Το «Ακρωτήρι του φόβου», μεγάλη εμπορική επιτυχία της δεκαετίας του ’90 με δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ για τους Ρόμπερτ Ντε Νίρο (Α΄ Ανδρικού Ρόλου) και Τζούλιετ Λιούις (Β΄ Γυναικείου Ρόλου) και τον Μάρτιν Σκορσέζε στη σκηνοθεσία, επανέρχεται. Όχι στη μεγάλη οθόνη αλλά στη μικρή, με τις ευλογίες των Σκορσέζε και Σπίλμπεργκ που εκτελούν χρέη παραγωγών στη σειρά 10 επεισοδίων, η οποία «ξυπνά» τον γνώριμο εφιάλτη του αρσενικού «stalker» – «παρενοχλητή» ή αλλιώς «παράνομου εισβολέα» στην οικογενειακή εστία, στην πλατφόρμα streaming της Apple TV από τις 5 Ιουνίου.
Ένα σχόλιο για τον σύγχρονο κόσμο
Κάθε εποχή έχει τους δικούς της εφιάλτες και αυτός για τον οποίο μιλάμε – 70 χρόνων και βάλε, γέννημα θρέμμα του μυθιστορήματος «The Executioners» του Τζον Ντ. ΜακΝτόναλντ – δε φείδεται τρομοκρατικής ατμόσφαιρας πατώντας πάνω στους κώδικες του θρίλερ.
Από την πρώτη κινηματογραφική εκδοχή του το 1962 στο «Cape Fear» («Σύγκρουση γιγάντων» στην ελληνική απόδοση του τίτλου) του Τζέι Λι Τόμσον με τους Γκρέγκορι Πεκ και Ρόμπερτ Μίτσαμ ως αντιπαρατιθέμενα αρσενικά στο πυρετικό ριμέικ του Μάρτιν Σκορσέζε το 1991 με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον ρόλο του εκφοβιστή Μαξ Κέιντι και ζευγάρι ταμπουρωμένο στην πολυτελή οικία τους, τους Νικ Νόλτε και Τζέσικα Λανγκ (κόρη η ανερχόμενη Τζούλιετ Λιούις), η ιστορία λειτουργούσε πάντοτε σαν μια βίαιη εξερεύνηση των φόβων της απομονωμένης Αμερικής: του φόβου του «άλλου», του λεγόμενου «εισβολέα», του φόβου της διάλυσης της οικογένειας, του φόβου της νοσηρής αρρενωπότητας, της βίας και της υποκρισίας που κρύβεται κάτω από την επιφάνεια της κανονικότητας.
Σκηνή από το «Ακρωτήρι του φόβου» του 1991
Τώρα, τρεις δεκαετίες μετά την ταινία του Σκορσέζε, το «Cape Fear» μοιάζει λιγότερο με ριμέικ και περισσότερο με σχόλιο πάνω στον σημερινό κόσμο. Και μόνο τα ονόματα πίσω από το πρότζεκτ αρκούν για να καταλάβει κανείς πως πρόκειται για προϊόν πρώτης τάξεως της εποχής μας: ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Στίβεν Σπίλμπεργκ συμπράττουν ως παραγωγοί (πίσω στις αρχές των ΄90s, o Σπίλμπεργκ άφησε τη σκηνοθεσία της ταινίας στον Σκορσέζε, γιατί βρήκε πολύ βίαιο το σενάριό της και αποφάσισε να κάνει τη «Λίστα του Σίντλερ» παραμένοντας ως παραγωγός, χωρίς να αναφέρεται το όνομά του), ενώ στον κεντρικό ρόλο βρίσκεται ο Χαβιέ Μπαρδέμ, μνημειώδης ως ανθρωπόμορφο τέρας στο «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» των αδελφών Κοέν, ρόλος που του χάρισε και Οσκαρ Β΄ Ανδρικού Ρόλου.
Σύμφωνα με το εκτενές αφιέρωμα του Esquire, η μίνι σειρά «Ακρωτήρι του φόβου» δεν θα αναπαράγει την αισθητική του θρίλερ των προηγούμενων εκδοχών. Ο δημιουργός Νικ Αντόσα επιχειρεί να μεταφέρει το «Cape Fear» στο δικό μας σήμερα όπου ο τρόμος δεν προέρχεται μόνο από έναν μεμονωμένο ψυχοπαθή αλλά από ολόκληρα συστήματα εξουσίας, κοινωνικής βίας και πολιτισμικής παράνοιας.
