Τεχνητή Νοημοσύνη στην απονομή δικαιοσύνης: Ασπίδα κατά της δικαστικής αυθαιρεσίας

Όταν η αλγοριθμική ανάλυση υποβοηθά την δικανική κρίση, η δικαιοσύνη μπορεί να γίνει όχι μόνο αποτελεσματικότερη αλλά και ανθεκτικότερη στη χειραγώγηση.

Τεχνητή Νοημοσύνη στην απονομή δικαιοσύνης: Ασπίδα κατά της δικαστικής αυθαιρεσίας

Η απονομή δικαιοσύνης αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις πυλώνες του κράτους δικαίου. Παρ’ όλα αυτά, σε πολλά δικαστικά συστήματα ανά τον κόσμο, και η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση, η υποκειμενικότητα, η επιλεκτική αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων και, στη χειρότερη περίπτωση, η στοχευμένη χειραγώγηση των αποφάσεων από δικαστές που δεν τηρούν τα πρότυπα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, αποτελούν παθογένειες που διαβρώνουν την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η τεχνητή νοημοσύνη ανοίγει έναν νέο δρόμο. Πρόκειται για την αντικειμενικοποίηση της δικαστικής κρίσης.

Το τεκμήριο της εποχής: Η κρίση που δεν κρύβεται πλέον

Η ελληνική κοινωνία βιώνει τα τελευταία χρόνια μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης απέναντι στη δικαστική εξουσία. Σκάνδαλα που έμειναν ατιμώρητα, υποθέσεις που θάφτηκαν, αποφάσεις που ξαφνίασαν με την αναντιστοιχία τους προς το αποδεικτικό υλικό. Όλα αυτά δεν αποτελούν αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά λαμβάνουν στη χώρα μας έντονη διάσταση λόγω της δομικής αδυναμίας του συστήματος να λογοδοτήσει.

Η επιλογή – διορισμός της δικαστικής ηγεσίας παραμένει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα. Σε αντίθεση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπου στα όργανα επιλογής δικαστών συμμετέχουν εκπρόσωποι της Βουλής, νομικοί και ακαδημαϊκοί, στην Ελλάδα η κυβέρνηση διορίζει όποιον επιθυμεί, σαν τοποτηρητή της, δημιουργώντας έτσι εγγενή σχέση εξάρτησης που δυσχεραίνει την αληθινή ανεξαρτησία.

Ταυτόχρονα ο πειθαρχικός έλεγχος των δικαστών παραμένει εν πολλοίς αναποτελεσματικός. Οι μηχανισμοί υπάρχουν στο χαρτί αλλά σπανίως εφαρμόζονται ουσιαστικά. Έτσι η περιφρούρηση του κύρους της δικαιοσύνης λειτουργεί ως πρόσχημα για την αποφυγή κάθε λογοδοσίας. Αυτό δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα του παρόντος. Πρόκειται για διαχρονικό δομικό χαρακτηριστικό που καλείται επειγόντως να αλλάξει.

Φωνές εκ των έσω: Όταν μιλούν όσοι υπηρέτησαν το σύστημα

Κατά την πρόσφατη παρουσίαση του νέου βιβλίου του Αντώνη Ρουπακιώτη «Ανατομία της Δικαστικής Εξουσίας – Αλήθειες και μύθοι» στο Μέγαρο Μουσικής η δημόσια συζήτηση για την κρίση της δικαιοσύνης απέκτησε μια σπάνια διάσταση. Αρχίζουν να μιλούν ανοιχτά και εκείνοι που βρέθηκαν εντός του συστήματος. Οι παρεμβάσεις επίτιμων ανώτατων δικαστικών λειτουργών σε δημόσιες εκδηλώσεις έχουν αυξηθεί αισθητά, και το περιεχόμενό τους είναι συχνά αιχμηρό.

