Η πρόταση για τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), το επερχόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ) 2028-2034, έδωσε έναυσμα για μια αναγκαία συζήτηση που υπερβαίνει τη διανομή των ενωσιακών πόρων. Το ΠΔΠ, πεδίο εντατικών και σκληρών διαπραγματεύσεων, καθορίζει τα ανώτατα όρια των κονδυλίων που μπορεί να επενδύσει η ΕΕ σε διάφορους τομείς πολιτικής. Σχεδόν 1,76 τρισ. ευρώ (σε τιμές του 2025) θα κατευθυνθούν, μεταξύ άλλων, σε πολιτικές συνοχής, γεωργίας, βιομηχανίας, ανταγωνιστικότητας, ασφάλειας, εξωτερικής δράσης, έρευνας και εκπαίδευσης.
Πίσω από τα τεράστια ποσά ανακύπτει όμως ένα ερώτημα: μπορεί η ΕΕ να χρηματοδοτεί απρόσκοπτα πολιτικές σε κράτη μέλη όπου οι ίδιες οι προϋποθέσεις της δημοκρατικής διακυβέρνησης τίθενται συχνά υπό έντονη πίεση;
Η ΕΕ συνιστά Ένωση Δικαίου. Η πολυεπίπεδη λειτουργία της στηρίζεται στη βασική παραδοχή ότι η εξουσία, ενωσιακή και εθνική, ασκείται μέσα σε ένα καθορισμένο σύστημα νομικά δεσμευτικών κανόνων. Το άρθρο 2 της Συνθήκης για την ΕΕ κατοχυρώνει αξίες όπως η δημοκρατία, η ισότητα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου. Οι αξίες αυτές δεν έχουν απλώς διακηρυκτικό χαρακτήρα. Προσδίδουν νόημα στην καλόπιστη συνεργασία και την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών, στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, στην αποτελεσματική δικαστική συνεργασία και στην ίδια την πολιτική νομιμοποίηση της Ένωσης.
Ο σεβασμός στο κράτος δικαίου αποτελεί προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ για την προστασία της δημοκρατίας και όλων των λοιπών θεμελιωδών αξιών της ΕΕ διότι όλες οι δημόσιες εξουσίες οφείλουν να ενεργούν πάντοτε βάσει των ορίων που θέτει το δίκαιο, υπό τον έλεγχο ισχυρών θεσμικών αντιβάρων.
Το κράτος δικαίου έχει μεγάλη πρακτική σημασία για την καθημερινότητα του Ευρωπαίου πολίτη. Σημαίνει δικαστήρια που ασκούν το δικαιοδοτικό τους έργο ανεμπόδιστα, δίχως κυβερνητικές πιέσεις. Σημαίνει δημόσια διοίκηση που δρα με διαφάνεια και ευθύνη, γρήγορα και αποτελεσματικά. Σημαίνει πλουραλιστική δημοκρατία, ελεύθερο Τύπο, αξιοκρατία, ανοιχτές και διαφανείς δημόσιες συμβάσεις, υγιή βαθµό ανταγωνισµού στο επιχειρηματικό περιβάλλον, πραγματική δυνατότητα προσφυγής κατά της αυθαιρεσίας.
Ωστόσο, η δημοκρατία, όταν δεν είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου, ενίοτε υποκύπτει σε έναν τρόπον τινά πλειοψηφικό αυταρχισμό. Με απλά λόγια, η διαφορά μεταξύ «εκλογικής/πλειοψηφικής δημοκρατίας» και «ουσιαστικής/φιλελεύθερης δημοκρατίας» είναι ότι η δεύτερη -πραγματική μορφή- της δημοκρατίας δεν βασίζεται απλώς στις εκάστοτε συγκυρίες, αλλά σε στέρεα θεσμικά θεμέλια.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η σύνδεση των ενωσιακών κονδυλίων με τον σεβασμό του κράτους δικαίου. Ο Κανονισμός 2020/2092 περί αιρεσιμότητας στοχεύει στην προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ όταν παραβιάσεις του κράτους δικαίου επηρεάζουν τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση. Η λογική του είναι ότι επιτρέπεται στην ΕΕ να «παγώσει» ή να περικόψει κονδύλια προς κράτη μέλη, αν διαπιστωθεί ότι οι παραβιάσεις των αρχών του κράτους δικαίου (π.χ. διακινδύνευση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, παράλειψη αποτροπής, διόρθωσης ή κολασμού παράνομων αποφάσεων των δημόσιων αρχών) απειλούν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης.