Η ιστορία
Η υπόθεση διατηρεί τον βασικό πυρήνα της ιστορίας και τον ανανεώνει. Ο Μαξ Κέιντι είναι ο βίαιος άνδρας που μόλις έχει αποφυλακιστεί και επιστρέφει αποφασισμένος να εκδικηθεί το ζευγάρι δικηγόρων που θεωρεί υπεύθυνο για την καταδίκη του. Η σύγκρουση πατά πάνω στις γκρίζες ζώνες της ψυχολογίας ώστε η οικογένεια να μην αντιμετωπίζει απλά και μόνον έναν εξωτερικό εισβολέα, αλλά να έρχεται αντιμέτωπη και με τις δικές της ενοχές, τα ρήγματα του γαμήλιου βίου και τη σταδιακή διάλυση της ψευδαίσθησης ασφάλειας που είχε χτίσει.
Δείτε το τρέιλερ της σειράς εδώ
Το κεντρικό ζευγάρι ενσαρκώνουν ο Πάτρικ Γουίλσον και η Έϊμι Άνταμς, μαρτυρώντας και την πρόθεση της σειράς να κινηθεί περισσότερο προς το οικογενειακό-ψυχολογικό δράμα παρά προς το λεγόμενο «exploitation» θρίλερ. Ο Γουίλσον, που έχει συνδέσει το όνομά του με ήρωες οι οποίοι δείχνουν σταθεροί αλλά σταδιακά αποσταθεροποιούνται υπό πίεση, είναι ιδανικός για τον ρόλο ενός άνδρα που βλέπει την οικογενειακή και επαγγελματική του εικόνα να καταρρέει. Από την άλλη, η Έϊμι Άνταμς δεν χρειάζεται συστάσεις: είναι μια ηθοποιός που μεταφέρει στην οθόνη την ένταση υποδόρια, ακόμη και με τη σιωπή της.
Και στο κέντρο όλων, τα προβλήματα του σήμερα: ο ψυχολογικός εκφοβισμός κατατρώει τα σωθικά μιας φαινομενικά συνηθισμένης οικογένεια, ενώ όλες οι σύγχρονες πηγές άγχους καραδοκούν: ψεύτικα μηνύματα από τεχνητή νοημοσύνη, απατηλά προφίλ στα κοινωνικά δίκτυα, ψευδείς κατηγορίες, δημόσια διαπόμπευση και ατέρμονη αβεβαιότητα για το τι θα ακολουθήσει.
Ο νέος Μαξ Κέιντι
Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Μαξ Κέιντι της νέας εκδοχής δεν παρουσιάζεται αποκλειστικά σαν δαιμονικός εισβολέας αλλά σαν προϊόν μιας κουλτούρας που γεννά οργή, μισογυνισμό και επιθετικότητα. Ο ίδιος ο Σκορσέζε, που το 1991 είχε μετατρέψει το «Cape Fear» σε έναν εφιάλτη για τη λευκή αμερικανική οικογένεια της εποχής του (πατέρα) Μπους, εξηγεί στο Esquire πως αλίμονο αν αντιμετώπιζε τη νέα τούτη τηλεοπτική εκδοχή νοσταλγικά: πρόκειται για τη φυσική συνέχεια μιας ιστορίας που παραμένει ανατριχιαστικά επίκαιρη. Για τους νοσταλγούς ωστόσο του Χόλιγουντ μιας άλλης εποχής, η παρουσία των Σπίλμπεργκ-Σκορσέζε στην εποχή του streaming με ένα δικό τους κινηματογραφικό «παιδί», έχει μια αναπόδραστη νοσταλγία – κακά τα ψέματα.

Η Έϊμι Άνταμς στο τηλεοπτικό «Ακρωτήρι του φόβου».
Ο Χαβιέ Μπαρδέμ επιχειρεί να δημιουργήσει έναν Μαξ Κέιντι πιο πολιτισμένο εξωτερικά από εκείνον του Ρόμπερτ Ντε Νίρο, αλλά ίσως ακόμη πιο επικίνδυνο. Κάτι ανάμεσα σε τραυματισμένο αρπακτικό και κοινωνικό σύμπτωμα. Αν ο Ντε Νίρο του 1991 ήταν μια φιγούρα εκδίκησης βγαλμένη από τη Βίβλο, ο Κέιντι του Μπαρδέμ φορά κοστούμι, μιλά ήρεμα και γνωρίζει άριστα πώς να χειραγωγεί.
