Στη Γουόλ Στριτ, ο Στιβ Φάινμπεργκ ήξερε πως να φτιάχνει μια παρουσίαση – πρόταση για επενδυτές που σκέφτονταν να ποντάρουν δισεκατομμύρια στην ανάκαμψη των εταιρειών του.
Τώρα, ως το Νο 2 του Πενταγώνου, ο πρώην επικεφαλής private equity βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη «πώληση» της καριέρας του: να πείσει το Κογκρέσο να εγκρίνει τον στρατιωτικό προϋπολογισμό των 1,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ.
Η τεράστια αυτή αύξηση της χρηματοδότησης θα διοχετευθεί σε έναν στρατό που ταλαιπωρείται εδώ και χρόνια από υπερκοστολογήσεις και μεγάλες καθυστερήσεις. Ο Φάινμπεργκ έχει πει σε αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ ότι μπορεί να ξεπεράσει αυτά τα προβλήματα εφαρμόζοντας μια πολιτική «καρότου και μαστιγίου» απέναντι στις εταιρείες που θα λάβουν τα χρήματα.
«Οι εργολάβοι που είναι πρόθυμοι να αλλάξουν μαζί μας θα ευημερήσουν και θα αναπτυχθούν», είπε ο Φάινμπεργκ σε στελέχη εταιρειών όπως η Lockheed Martin και η Northrop Grumman, καθώς και άλλων μεγάλων προμηθευτών, σε μια εκδήλωση στο National War College στην Ουάσιγκτον πέρυσι. «Όσοι δεν το κάνουν και αντισταθούν, θα εξαφανιστούν».
Ο 66χρονος δισεκατομμυριούχος ήταν ο κορυφαίος αγοραστής οπλικών συστημάτων του Πενταγώνου τον τελευταίο χρόνο, που εγκατέλειψε την εξαιρετικά επικερδή θέση του στην εταιρεία private equity Cerberus Capital Management. Μεγάλο μέρος αυτού του διαστήματος το έχει περάσει συγκρουόμενος με εργολάβους για τον ρυθμό αύξησης της παραγωγής και για το πώς επενδύουν τα χρήματά τους.
Ο Φάινμπεργκ έχει ήδη κλείσει συμφωνίες ώστε η κυβέρνηση να αποκτήσει μετοχικά μερίδια σε τουλάχιστον πέντε εταιρείες του ιδιωτικού τομέα και ζητά δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια από τους φορολογούμενους φέτος για επιπλέον επενδύσεις. Αυτά τα «πονταρίσματα» μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να αποδώσουν και περιπλέκονται από τον πόλεμο με το Ιράν, που έχει ήδη περιορίσει τα αποθέματα όπλων των ΗΠΑ.
Τα αφεντικά του — ο πρόεδρος Τραμπ και ο υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ— έχουν δώσει στον υφυπουργό Άμυνας μεγάλη ελευθερία να ακολουθήσει πιο επιθετική στάση απέναντι στις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες αποκομίζουν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως από στρατιωτικά συμβόλαια. Ο Φάινμπεργκ αντιμετωπίζει τους αμυντικούς εργολάβους σαν «εταιρείες χαρτοφυλακίου» του Πενταγώνου, συχνά ζητώντας από εταιρείες να μεταφέρουν πόρους προς στρατιωτικές προτεραιότητες ακόμη και πριν υπάρξουν συμβόλαια που θα πληρώσουν αυτές τις κινήσεις.
Η Deal Team 6
Ο Φάινμπεργκ έχει συγκεντρώσει γύρω του έναν στενό κύκλο συμβούλων με δεσμούς με την Cerberus. Στην ομάδα περιλαμβάνονται ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της Cerberus Τζον Γκάλαχερ και μια ομάδα αρμόδια για τις συμφωνίες, η Economic Defense Unit, με επικεφαλής τον επίσης πρώην της Cerberus Τζορτζ Κολιτίδη. Αυτοί οι ειδικοί στα οικονομικά διαπραγματεύονται συμβάσεις του Πενταγώνου με αμυντικές εταιρείες, σύμφωνα με τον Μάικλ Καντενάτσι, γραμματέα στο υπουργείο Άμυνας.