Το βιβλίο του Αντώνη Ρουπακιώτη, πρώην Υπουργού Δικαιοσύνης, πρώην Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και έμπειρου νομικού με δεκαετίες παρουσίας στην πρώτη γραμμή της μαχόμενης δικηγορίας, δεν αποτελεί απλώς μια ακόμα ακαδημαϊκή προσέγγιση του ζητήματος. Είναι μαρτυρία εκ των έσω. Στην “Ανατομία της Δικαστικής Εξουσίας”, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Θεμέλιο, ο Ρουπακιώτης αποτυπώνει με ακρίβεια πώς η μακρά παράδοση κυβερνητικών παρεμβάσεων, η ανεπίτρεπτη επιείκεια των οργάνων πειθαρχικού ελέγχου και η βούληση κάλυψης παράνομων συμπεριφορών εντός του δικαστικού σώματος έχουν οδηγήσει σε ριζική απαξίωση της δικαστικής εξουσίας.

Κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου είναι ότι το κράτος δικαίου βρίσκεται στη χειρότερη κατάστασή του από τη Μεταπολίτευση και ότι αυτό δεν είναι αποτέλεσμα αμέλειας αλλά δομικής επιλογής. Η κυκλοφορία του συνέπεσε με μια ευρύτερη στροφή στον δημόσιο διάλογο: ολοένα περισσότεροι άνθρωποι που υπηρέτησαν εντός του συστήματος επιλέγουν να μιλήσουν.

Η ομιλία της Ξένης Δημητρίου, Επίτιμης Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αποτέλεσε σημαντική παρέμβαση κατά την παρουσίαση του βιβλίου. Μιλώντας ως γυναίκα που ανήλθε ως την κορυφή του εισαγγελικού σώματος και έπειτα επέλεξε να σπάσει τη σιωπή, κατέθεσε μια βαριά καταγγελία για τη δομική αδυναμία αυτοκάθαρσης του συστήματος. Τόνισε ότι ο πειθαρχικός έλεγχος των δικαστών παραμένει ουσιαστικά ανύπαρκτος: από το 1929, παρά τις χιλιάδες υποθέσεις που εισήχθησαν στο αρμόδιο δικαστήριο αγωγών κακοδικίας, εκδόθηκαν μόλις δύο καταδικαστικές αποφάσεις. Αυτό, κατά την Δημητρίου, δεν είναι τυχαίο. Είναι δομικό χαρακτηριστικό συστήματος που έχει σχεδιαστεί να μη λογοδοτεί. Η ύπαρξη μηχανισμού που δεν εφαρμόζεται δεν αποτελεί εγγύηση. Είναι άλλοθι.

Ο Επίτιμος Αντιπρόεδρος Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννης Γράβαρης, μιλώντας κι εκείνος στην παρουσίαση της Ανατομίας της Δικαστικής Εξουσίας του Αντώνη Ρουπακιώτη επικεντρώθηκε με την σειρά του στη δομική σχέση εξάρτησης της δικαστικής ηγεσίας από την εκτελεστική εξουσία. Ως πρώην μέλος του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, γνώριζε από πρώτο χέρι πώς ο τρόπος ορισμού των προέδρων αποκλειστικά από την κυβέρνηση δημιουργεί κλίμα όπου η ανεξαρτησία δεν προστατεύεται θεσμικά, αλλά εξαρτάται από την προσωπική ηθική του εκάστοτε τοποθετούμενου.

Αυτή η διαπίστωση, που συμμερίζονται πλέον και έμπειροι νομικοί και πρώην δικαστικοί λειτουργοί, υπογραμμίζει ότι η κρίση δεν είναι μόνο θεσμική. Είναι και ηθική. Υπάρχουν δικαστές που εκπληρώνουν το λειτούργημά τους με συνέπεια, ακόμα και υπό πίεση. Αυτοί όμως αποτελούν ακόμα εξαίρεση. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί να αλλάξει ήθος, μπορεί όμως να κάνει την αποτυχία του ήθους ορατή.