Η νέα ανάγνωση του χαρακτήρα συμπίπτει με μια έντονα πολιτικοποιημένη περίοδο για τον αγαπητό Ισπανό ηθοποιό. Ο Μπαρδέμ βρέθηκε στο επίκεντρο του Φεστιβάλ των Καννών χάρη στην παινεμένη από την πλειοψηφία των κριτικών ερμηνεία του στη νέα ταινία του συμπατριώτη του Ροντρίγκο Σορογκογιέν με τίτλο «The Beloved» («El ser querido»), η οποία διαγωνίστηκε για τον Χρυσό Φοίνικα.

Ο Χαβιέ Μπαρδέμ ως Μακ Κέιντι στη σειρά «Το ακρωτήρι του φόβου«.
Στην ταινία του Σορογκογιέν, ο Μπαρδέμ υποδύεται έναν διάσημο σκηνοθέτη που καλεί την αποξενωμένη κόρη του με την οποία δεν έχει καμία σχέση από την παιδική της ηλικία, να παίξει στη νέα του ταινία. Πρόκειται για μία επαναπροσέγγιση που επαναφέρει χρόνια τραύματα στην επιφάνεια και θυμό ενώ ο διάσημος σκηνοθέτης ταλαιπωρεί τους συνεργάτες του στα γυρίσματα. Ο ρόλος είναι χτισμένος πάνω στην έννοια της σκοτεινής πλευράς της καλλιτεχνικής δημιουργίας αλλά και της αρρενωπότητας — και είναι ακριβώς αυτή η θεματική που ο ηθοποιός επέλεξε να μεταφέρει και έξω από την οθόνη, στις δημόσιες τοποθετήσεις του στις Κάννες.
Βία και οργή
Σε συνεντεύξεις του, ο Μπαρδέμ μίλησε ανοιχτά για τη «τοξική αρρενωπότητα» που, όπως είπε, διαπερνά όχι μόνο τις προσωπικές σχέσεις αλλά και την παγκόσμια πολιτική σκηνή. Αναφέρθηκε ονομαστικά στους Ντόναλντ Τραμπ, Βλαντιμίρ Πούτιν και Μπέντζαμιν Νετανιάχου, περιγράφοντας μια κουλτούρα εξουσίας βασισμένη στην επιβολή, στον ανταγωνισμό και στη βία. Παράλληλα μίλησε για τις γυναικοκτονίες στην Ισπανία, λέγοντας ότι η κοινωνία έχει κανονικοποιήσει τη βία απέναντι στις γυναίκες, ενώ χαρακτήρισε «γενοκτονία» την πολεμική τακτική του Ισραήλ στη Γάζα, δηλώνοντας ότι «η σιωπή ισοδυναμεί με συνενοχή». Συνυπέγραψε επίσης ανοιχτή επιστολή μαζί με χιλιάδες επαγγελματίες του κινηματογράφου καταγγέλλοντας την επιρροή της ακροδεξιάς μέσω του γαλλικού καναλιού Canal+, του οποίου κύριος μέτοχος είναι ο Βενσάν Μπολορέ, ο οποίος ανακοίνωσε «μαύρη λίστα» για «ενοχλητικούς» Γάλλους καλλιτέχνες (μεταξύ τους και η Ζιλιέτ Μπινός).
Η διαπίστωση είναι ότι το «Ακρωτήρι του φόβου» επανέρχεται σε μια περίοδο που οι πιο σκοτεινοί φόβοι κάθε άλλο παρά «κινηματογραφικοί» ή «θεωρητικοί» είναι. Η βία κατά των γυναικών, η κοινωνική οργή, οι αυταρχικοί ηγέτες, η διάχυτη ανασφάλεια και η αίσθηση ότι ο κόσμος όχι απλώς διολισθαίνει προς έναν νέο κυνισμό αλλά τρέχει με τα χίλια μέσα στο ρεύμα του, είναι ήδη μέρος της καθημερινότητας.
Το «Ακρωτήρι του φόβου» του 1991 υπήρξε ο απόλυτος δυστοπικός εφιάλτης για την «αγία» αμερικανική οικογένεια. Το «Ακρωτήρι του φόβου» του 2026 στρέφει τον καθρέφτη στην κοινωνία που δεν τρέμει μόνο το «τέρας» που χτυπά την πόρτα, αλλά και το τέρας που έχει μάθει να αναγνωρίζει μέσα της.
Με πληροφορίες από «Esquire»

