Η ακάματη Patti Smith

Σοφή, ακούραστη, θαρραλέα, η ποιήτρια που έγινε θρύλος της μουσικής αυτοπροσδιορίζεται απλώς ως εργάτρια. H Patti Smith εμφανίζεται σήμερα στην Αθήνα στο θέατρο του Λυκαβηττού.

Η ακάματη Patti Smith

Κάθε δουλειά έχει τα τυχερά της. Η δική μας, η δημοσιογραφία, τέμνει καμιά φορά τη ζωή μας με εκείνη των ανθρώπων τους οποίους θαυμάζουμε. Δεν θα μπορούσα ποτέ, ας πούμε, να είχα φανταστεί όταν ήμουν έφηβος και άκουγα μετά μανίας το «Gone Again» ότι θα έφτανε ένα Σαββατιάτικο πρωί που θα μιλούσα στο τηλέφωνο με την Patti Smith και θα ήταν όπως ακριβώς την είχα φανταστεί: ευαίσθητη και σοφή, τρυφερή και βαθυστόχαστη.

Της πήρα συνέντευξη το 2016, λίγο πριν έρθει στην Αθήνα να παίξει ολόκληρο το «Horses» για πρώτη φορά, και όταν τη ρώτησα τι την κάνει να γελάει — γιατί στους περισσότερους μας φαίνεται πολύ σοβαρή — εκείνη απάντησε: «Το γέλιο του γιου μου. Γελάει με πολύ αστείο τρόπο και δεν μπορώ να κρατηθώ όποτε τον ακούω. Όπως μου αρέσουν πολύ τα λάθη που γίνονται στις συναυλίες. Απολαμβάνω πολύ περισσότερο να ακούω το κοινό να γελάει, απ’ ό,τι να χειροκροτεί. Μερικά από τα πιο ξεκαρδιστικά πράγματα γίνονται επί σκηνής και είναι τόσο ωραίο συναίσθημα, γιατί το γέλιο είναι κάτι που ενώνει. Σχεδόν σε κάθε εμφάνισή μας συμβαίνει κάτι αναπάντεχο ή αστείο και κανείς δεν το αναφέρει στις κριτικές του γιατί δεν χωράει στην ιδέα που έχουν για τη ροκ, θέλουν να γράψουν κάτι σοβαρό ή διανοουμενίστικο. Για να γελάσεις, όμως, πρέπει να έχεις εξυπνάδα, χρειάζεται συμπόνια, πρέπει να νιώθεις ελεύθερος. Και είναι και κάτι που μπορεί να μας βοηθήσει να αντέξουμε στα δύσκολα».

Γεννημένη στο Σικάγο το 1946 και μεγαλωμένη στο Νιου Τζέρσι, η Smith υπήρξε ένα φιλάσθενο, πεισματικά περίεργο παιδί — από εκείνα που, όπως η ίδια διηγείται, μπορούσαν να περάσουν ένα ολόκληρο πρωινό επικοινωνώντας σιωπηλά με μια χελώνα. Στα είκοσι μετακόμισε στη Νέα Υόρκη με ένα μόνο όνειρο, να γίνει ποιήτρια.

Εκεί συνάντησε τον Robert Mapplethorpe, και η σχέση τους — η φιλία, η συντροφικότητα, η αμοιβαία ενθάρρυνση δύο παιδιών που δεν είχαν λεφτά αλλά είχαν ο ένας τον άλλο — έγινε το υλικό του «Just Kids», του βιβλίου που της χάρισε το National Book Award το 2010 και που στην Ελλάδα κυκλοφόρησε ως «Πάτι και Ρόμπερτ».

Horses: Ο δίσκος σταθμός

Το τραγούδι ήρθε σχεδόν κατά λάθος, μέσα από την ποίηση. Η πρώτη της ανάγνωση το 1971 στην εκκλησία του Αγίου Μάρκου, με τον Lenny Kaye στην κιθάρα ύστερα από παρότρυνση του Sam Shepard, η μπάντα το 1973, το «Horses» το 1975, που τάραξε συθέμελα τη σκηνή της Νέας Υόρκης και έθεσε τις βάσεις του πανκ, το «Easter» με το «Because the Night», γραμμένο μαζί με τον Bruce Springsteen. Μισόν αιώνα αργότερα, το «Horses» θεωρείται τόσο επιδραστικό ώστε η Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου το έχει εντάξει στο Εθνικό Μητρώο Ηχογραφήσεων, η ίδια έχει εισαχθεί στο Rock and Roll Hall of Fame και η Γαλλία της έχει απονείμει τη διάκριση Commandeur des Arts et des Lettres (Διοικητής Τάγματος Τεχνών και Γραμμάτων) — αναγνωρίσεις που, λογικά, της λένε λιγότερα από μια καλή βραδιά επί σκηνής.