Το πρόβλημα: Η ευαισθησία της δικανικής κρίσης

Στις δίκες, και κυρίως σε εκείνες όπου η απόφαση εκδίδεται χωρίς την παρουσία των διαδίκων, αποκλειστικά βάσει του φακέλου, ο δικαστής αξιολογεί έγγραφα, αποδεικτικά μέσα και νομικές θέσεις σε συνθήκες απόλυτης αδιαφάνειας. Κανένας δεν παρακολουθεί τη διαδικασία. Κανείς δεν μπορεί να ελέγξει αν ένα κρίσιμο έγγραφο αγνοήθηκε εσκεμμένα, αν η νομολογία εφαρμόστηκε εσφαλμένα ή αν η στάθμιση των αποδείξεων ήταν άδικα επηρεασμένη.

Αυτή η αδιαφάνεια δεν ωφελεί μόνο το απλό λάθος. Ωφελεί επίσης τον δικαστή κακής πίστης. Η παράλειψη αξιολόγησης ενός εγγράφου, η εσφαλμένη παραπομπή σε νομολογία, η αυθαίρετη ερμηνεία κανόνα δικαίου. Όλα αυτά μπορούν να αποδοθούν σε «ανθρώπινο λάθος» ή «δικαστική κρίση» και να αποφευχθεί κάθε λογοδοσία. Σε ένα σύστημα με ελλιπή πειθαρχικό έλεγχο, και απίστευτα χρονοβόρων διαδικασιών όπου τα ένδικα μέσα είναι στην πράξη κενά περιεχομένου, αυτή η ασάφεια δεν είναι τυχαία. Είναι λειτουργική.

Η λύση: Τι μπορεί να προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη

Η εφαρμογή συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης στην αξιολόγηση δικαστικών εγγράφων δεν αποσκοπεί στην αντικατάσταση του δικαστή αλλά στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου, ελέγξιμου στρώματος ανάλυσης που λειτουργεί παράλληλα και ενδεχομένως ως έλεγχος στην ανθρώπινη κρίση. Στόχος είναι να γεφυρωθεί το χάσμα που δημιουργεί η αδιαφάνεια. Να υπάρξει ένα αντικειμενικό αποτύπωμα της διαδικασίας, ορατό και μετρήσιμο.

Αυτοματοποιημένη χαρτογράφηση αποδείξεων. Ένα σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να αναλύσει το σύνολο των εγγράφων ενός φακέλου, να κατηγοριοποιήσει τα αποδεικτικά μέσα, να εντοπίσει αντιφάσεις και να δημιουργήσει δομημένη αντιστοίχιση μεταξύ κάθε ισχυρισμού και του αντίστοιχου αποδεικτικού υλικού. Αν η τελική απόφαση αγνοεί αποδείξεις που το σύστημα εντόπισε ως κρίσιμες, αυτό γίνεται άμεσα ορατό.

Ανάλυση εφαρμογής νομικού κανόνα. Τα σύγχρονα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, εκπαιδευμένα σε νομολογία και νομοθεσία, μπορούν να αξιολογούν αν ο νομικός κανόνας που εφαρμόστηκε είναι συνεπής με τη νομολογία, αν παρακάμπτει αντίθετες αποφάσεις ανώτερων δικαστηρίων και αν η ερμηνεία εντάσσεται στο φάσμα των αποδεκτών επιλογών.

Ανίχνευση αποκλίσεων και προτύπων. Με την ανάλυση μεγάλου αριθμού αποφάσεων, ένα σύστημα Τεχνητής Νοημοσύνης μπορεί να εντοπίσει στατιστικά ανώμαλα μοτίβα: ένα δικαστήριο που αποφασίζει υπέρ συγκεκριμένης κατηγορίας διαδίκων δυσανάλογα συχνά, ή αποφάσεις που αποκλίνουν αδικαιολόγητα από την πάγια νομολογία σε παρόμοιες υποθέσεις.