«Αυτοί είναι που φτιάχνουν τις συμφωνίες ώστε να λειτουργούν», είπε ο Καντενάτσι σε εκδήλωση του Hudson Institute τον Φεβρουάριο. Ορισμένα στελέχη του κλάδου έχουν αποκαλέσει την ομάδα «Deal Team 6» (στμ. λογοπαίγνιο με το Seal Team 6 των ειδικών δυνάμεων του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ).
«Πρόκειται για μια κατάληψη από την Cerberus», δήλωσε ο Στιβ Μπλανκ, επίκουρος καθηγητής επιχειρηματικότητας και εθνικής ασφάλειας στο Στάνφορντ. «Το private equity μόλις αγόρασε τον μεγαλύτερο οργανισμό του».
Εκπρόσωπος της Cerberus ανέφερε ότι ο Φάινμπεργκ «αποεπένδυσε από το μερίδιό του στην Cerberus και σε οποιαδήποτε κεφάλαια διαχειρίζεται και δεν έχει καμία εμπλοκή στις δραστηριότητες της εταιρείας ή των εταιρειών του χαρτοφυλακίου της». Πρόσθεσε ότι οι πρώην εργαζόμενοι της Cerberus που βρίσκονται τώρα στο Πεντάγωνο «πήραν προσωπικές αποφάσεις να υπηρετήσουν στην κυβέρνηση των ΗΠΑ».
Ο Φάινμπεργκ βοήθησε να σχεδιαστεί ο νέος αμυντικός προϋπολογισμός της κυβέρνησης — που προβλέπει αύξηση 441 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε σχέση με πέρυσι. Αν εγκριθεί, τα χρήματα θα στηρίξουν τη φιλόδοξη στρατιωτική ατζέντα του Τραμπ, όπως την ανάπτυξη της αντιπυραυλικής ασπίδας Golden Dome και τα πλοία του στόλου Golden Fleet.
Θα δώσει επίσης στους αξιωματούχους του Φάινμπεργκ την διαχείριση ενός τεράστιου πολεμικού ταμείου, στο οποίο θα περιλαμβάνονται 30 δισ. δολάρια για αγορές μέσω του Defense Production Act και 20 δισ. δολάρια για δάνεια από το Office of Strategic Capital.
Ο Φάινμπεργκ εργάζεται παρασκηνιακά για να ενισχύσει την υποστήριξη σε αυτή την αύξηση των δαπανών. Ενώ Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί βουλευτές παραπονιούνται ότι η ομάδα του Χέγκσεθ δεν τους ενημερώνει επαρκώς, ο Φάινμπεργκ έχει καταφέρει να χτίσει σχέσεις και με τα δύο κόμματα. Έχει έρθει ιδιαίτερα κοντά με τον Δημοκρατικό γερουσιαστή από το Ρόουντ Άιλαντ Τζακ Ριντ, με τον οποίο μιλά συχνά τηλεφωνικά.
«Δεν τον ενδιαφέρει αν οι υφιστάμενοί του τον κολακεύουν ή όχι», είπε ο βουλευτής Άνταμ Σμιθ, κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής. «Θέλει να γίνει η δουλειά. Και αυτό είναι η διαφορά του σε σχέση με τα αφεντικά του πιο πάνω στην ιεραρχία».
Πως επηρέασε τον Τραμπ
Γύρω στα Χριστούγεννα, η ρεπουμπλικανική ηγεσία για θέματα άμυνας δείπνησε με τον Φάινμπεργκ και τον Χέγκσεθ, παρουσιάζοντας γραφήματα που έδειχναν ότι ο σχεδόν σταθερός αμυντικός προϋπολογισμός που πρότεινε ο διευθυντής του Office of Management and Budget, Ρας Βόουτ, υστερούσε σε σχέση με τα επίπεδα δαπανών προηγούμενων κυβερνήσεων — ακόμη και Δημοκρατικών.
