, αποκτούν μια αρχετυπική διάσταση. Δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή καταστάσεις, αλλά σε εμπειρίες κοινές και διαχρονικές. Ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά ότι πρόκειται για «πλάσματα απόκοσμα, της δικιάς μου φαντασίας, όπως προήλθαν μέσα από τις σκοτεινές εκκλησίες». Νομίζω ότι αυτή η φράση φωτίζει με μοναδικό τρόπο τον εσωτερικό κόσμο του έργου του, αλλά και τη σχέση που αισθανόταν ο ίδιος να έχει με το εκκλησιαστικό περιβάλλον.
Η ενασχόληση με το έργο του ανανέωσε μέσα μου μια βαθιά πεποίθηση: ότι η τέχνη παραμένει ο ουσιαστικότερος τρόπος για να προσεγγίσουμε το αίνιγμα του ανθρώπου. Η επιστήμη μάς βοηθά να κατανοήσουμε τον κόσμο· η τέχνη, όμως, μας επιτρέπει να πλησιάσουμε το αίνιγμά του.