Αρχιτεκτονική συστήματος: Πώς μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη

Στο πρώτο επίπεδο, πριν την έκδοση απόφασης, το σύστημα παρέχει στον δικαστή αυτόματη ανάλυση του φακέλου, δηλαδή χαρτογράφηση αποδείξεων, εντοπισμό σχετικής νομολογίας, επισήμανση εναλλακτικών νομικών θεωρήσεων. Ο δικαστής παραμένει ελεύθερος να αποκλίνει, υπό την προϋπόθεση ότι κάθε απόκλιση πρέπει να αιτιολογηθεί.

Στο δεύτερο επίπεδο, μετά την έκδοση απόφασης, το σύστημα συγκρίνει την απόφαση με την ανάλυση που παρήγαγε και επισημαίνει ασυμφωνίες. Το εύρημα δεν ακυρώνει την απόφαση, αλλά γίνεται τμήμα του φακέλου εφέσεως, παρέχοντας ακριβώς την ορατότητα που απαιτεί το δημοκρατικό κράτος δικαίου.

Στο τρίτο επίπεδο, συστημικά, τα δεδομένα αναλύονται από ανεξάρτητο εποπτικό φορέα. Αυτός ο φορέας εντοπίζει μακροχρόνιες παθογένειες και τις καθιστά δημόσιες. Χωρίς ανεξάρτητη εποπτεία, κανένα τεχνολογικό σύστημα δεν επαρκεί από μόνο του.

Επιφυλάξεις και όρια: Τι η τεχνητή νοημοσύνη δεν μπορεί και δεν πρέπει να κάνει

Η ενθουσιώδης υιοθέτηση τεχνολογικών λύσεων στη δικαιοσύνη εγκυμονεί κινδύνους. Τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης εκπαιδεύονται σε ιστορικά δεδομένα. Αν αυτά περιέχουν τις ίδιες στρεβλώσεις που επιχειρούμε να διορθώσουμε, το σύστημα θα τις αναπαράγει. Το ίδιο ερώτημα τίθεται και εδώ: ποιος ελέγχει τους ελεγκτές;

Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος της αλγοριθμικής εξουσίας. Αν ο δικαστής αισθάνεται αναγκασμένος να συμμορφωθεί με τη σύσταση του συστήματος για να αποφύγει εποπτεία, τότε η κρίση δεν ανήκει πλέον στον δικαστή αλλά στον σχεδιαστή του αλγόριθμου. Αυτό είναι εξίσου επικίνδυνο με τη δικαστική αυθαιρεσία.

Συμπέρασμα: Ένα νέο πλαίσιο δικαστικής λογοδοσίας

Σπάνια στην ελληνική δημόσια ζωή, αρχίζουν να ακούγονται φωνές από ανθρώπους που υπηρέτησαν εντός του συστήματος. Η επίτιμη Εισαγγελέας Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου, στην δημόσια ομιλία της, διατύπωσε με σαφήνεια αυτό που πολλοί αποφεύγουν να πουν: ο πειθαρχικός έλεγχος των δικαστών στην Ελλάδα είναι τυπικός και όχι ουσιαστικός.

Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι πανάκεια. Είναι όμως ένα ισχυρό εργαλείο διαφάνειας. Η συστηματικά με Τεχνητή Νοημοσύνη υποστηριζόμενη ανάλυση αποφάσεων μπορεί να αλλάξει ριζικά τη δυναμική σε ένα σύστημα που έχει ιστορικά βασιστεί στην αδιαφάνεια. Δεν υποκαθιστά τον θεσμικό μεταρρυθμιστικό αγώνα, μπορεί όμως να τον ενισχύσει.

Το ζητούμενο δεν είναι μια δικαιοσύνη που αποφασίζει αλγοριθμικά. Είναι μια δικαιοσύνη που γνωρίζει ότι παρακολουθείται και αυτή η επίγνωση από μόνη της μπορεί να αρκέσει για να αλλάξει τη συμπεριφορά. Επειδή η Δικαιοσύνη ΔΕΝ είναι τυφλή και ΘΕΛΟΥΜΕ να μας κοιτά στα μάτια, όπως, ποιητικά, είπε ο Αντώνης Ρουπακιώτης.

* Ο Χρήστος Ν Πετράκος είναι δικηγόρος.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version