Ο Φάινμπεργκ και ο Χέγκσεθ παρουσίασαν το ίδιο επιχείρημα στον Τραμπ σε συνάντηση στον Λευκό Οίκο λίγες ημέρες αργότερα, προτείνοντας ο στρατιωτικός προϋπολογισμός να φτάσει το 5 % του αμερικανικού ΑΕΠ, στο ίδιο επίπεδο που ο Τραμπ ζητά από τους Ευρωπαίους συμμάχους.
Η πρόταση έπεισε τον πρόεδρο. Λίγες ημέρες αργότερα, ο Τραμπ ζήτησε προϋπολογισμό 1,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων — περίπου το 5 % του ΑΕΠ.
Η αύξηση θα διασφαλίσει την παραγωγή προηγμένων πυραύλων που οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους στον Περσικό Κόλπο έχουν ξοδέψει τις τελευταίες εβδομάδες και θα μπορούσε να ενισχύσει τις στρατιωτικές τους δυνατότητες για την επόμενη δεκαετία.
Ωστόσο, ειδικοί προειδοποιούν ότι ο πόλεμος με το Ιράν ανέδειξε την ανάγκη για φθηνότερα όπλα που μπορούν να σχεδιαστούν γρήγορα και να παραχθούν μαζικά — κάτι που οι παραδοσιακοί εργολάβοι της αμυντικής βιομηχανίας δυσκολεύονται να κάνουν.
«Τα μεγάλα συστήματα χρειάζονται διόρθωση και σε αυτό στοχεύει», είπε ο Τζον Φεράρι, απόστρατος υποστράτηγος και αναλυτής στο American Enterprise Institute. «Αλλά χρειαζόμαστε πολύ μεγαλύτερη έμφαση σε όπλα χαμηλού κόστους».
Αν οι ΗΠΑ συνεχίσουν να αγοράζουν τα ίδια ακριβά όπλα, πρόσθεσε, οι αντίπαλοι απλώς θα δημιουργούν περισσότερους στόχους — και «κάποια στιγμή θα ξεμείνεις».
«Ανακρίσεις» και χαμηλό προφίλ
Στο Πεντάγωνο, ο Φάινμπεργκ είναι γνωστός για τις πολύωρες συσκέψεις όπου «ανακρίνει» διευθύνοντες συμβούλους εταιρειών και συχνά εργάζεται μέχρι τα μεσάνυχτα. Σπάνια φεύγει από το κτίριο και μερικές φορές καλεί φίλους στο γραφείο του για δείπνο στις 11:30 το βράδυ.
Έχει καθιερώσει τριμηνιαίες κλήσεις με τους CEO μεγάλων αμυντικών εταιρειών, πιέζοντάς τους να επενδύσουν για να επιταχυνθεί η παραγωγή όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού.
Ο Φάινμπεργκ είναι ένας από τους ελάχιστους υφυπουργούς Άμυνας που δεν επιδιώκουν να γίνουν υπουργοί. Διατηρεί χαμηλό προφίλ, αποφεύγοντας συνεντεύξεις και την κοινωνική ζωή της Ουάσιγκτον. Οδηγεί ένα αγροτικό Ford και νιώθει άβολα με τη συνοδεία των ανδρών της ασφαλείας του.
Η προσπάθεια του Φάινμπεργκ να επιταχύνει την αγορά όπλων θα μπορούσε να αποτρέψει βασικά βήματα στη διαδικασία, δήλωσε ο Μαρκ Κάντσιαν, ανώτερος σύμβουλος του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι οι εκτεταμένες, ανεξάρτητες δοκιμές για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα και η αξιοπιστία κρίσιμων συστημάτων, κάτι που μπορεί να σημαίνει ζωή ή θάνατο για τα μέλη των ενόπλων δυνάμεων.
