Η ήττα Βίκτορ Όρμπαν, θα έπρεπε να προκαλέσει ένα ισχυρό σοκ σε ένα από τα δύο μεγάλα πολιτικά κόμματα των ΗΠΑ.
Παραδόξως, αυτό δεν είναι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, παρότι είχε επενδύσει βαθιά στον Όρμπαν ως ιδεολογικό σύμμαχο.
Όπως ,αναφέρει το Politico σε ανάλυσή του, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πτώση του Όρμπαν αποτελεί πλήγμα για την πολιτική τύπου MAGA και υπενθύμιση ότι ακόμη και ένα ανεπτυγμένο σύστημα λεγόμενης «ανελεύθερης δημοκρατίας» έχει τα όριά του. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο αντιπρόεδρος Τζει ντι Βανς επένδυσαν προσωπικό κύρος και πολιτικό κεφάλαιο στη στήριξη του «ορμπανισμού», φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να στείλουν τον Βανς να κάνει προεκλογική εκστρατεία υπέρ του πρωθυπουργού τις τελευταίες ημέρες πριν από τις εκλογές.
Το αποτέλεσμα αποτελεί πλήγμα για τον Λευκό Οίκο και ταυτόχρονα ταπείνωση για τον στενότερο σύμμαχό του στην Ευρώπη.
Ωστόσο, το πιο ηχηρό μήνυμα από τη Βουδαπέστη απευθύνεται στους Δημοκρατικούς, όσο παράξενο κι αν ακούγεται.
Νίκη ενός νέου τύπου πολιτικής
Κι αυτό διότι η απομάκρυνση του Όρμπαν συνιστά μια νέα νίκη ενός συγκεκριμένου τύπου ανατρεπτικής πολιτικής: εκείνης που εκφράζεται από μεταρρυθμιστικούς υποψηφίους οι οποίοι ιδρύουν νέα κόμματα, διαλύουν τα παλιά και κερδίζουν εκλογές καθιστώντας τις παραδοσιακές πολιτικές δομές ξεπερασμένες. Ο Πέτερ Μαγιάρ, ηγέτης του αντι-ορμπανικού κόμματος Tisza, είναι ο πιο πρόσφατος νικητής αυτού του μοντέλου. Δεν υπάρχει αντίστοιχη μορφή μεταξύ των Αμερικανών αντιπάλων του Τραμπ.
Δεν πρόκειται απλώς για μια συγκυριακή εκλογική τάση στην Ουγγαρία που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική για τις ΗΠΑ. Αντίθετα, ο Μαγιάρ εντάσσεται σε μια ετερόκλητη ομάδα επιτυχημένων «ανταρτών» πολιτικών, από το Παρίσι και τη Ρώμη μέχρι την Οτάβα, το Μπουένος Άιρες, τη Σεούλ και την Ουάσιγκτον.
Δεν υπάρχει ιδεολογική συνοχή σε αυτή την ομάδα. Περιλαμβάνει έναν τεχνοκράτη πρώην κεντρικό τραπεζίτη, έναν πρώην εργατολόγο που επιτίθεται σε ομίλους, έναν ακτιβιστή με… αλυσοπρίονο και έναν ξενοδόχο που έγινε σταρ της τηλεόρασης με εμμονή στους δασμούς. Ο Μαγιάρ, 45 ετών, ήταν μέχρι πρότινος ένα σχετικά άγνωστο μεσαίο στέλεχος στο κόμμα του Όρμπαν, προτού αποστατήσει , έχοντας στα χέρια του μια επιβαρυντική μυστική ηχογράφηση της συζύγου του, η οποία υπηρετούσε στην κυβέρνηση.
Αυτό που έχουν κοινό αυτοί οι πολιτικοί είναι ο τρόπος με τον οποίο κατακτούν την εξουσία. Και αυτός είναι ένας δρόμος που οι Δημοκρατικοί αποφεύγουν εδώ και μια δεκαετία, από τότε που ο Τραμπ κυριάρχησε στην αμερικανική πολιτική σκηνή, διαλύοντας στην πορεία το παραδοσιακό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Έκτοτε, οι Δημοκρατικοί ακολουθούν σε μεγάλο βαθμό μια λογική αυστηρού ελέγχου, η οποία οδήγησε στη «στέψη» της Χίλαρι Κλίντον το 2016, στην αιφνίδια προσφυγή στη «σίγουρη λύση» του Τζο Μπάιντεν το 2020 και στην ανάδειξη της Κάμαλα Χάρις το 2024 χωρίς καν την επίφαση μιας αμφισβητούμενης υποψηφιότητας. Τουλάχιστον σε εθνικό επίπεδο, η πολιτική κουλτούρα των Δημοκρατικών δίνει προτεραιότητα στην τάξη και την αποφυγή συγκρούσεων, στον σεβασμό προς ομάδες συμφερόντων και συμβολισμούς ταυτότητας, καθώς και στην προσήλωση στους κανόνες αντί για πρωτότυπη σκέψη και μεγάλες ιδέες.
