Για μια ναυτική χώρα με το γεωστρατηγικό αποτύπωμα της Ελλάδας, η αδράνεια στη θάλασσα ισοδυναμεί με στρατηγική υποχώρηση. Η εύρεση μη επανδρωμένου θαλάσσιου σκάφους επιφανείας στη Λευκάδα από αλιείς, εντός ελληνικών υδάτων, το οποίο έφερε έως και 300 κιλά εκρηκτικού φορτίου και το οποίο, σύμφωνα με εκτιμήσεις των ελληνικών αρχών, επρόκειτο για ουκρανικής κατασκευής επιχειρησιακό USV τύπου MAGURA, συνιστά ένα ηχηρό καμπανάκι ασφαλείας.
Δεν έχει ακόμη πλήρως αποσαφηνιστεί ποιος το απέστειλε, ποιος ήταν ο επιχειρησιακός του στόχος ή ποιο ακριβώς ήταν το φορτίο του. Ένα όμως στοιχείο έχει ήδη καταστεί πρόδηλο: η χώρα παραμένει εκτεθειμένη σε απειλές ικανές να διεισδύσουν έως τον πυρήνα της ελληνικής θαλάσσιας επικράτειας χωρίς να έχουν συναντήσει εγκαίρως το κατάλληλο νομικό και επιχειρησιακό ανάχωμα.
Αυτό το ανάχωμα υφίσταται και ονομάζεται Συνορεύουσα Ζώνη. Το άρθρο 33 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), την οποία η Ελλάδα έχει κυρώσει ήδη από το 1995 (Ν. 2321/1995), επιτρέπει την ανακήρυξή της έως και 24 ναυτικά μίλια από τις γραμμές βάσης. Εντός αυτού του θαλάσσιου χώρου, το παράκτιο κράτος δύναται να ασκεί τον αναγκαίο έλεγχο ώστε να προλαμβάνει και να καταστέλλει παραβιάσεις τελωνειακών, δημοσιονομικών, μεταναστευτικών και υγειονομικών κανόνων στην επικράτεια και στην Αιγιαλίτιδα Ζώνη του. Δεν αποτελεί ζώνη πλήρους κυριαρχίας ούτε αυθαίρετη επέκταση θαλάσσιας δικαιοδοσίας. Αντιθέτως πρόκειται για απολύτως νόμιμο, συμβατικό και διεθνώς κατοχυρωμένο εργαλείο κρατικού ελέγχου. Όποιος το παρουσιάζει ως «μαξιμαλισμό», απλώς επιλέγει να αγνοεί το ίδιο το Διεθνές Δίκαιο.
Η κήρυξη Συνορεύουσας Ζώνης δεν θα εξαλείψει ως δια μαγείας κάθε μορφή απειλής. Μετατοπίζει όμως το σημείο του πρώτου νόμιμου ελέγχου προς τα έξω, δημιουργώντας πολύτιμο χρόνο αντίδρασης. Παρέχει τη δυνατότητα έγκαιρης αναγνώρισης ύποπτων σκαφών, διενέργειας στοχευμένων νηοψιών όταν συντρέχουν σοβαρές ενδείξεις, καθώς και συνεχούς καταδίωξης υπό τις προβλέψεις της UNCLOS. Στην περίπτωση του όμορφου νησιού του Ιονίου, η ύπαρξη Συνορεύουσας Ζώνης θα μπορούσε να διευκολύνει τον προγενέστερο εντοπισμό ύποπτου «μητρικού» σκάφους, από το οποίο ενδεχομένως να επιχειρούσε ή να ελεγχόταν το μη επανδρωμένο μέσο. Σε ένα περιβάλλον όπου τα drones και τα USVs λειτουργούν ολοένα συχνότερα ως εργαλεία ασύμμετρης ισχύος, η έγκαιρη επιτήρηση του φορέα εκτόξευσης ή υποστήριξής τους αποκτά κρίσιμη σημασία.
Για τη νότια Κρήτη, όπου ο διάδρομος Λιβύης–Κρήτης έχει πλέον αναδειχθεί σε ενεργή οδό παράνομης διακίνησης, το όφελος είναι ακόμη εμφανέστερο: η Ελλάδα αποκτά θεσμική και επιχειρησιακή δυνατότητα προληπτικής δράσης πριν από την είσοδο στα Χωρικά Ύδατα, με σκοπό την αποτροπή παραβιάσεων της μεταναστευτικής και τελωνειακής νομοθεσίας, στοχεύοντας παράλληλα το δίκτυο των διακινητών.
Μέσα σε ένα περιβάλλον ασύμμετρων και υβριδικών απειλών, όπως εκείνο που ανέδειξε η υπόθεση της Λευκάδας, η Συνορεύουσα Ζώνη δεν συνιστά πανάκεια· συγκροτεί όμως το αναγκαίο εξωτερικό επίπεδο προληπτικής επιτήρησης και επιχειρησιακού ελέγχου που σήμερα απουσιάζει από την ελληνική θαλάσσια αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Η Ευρώπη δεν δύναται να παραμένει αδρανής απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις. Η ΕΕ, έχοντας εγκρίνει την Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας ήδη από το 1998 ως Διεθνής Οργανισμός (98/392/ΕΚ), την έχει ενσωματώσει στον πυρήνα του ίδιου του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου και της θεσμικής της νομιμοποίησης. Η Frontex έχει συγκροτηθεί για την προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ευρώπης, η European Maritime Safety Agency για τη θαλάσσια επιτήρηση και επιχειρησιακή συνδρομή, ενώ η Europol για την ανίχνευση και εξάρθρωση διασυνοριακών δικτύων και υβριδικών απειλών. Το ζήτημα πλέον δεν αφορά την ανυπαρξία μηχανισμών, αλλά την πολιτική βούληση ενεργοποίησής τους.
Η Κυπριακή Προεδρία, η οποία έχει ήδη αναδείξει τη θαλάσσια ασφάλεια και την επιχειρησιακή ετοιμότητα σε κεντρικές προτεραιότητες, οφείλει να μεταφέρει το ζήτημα άμεσα στο ευρωπαϊκό τραπέζι. Όχι ως θεωρητική συζήτηση ή τεχνική υποσημείωση, αλλά ως επείγουσα ευρωπαϊκή απάντηση απέναντι στις νέες ασύμμετρες και υβριδικές απειλές που αναδύονται στα νοτιοανατολικά θαλάσσια σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το πραγματικό δίλημμα πλέον δεν αφορά το αν η Ελλάδα «τολμά» να ασκήσει ένα κατοχυρωμένο δικαίωμά της βάσει του Δικαίου της Θάλασσας, σημαντικοί κανόνες του οποίου αποκρυσταλλώνονται και στο Εθιμικό Διεθνές Δίκαιο. Έγκειται στο αν θα συνεχίσει να διατηρεί αναξιοποίητο ένα απολύτως νόμιμο, επιχειρησιακά αναγκαίο και γεωστρατηγικά ώριμο εργαλείο — έως ότου το κόστος της στρατηγικής ολιγωρίας καταστεί πολλαπλάσιο των σημερινών επιλογών.
* Ο Λυκούργος Λιακάκος είναι Διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου Παντείου