«Ακούτε συνέχεια, «το σύστημα δεν λειτουργεί σωστά». Λοιπόν, όχι, το σύστημα είναι το αποτέλεσμα μιας σειράς συμβιβασμών», ανέφερε ο Κάντσιαν.
«Το Υπουργείο Πολέμου διαθέτει όλα όσα χρειάζεται για να εκτελέσει οποιαδήποτε αποστολή στον χρόνο και στον τόπο που επιλέγει ο Πρόεδρος και σε οποιοδήποτε χρονοδιάγραμμα», δήλωσε ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Πάρνελ. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Φάινμπεργκ «επηρέασε μια ολόκληρη γενιά το Υπουργείο Πολέμου» κατά τον πρώτο χρόνο του στη θέση.
Ο Φάινμπεργκ αρνήθηκε να δώσει συνέντευξη για αυτό το άρθρο.
Θέλει συνεχή έλεγχο
Οι ηγέτες των επιχειρήσεων που έχουν αλληλεπιδράσει με τον υφυπουργό Άμυνας τον περιγράφουν ως κάποιον που ασκεί υπερβολικό έλεγχο, που εξετάζει ενδελεχώς τις λεπτομέρειες των συμβάσεων και των στατιστικών της εφοδιαστικής αλυσίδας για να βρει πιθανές εξοικονομήσεις ή σημεία που θα προκαλέσουν πρόβλημα.
Ο Φάινμπεργκ ξεκίνησε ως trader για προβληματικά χρέη στην Drexel Burnham Lambert τη δεκαετία του 1980. Είχε ενταχθεί στην δύναμη των εφέδρων ROTC ενώ ήταν φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, αλλά πήγε στη Wall Street μετά την αποφοίτησή του. Όταν έφτασε τα 30 του, συνίδρυσε την Cerberus και έκανε περιουσία αναλαμβάνοντας εταιρείες σε προβληματική θέση, όπως η αλυσίδα σούπερ μάρκετ Albertsons, και αναδιαμορφώνοντας τις λειτουργίες τους.
Η Cerberus διαχειρίζεται τώρα περιουσιακά στοιχεία περίπου 70 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Ο Φάινμπεργκ έχει δηλώσει ότι η σπατάλη και η κακή οικονομική λογοδοσία έχουν περιορίσει την ικανότητα του Πενταγώνου να συμβαδίζει με τις αλλαγές στον σύγχρονο πόλεμο. Άτομα που έχουν συνεργαστεί μαζί του λένε ότι αυτές οι αποτυχίες τον απογοήτευσαν όταν ήταν στη Γουόλ Στριτ και τον ώθησαν στην απόφασή του να προσπαθήσει να διορθώσει τις αποτυχίες του υπουργείου μέσω του δημόσιου τομέα.
«Αυτό είναι του χεριού μου, ελπίζω», δήλωσε ο Φάινμπεργκ στην ακρόαση επικύρωσης του πέρυσι. «Πέρασα μια καριέρα βοηθώντας οργανισμούς να βελτιωθούν και αφού το έκανα για τόσα χρόνια, σίγουρα έχω κάνει τα λάθη μου, αλλά πιστεύω ότι καταλαβαίνω και νομίζω ότι μπορώ να συμβάλλω σε αυτό». Ο Φάινμπεργκ γνωρίζει επίσης από πρώτο χέρι πώς ξοδεύει το Πεντάγωνο τα χρήματά του. Με τα χρόνια, η Cerberus έχει εξαγοράσει αμυντικές εταιρείες και άλλες επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τις στρατιωτικές δαπάνες των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων κατασκευαστών πυροβόλων όπλων, ενός κατασκευαστή στρατιωτικών φορτηγών και ενός σταθερού για χρόνια παρόχου αεροπορικών υπηρεσιών και logistics σε ζώνες συγκρούσεων.