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το νέο ΠΔΠ, η οποία παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 2025, προσπαθώντας να εξισορροπήσει παραδοσιακές προτεραιότητες (όπως η γεωργία) με νέες ανάγκες (όπως η άμυνα), κινείται σε αυτό το πλαίσιο. Ο Κανονισμός περί αιρεσιμότητας θα συνεχίσει να προστατεύει τον προϋπολογισμό της ΕΕ από παραβιάσεις του κράτους δικαίου, ενώ τα νέα εθνικά και περιφερειακά σχέδια θα περιέχουν πρόσθετες εγγυήσεις για τον σεβασμό του κράτους δικαίου και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τον Απρίλιο του 2026 τη θέση του για τη διαπραγμάτευση του ΠΔΠ 2028-2034. Τόνισε ότι ο σεβασμός των αξιών της ΕΕ και του κράτους δικαίου πρέπει να αποτελεί όρο πρόσβασης στα ευρωπαϊκά κονδύλια, με σαφή πρόβλεψη ότι οι τελικοί δικαιούχοι δεν πρέπει να τιμωρούνται για παραβιάσεις που βαρύνουν τις κυβερνήσεις τους.
Τα τελευταία χρόνια, εκθέσεις διεθνών και ευρωπαϊκών οργανώσεων έχουν καταγράψει τη φθορά του κράτους δικαίου σε ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ. Από το 2020, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσιεύει ετήσια έκθεση για το κράτος δικαίου, ενώ από το 2022 οι εκθέσεις συνοδεύονται από ειδικές συστάσεις προς τα κράτη μέλη. Η καταγραφή των προβλημάτων είναι χρήσιμη, αλλά δεν αρκεί όταν η θεσμική διάβρωση αποκτά συστηματικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό η συζήτηση πρέπει να μετατοπιστεί πλέον από την παρακολούθηση στην αποτελεσματική δράση. Η δε πρόσφατη απαίτηση έξι κρατών μελών (Σουηδία, Εσθονία, Φινλανδία, Αυστρία, Γερμανία, Ολλανδία) για αυστηρότερη εφαρμογή των κριτηρίων περί κράτους δικαίου δείχνει ότι η συζήτηση δεν έχει κλείσει. Αντιθέτως, εισέρχεται στον πυρήνα της διαπραγμάτευσης.
Ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός δεν είναι ουδέτερο ταμείο διανομής πόρων. Η αιρεσιμότητα των ενωσιακών κονδυλίων αφορά άμεσα τους Ευρωπαίους πολίτες. Οφείλει να προστατεύει τους τελικούς αποδέκτες, τους φορολογούμενους, τις επιχειρήσεις και τους αγρότες από τη μετατροπή των ενωσιακών πόρων σε μηχανισμό πελατειακής διανομής, κομματικής επιρροής ή εξυπηρέτησης ισχυρών οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων. Η ΕΕ έχει καθήκον να διασφαλίζει ότι τα σημαντικά ποσά που διαθέτει υπηρετούν πράγματι τους σκοπούς για τους οποίους εγκρίθηκαν και ότι η διαχείρισή τους γίνεται με διαφάνεια, λογοδοσία και αποτελεσματικό έλεγχο.
Ο κ. Απόστολος Σαμαράς είναι Διδάκτωρ Ευρωπαϊκού Δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος, Ερευνητής στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «Αριάν Κοντέλλη» του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).