Και αυτό αποδεικνύεται κακή προσαρμοστικότητα σε μια εποχή αναταράξεων σε ολόκληρο τον ελεύθερο κόσμο.
Το αμερικανικό σύστημα είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό σε ανατροπές. Θα ήταν σχεδόν αδύνατο να επαναληφθεί στις ΗΠΑ αυτό που πέτυχε ο Μαγιάρ στην Ουγγαρία — ή ό,τι έκαναν πριν από αυτόν ο Emmanuel Macron στη Γαλλία και ο Javier Milei στην Αργεντινή — δηλαδή να μετατραπεί ένα νεοσύστατο πολιτικό σχήμα σε προσωπικό όχημα εξουσίας και να φτάσει στην κορυφή σε τόσο σύντομο χρόνο. Δεν υπάρχουν στις ΗΠΑ δευτερεύοντα κόμματα που μπορούν να εκτοξευθούν μέσα σε μία μόνο εκλογική αναμέτρηση, όπως το Fratelli d’Italia της Τζόρτζια Μελόνι ή το D66 του Ρομπ Γετεν στην Ολλανδία.
Ωστόσο, όπως έδειξε ο ίδιος ο Τραμπ, είναι εφικτό να «καταπιεί» κανείς ένα μεγάλο κόμμα εκ των έσω — να καταλάβει έναν παλιό θεσμό με λαϊκή στήριξη, να παραμερίσει την κατεστημένη ηγεσία, να τον αναδιαμορφώσει πλήρως και να προσελκύσει εκ νέου ψηφοφόρους που δεν ήταν ικανοποιημένοι με την προηγούμενη μορφή του. Κάτι ανάλογο έκανε και ο Mark Carney στον Καναδά, αν και με εντελώς διαφορετική πολιτική ατζέντα. Το ίδιο και ο Λι Τζάε Μιουνγκ στη Νότια Κορέα.
Χρειάζεται ένας ιδιαίτερος τύπος υποψηφίου για να υλοποιήσει ένα τέτοιο πολιτικό εγχείρημα — και πιθανότατα όχι κάποιος που θα κέρδιζε εύκολα διαγωνισμούς δημοφιλίας μέσα σε ένα παραδοσιακό κομματικό μηχανισμό ή κοινοβουλευτική ομάδα. Ο Μαγιάρ, όπως ανέφερε ο συνάδελφός μου Μαξ Γκριέρα, θεωρείται από τους ομοτίμους του πεισματάρης, αυταρχικός και εγωκεντρικός — αλλά ταυτόχρονα και ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος που αντιμετώπισε ποτέ ο Όρμπαν. Θυμάμαι έναν ανώτερο Καναδό βουλευτή να χαρακτηρίζει τον Κάρνεϊ «άκαμπτο ακαδημαϊκό» που θα αποτύγχανε στην πολιτική, λίγους μόλις μήνες πριν εκείνος απελευθερώσει το Φιλελεύθερο Κόμμα από τη σκιά του Τζάστιν Τρυντώ και το οδηγήσει σε μια εντυπωσιακή εκλογική νίκη.
Η συνταγή της επιτυχίας
Αν οι Δημοκρατικοί θέλουν να πάρουν το μήνυμα, θα πρέπει να δώσουν μεγαλύτερη προσοχή σε ηγέτες που «ενοχλούν» το κατεστημένο στην Ουάσιγκτον και αψηφούν τα κομματικά «αφεντικά» στις πολιτείες τους, και λιγότερο χρόνο στο να μετρούν χειροκροτήματα σε συνέδρια ειδικών συμφερόντων και συγκεντρώσεις δωρητών.
Και οι Ρεπουμπλικανοί θα ήταν συνετό να πράξουν το ίδιο, αντί να περιμένουν από έναν αντιδημοφιλή πρόεδρο στα 80 του να ορίσει τον διάδοχό του την επόμενη χρονιά, όπως έκαναν οι Δημοκρατικοί με τον Μπάιντεν.
Ο ισχυρότερος διάδοχος του Τραμπ, από οποιοδήποτε κόμμα, δεν θα είναι ένας «αναρριχητής» που περιμένει τη σειρά του, αλλά κάποιος έτοιμος να διεκδικήσει τον ρόλο μέσα από ρήξη και σύγκρουση.