Μια άλλη εταιρεία που έχει επενδύσει η Cerberus, η Ligado Networks, μήνυσε την κυβέρνηση των ΗΠΑ το 2023 για 39 δισεκατομμύρια δολάρια. Η δύο φορές χρεοκοπημένη εταιρεία τηλεπικοινωνιών δήλωσε ότι το Πεντάγωνο χρησιμοποιούσε τα αδειοδοτημένα δικαιώματα ασύρματου φάσματος χωρίς αποζημίωση, απειλώντας το επιχειρηματικό της μοντέλο.
Όταν εντάχθηκε στην κυβέρνηση πέρυσι, ο Φάινμπεργκ δεσμεύτηκε να μεταβιβάσει τις συμμετοχές του στην Cerberus σε καταπιστεύματα που ωφελούν τα ενήλικα παιδιά του. Ερωτηθείς για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου, Πάρνελ, δήλωσε: «Ο Αναπληρωτής είναι ένας άνθρωπος με ακεραιότητα που έχει συμπεριφερθεί ηθικά σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του».
Σκληρές τακτικές
Στελέχη της μεταλλευτικής εταιρείας MP Materials κλήθηκαν στο Πεντάγωνο τον περασμένο Απρίλιο σε μια στιγμή κρίσης για την Ουάσινγκτον. Η Κίνα είχε μόλις ανακοινώσει συντριπτικούς περιορισμούς στην εξαγωγή σπάνιων γαιών των ορυκτών κρίσιμων για την παραγωγή όπλων όπως πύραυλοι και μαχητικά αεροσκάφη, σε απάντηση στους σαρωτικούς δασμούς του Τραμπ. Αξιωματούχοι του Υπουργείου Άμυνας πίεζαν τα στελέχη να εξηγήσουν πόσο γρήγορα θα μπορούσαν να αυξήσουν την παραγωγή: Με περισσότερα μετρητά, πώς θα άλλαζε το χρονοδιάγραμμα; Τα στελέχη υποσχέθηκαν να αναλύσουν τα νούμερα αφού έφυγαν από την Ουάσινγκτον. Αυτό δεν ήταν αρκετό για τον Φάινμπεργκ.
«Ακυρώστε τις πτήσεις επιστροφής σας», είπε. «Κλείστε ξενοδοχείο». Τους είπαν να κάνουν προτάσεις στον υποψήφιο επενδυτή τους – την κυβέρνηση των ΗΠΑ – την επόμενη μέρα. Τα στελέχη επέστρεψαν το πρωί με μια μακρά παρουσίαση διαφανειών και πέρασαν σχεδόν τέσσερις ώρες συζητώντας τα σχέδιά τους με ανώτερους αξιωματούχους του Πενταγώνου. Η τεταμένη συνάντηση τελικά απέδωσε μια επένδυση εκατοντάδων εκατομμυρίων στην MP Materials, δίνοντας στις ΗΠΑ μερίδιο 15% σε έναν μεγάλο εγχώριο παραγωγό σπάνιων γαιών.
Οι αξιωματούχοι σχεδίασαν τη συμφωνία για να ενισχύσουν γρήγορα την παραγωγή κι όχι για να αποφέρουν στους φορολογούμενους ένα σημαντικό απροσδόκητο κέρδος. Η κυβέρνηση εγγυήθηκε επίσης ότι θα πλήρωνε μια ελάχιστη τιμή για μέρος της παραγωγής της MP, προστατεύοντας περαιτέρω την εταιρεία από ζημίες από πιθανό κινεζικό ντάμπινγκ. Αξιωματούχοι των ΗΠΑ αργότερα αποφάσισαν ότι η δέσμευση ήταν πολύ ακριβή για να επεκταθεί σε άλλες εταιρείες εξόρυξης, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν το θέμα.