Και μετά, στην κορύφωση της επιτυχίας, η απόφαση που λίγοι θα έπαιρναν: να τα αφήσει όλα. Το 1979 γνώρισε τον Fred «Sonic» Smith, κιθαρίστα των MC5, μετακόμισε στο Ντιτρόιτ και αφοσιώθηκε στον γάμο και στα παιδιά της. Δεκαέξι χρόνια εκτός δημοσιότητας. «Φτάνεις σε ένα σημείο όπου γίνεσαι αγνώριστος στον ίδιο σου τον εαυτό», γράφει για εκείνη την εποχή — και την εξήγηση τη δίνει απλά: δεν εξελισσόταν πια, δεν έγραφε, δεν ήταν αυτό που είχε ονειρευτεί.

Η επιστροφή ήρθε με τον χειρότερο τρόπο. Μέσα σε λίγα χρόνια έχασε τον αδελφό της, τον Mapplethorpe και, το 1994, τον ίδιο τον Fred. Όταν τη ρώτησα πώς τα κατάφερε, η απάντησή της δεν είχε τίποτα το ηρωικό: «Όταν πέθανε ο άνδρας μου το 1994 ζούσα απομονωμένη, με δύο μικρά παιδιά, και δεν είχα καθόλου χρήματα. Έπρεπε να φτιάξω τη ζωή μου από την αρχή. Και το κατάφερα. Πάντα υπάρχει ένας τρόπος, κι ας μην οδηγεί σε αυτό ακριβώς που ήσουν, ούτε εκεί που περίμενες».

«Σημαία» του εαυτού της

Από τότε δεν σταμάτησε ξανά – δίσκοι, ποιητικές συλλογές, φωτογραφικά λευκώματα, εκθέσεις, συναυλίες σε όλο τον κόσμο, ένα Substack τα τελευταία χρόνια, και ένας σταθερός, ατρόμητος ακτιβισμός που, όπως λέει, δεν είναι ζήτημα θάρρους αλλά κοινής λογικής. Της έχει στοιχίσει: δεν την αφήνουν να μπει στην Κίνα, δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά όταν μίλησε κατά του πολέμου στο Ιράκ.

Αρνείται όμως, λέει, να γίνει η σημαία του οποιουδήποτε -προτιμά να στηρίζει την Pathway to Paris, τη μη κερδοσκοπική οργάνωση για το κλίμα που συνίδρυσε η κόρη της, Jesse Paris Smith. Στη σκηνή, άλλωστε, την πλαισιώνουν πια οικείοι: ο Lenny Kaye εδώ και πάνω από πενήντα χρόνια, ο ντράμερ Jay Dee Daugherty από το 1975, και ο γιος της, ο κιθαρίστας Jackson Smith. Πέρυσι τον Νοέμβριο κυκλοφόρησε το «Bread of Angels», το πιο προσωπικό από τα βιβλία της — ταυτόχρονα συνέχεια και προοίμιο του «Just Kids», όπως γράφτηκε. Διάλεξε να το εκδώσει στις 4 του μήνα, ημέρα θανάτου του Fred και γενεθλίων του Mapplethorpe.

Το βιβλίο γυρίζει πίσω στα παιδικά χρόνια και στον γάμο, και κρατάει μια αποκάλυψη για το τέλος: ότι ο Grant Smith δεν ήταν ο βιολογικός της πατέρας, κάτι που η ίδια ανακάλυψε με τη βοήθεια της κόρης που είχε δώσει για υιοθεσία στα είκοσί της. Είναι ένα βιβλίο για την απώλεια και την ευγνωμοσύνη — αυτές τις «μικρές, αυθόρμητες πράξεις καλοσύνης» στις οποίες παραπέμπει ο τίτλος -και κλείνει με τη Smith ξανά στον δρόμο, την περιπλανώμενη που ταξιδεύει για να επικοινωνήσει με τον εαυτό της.

Όταν τη ρώτησα πριν από δέκα χρόνια γιατί έγινε καλλιτέχνις, μου είχε μιλήσει για ένα κάλεσμα -άλλος θέλει να γίνει γιατρός, άλλος γονιός, εκείνη ήθελε από μικρή να γράφει. Η ποίηση ήταν ο οδηγός της σε όλη της τη ζωή. Σε πρόσφατη συνέντευξή της στους New York Times δήλωσε: «Πάντα λέω στους ανθρώπους: Αν θέλετε να με αποκαλέσετε κάτι, αποκαλέστε με εργάτρια. Γιατί αυτό κάνω. Δουλεύω κάθε μέρα και προσπαθώ να κάνω το καλύτερο δυνατό».

Απόψε στο Δημοτικό Θέατρο του Λυκαβηττού θα το αποδείξει ξανά.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version