Όταν ο Τραμπ υποσχέθηκε νέους περιορισμούς στις αμοιβές των στελεχών και στις επαναγορές μετοχών στις αρχές Ιανουαρίου, το Πεντάγωνο κανόνισε μια κλήση με τους διευθύνοντες συμβούλους του τομέα της άμυνας. Ο Φάινμπεργκ άφησε τα στελέχη να περιμένουν για μια ώρα πριν τελικά συνδεθεί και κατά τη διάρκεια της κλήσης παρείχε λίγες λεπτομέρειες. Οι διευθύνοντες σύμβουλοι δεν είδαν το σχετικό διάταγμα μέχρι που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του Λευκού Οίκου την επόμενη μέρα. Απαγόρευε στις εταιρείες να καταβάλλουν μερίσματα ή να αγοράζουν μετοχές «μέχρι να είναι σε θέση να παράγουν ένα ανώτερο προϊόν, εντός χρονοδιαγράμματος και προϋπολογισμού».
Η απειλή ίσως και να λειτούργησε: Πολλοί κατασκευαστές όπλων αργότερα συμφώνησαν σε προκαταρκτικές συμφωνίες πριν να πάρουν συμβόλαια στα χέρια τους. Συνέχισαν να καταβάλλουν μερίσματα.
Περισσότεροι πύραυλοι
Υπό την πίεση του Φάινμπεργκ, ορισμένοι εργολάβοι έλαβαν μέτρα για να ενισχύσουν την καλή θέληση. Η Lockheed Martin τον Ιανουάριο σύναψε συμφωνία με το Πεντάγωνο για να υπερτριπλασιάσει την παραγωγή αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot σε περίπου 2.000 ετησίως. Ένας άλλος μεγάλος προμηθευτής του Πενταγώνου, η L3Harris, συμφώνησε στα μέσα Ιανουαρίου να αυξήσει την παραγωγή και να μεταβιβάσει την επιχείρηση των πυραύλων σε μια νέα εισηγμένη εταιρεία με την υποστήριξη μιας επένδυσης 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων από το Πεντάγωνο. Η συμφωνία επιτεύχθηκε μετά από μήνες συναντήσεων με τον Φάινμπεργκ και άλλους αξιωματούχους του Υπουργείου Άμυνας, οι οποίοι ήθελαν ορισμένα εξαρτήματα πυραύλων να παράγονται σε τριπλάσιο ρυθμό από τον τρέχοντα. Η συναλλαγή «προέκυψε διαφορετικά από ό,τι περιμέναμε πριν από μερικούς μήνες, αλλά φαίνεται να είναι μια δίκαιη συμφωνία», δήλωσε σε συνέντευξή του ο Διευθύνων Σύμβουλος της L3Harris, Chris Kubasik. «Χρειαζόμασταν το ποσό που θα ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν» πρόσθεσε.
Ο Φάινμπεργκ επέκρινε κατ’ ιδίαν για μήνες τον εργολάβο RTX για τον ρυθμό των διαπραγματεύσεων για την επιτάχυνση της παραγωγής πυρομαχικών AMRAAM, Standard Missile και Tomahawk, σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν τις ανταλλαγές. Μέχρι τον Ιανουάριο, η εκστρατεία πίεσης έφτασε στον Λευκό Οίκο και ο Τραμπ επέκρινε τη θυγατρική της εταιρείας, Raytheon, στην πλατφόρμα Truth Social. Η Raytheon απάντησε στις αρχές Φεβρουαρίου με τις δικές της πολυετείς δεσμεύσεις παραγωγής πυραύλων, δεσμευόμενη να επενδύσει νωρίς ώστε να τετραπλασιάσει την ετήσια παραγωγή της.
Λίγες μέρες αργότερα, στις 6 Φεβρουαρίου, ο επικεφαλής για τις αγορές όπλων Μάικλ Ντάφι έστειλε μια λακωνική επιστολή εκ μέρους του Φάινμπεργκ σε τουλάχιστον 7 εταιρείες άμυνας, προειδοποιώντας τους να προετοιμαστούν για σαρωτικές αξιολογήσεις απόδοσης που θα εντοπίσουν τις εταιρείες που δεν εκπληρώνουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις.
Οι κατασκευαστές πυραύλων πραγματοποιούν αρχικές επενδύσεις για να ενισχύσουν την παραγωγή, αλλά οι κινήσεις αυτές θα μπορούσαν να αυξήσουν σημαντικά τα κέρδη εάν η κυβέρνηση τηρήσει τα συμβόλαιά της που έχει υποσχεθεί τα επόμενα χρόνια. Μια αύξηση επενδύσεων περίπου 5 έως 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την Lockheed και την RTX κατά τα επόμενα τρία χρόνια θα μπορούσε τελικά να αυξήσει τις ετήσιες πωλήσεις τους κατά 20 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με αναλυτές της επενδυτικής τράπεζας Jefferies.
Οι γραμμές ελέγχου
Ο Φάινμπεργκ προκαλεί επίσης αντιδράσεις εντός του Πεντάγωνου, ιδιαίτερα μετά την έναρξη μιας αναθεώρησης εξαγορών πέρυσι, η οποία αναδιοργάνωσε τα προγράμματα υψηλής προτεραιότητας ώστε να αναφέρονται απευθείας σε αυτόν. Στους διευθυντές, που συχνά αναφέρονται ως «τσάροι του προγράμματος», περιλαμβάνονται αξιωματούχους που είναι υπεύθυνοι για την αγορά του μαχητικού αεροσκάφους επόμενης γενιάς F-47, του βομβαρδιστικού stealth B-21 Raider, νέων υποβρυχίων και τμημάτων της σχεδιαζόμενης αντιπυραυλικής ασπίδας Golden Dome αξίας 185 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
«Αναφέρομαι στον υφυπουργό και μόνο σε αυτόν», δήλωσε ο στρατηγός Μάικλ Γκούτελαϊν των Διαστημικών Δυνάμεων, διευθυντής του Golden Dome, σε συνέδριο βιομηχανίας στις 17 Μαρτίου. «Είναι ο μόνος αξιωματούχος που μπορεί να μου πει «όχι»». Η αναδιάρθρωση έχει οδηγήσει ορισμένους ανώτερους αξιωματούχους των υπηρεσιών να παραπονεθούν ότι ο Φάινμπεργκ τους παρακάμπτει και πηγαίνει απευθείας στον Λευκό Οίκο κατά τον σχεδιασμό προγραμμάτων που συνήθως εμπίπτουν στα χαρτοφυλάκιά τους.
Είναι πολύ νωρίς για να πούμε εάν αυτή η οργανωτική αναδιάρθρωση – μια βραχυπρόθεσμη αναστάτωση – θα βελτιώσει τα προγράμματα που αναμένεται να χρειαστούν χρόνια ή δεκαετίες για να αποδείξουν την αξία τους. Ο στρατηγός της Πολεμικής Αεροπορίας Ντέιλ Γουάιτ, ο οποίος διαχειρίζεται μεγάλα προγράμματα όπλων, από το βομβαρδιστικό B-21 μέχρι το Air Force One, δήλωσε στο ίδιο συνέδριο της βιομηχανίας ότι ο Φάινμπεργκ κάνει δύσκολες επιλογές για να θέσει τη βιομηχανική βάση του στρατού σε πολεμική βάση.
«Τους φέρνει όλους στο ίδιο τραπέζι, ακούει διαφορετικές απόψεις, κατανοεί τις προκλήσεις και επιδιώκει συναίνεση», είπε. «Και αν δεν υπάρξει συναίνεση, παίρνει την δύσκολη απόφαση».
