1 Πασχαλιάτικα σήμερα, υποθέτω οτι επιτρέπεται (κατ’ εξαίρεση) το ερασιτεχνικώς θεολογείν – ιδίως μάλιστα όταν θα ήθελε κανείς να εστιάση στα ανθρώπινα στοιχεία του θείου δράματος. Εκείνα τα οποία φαίνεται πως τα έχουν φιλτράρει κάπως οι σοφοί πατέρες μέσα απ’ τα κανονικά ευαγγέλια, ακριβώς για να προβληθούν οι υπερβατικές πλευρές της θυσίας του υιού του Ανθρώπου. Ο ανθρώπινος καημός όμως υπόκειται των πάντων. Και αναφαίνεται όπου βρίσκει ευκαιρία – ακόμα και στα ιερά κείμενα.
2 Ηθελα λοιπόν να θυμίσω τον ανείπωτο καημό της μάνας που χάνει τον υγιό-της πάνω στο άνθος-του: Αλλος ο πόνος του πατέρα, κι άλλο το ξεσπλάχνιασμα της μάνας, λένε. Ιδίως όταν πρόκειται για τη Μάνα των μανάδων, την μητέρα του Ιησού.
Εχετε όμως προσέξει πόσο αυτή η μεγάλη Μάνα απουσιάζει απ’ τις ευαγγελικές περιγραφές του Πάθους; Ο Ματθαίος (κζ΄, 56) κι ο Μάρκος (ιστ΄, 40) μνημονεύουν απλώς (α) την μακρόθεν παρουσίαν ορισμένων γυναικών, ανάμεσα στις οποίες η Μάνα δέν ονοματίζεται. Το ίδιο κι ο Λουκάς (κγ΄, 49), χωρίς κάν τον κατάλογο των ονομάτων. Βέβαια, θα μου πείτε, ο Ιωάννης (ιθ΄, 26) περιγράφει τη γλυκύτατη εκείνη σκηνή του «γύναι, ίδε ο υιός-σου» (ο μαθητής). Η Γυνή, όμως, μέσα στην ευαγγελική συντομογραφία, μένει βουβή. Και στη σκηνή αυτήν, καί μετά το «τετέλεσται». Απίστευτο, άν μάλιστα ληφθή υπόψη η αποθησαυριζόμενη φλυαρία των ληστών…
3 Ετούτες λοιπόν οι παραλείψεις (όσο κι άν υπαγορεύωνται, ενδεχομένως, απ’ τη φροντίδα για την έμφαση στο ευρύτερο, το πανανθρώπινο, ενδιαφέρον της περιγραφόμενης τραγωδίας) θα μπορούσαν με τα ανθρώπινα μέτρα να κριθούν ως συγγραφική σκληρότητα μπροστά στον πόνο τον ανείπωτο της Παναγίας. Αφήνω που ένας τέτοιος πόνος προβαλλόμενος θα μπορούσε να λειτουργήση και ως πυκνό σύμβολο του Πόνου της ανθρωπότητας μπροστά στην Αδικία…
Ιδού, ίσως, γιατί ο πόνος τούτος θα’ βρή καταφύγιο σε λαϊκότερα (και «αιρετικότερα») κείμενα, όπως λ.χ. το απόκρυφον κατά Νικόδημον ευαγγέλιο (Acta Pilati, Χ.4). Εκεί, αμέσως μετά τη γνωστή φράση του κατα Ιωάννην «ιδού η μήτηρ-σου», ο συγγραφέας ενδίδει στην ανθρώπινη συγκίνηση και δίνει ετούτον τον ανεπανάληπτο θρήνο της Μάνας – μαζύ με την πίκρα για την απουσία των ευεργετηθέντων: «Η δε έκλαιε μεγάλως λέγουσα Δια τούτο σε κλαίω, υιέ μου, ότι πάσχεις αδίκως, ότι σε παρέδωκαν οι παράνομοι Ιουδαίοι εις πικρόν θάνατον.
Χωρίς σου, υιέ μου, τί εγώ γενήσομαι; Πώς ζήσω χωρίς σου; Ποταπήν βιοτήν διάξω. Πού οι μαθηταί σου οι καυχώμενοι συναποθνήσκειν σοι; Πού οι παρά σού ιαθέντες; Πώς ουχ ευρέθη τις βοηθήσαι σοι; Και προς τον σταυρόν αφορώσα έλεγε κλίνον σταυρέ, ίνα περιλαβούσα τον υιόν μου καταφιλήσω τον εμόν υιόν, όν εν τοις μασθοίς τούτοις ξενοτρόπως ως μή άνδρα γνώσα εθήλασα. Κλίνον σταυρέ, βούλομαι τω υιώ μου περιπλακήναι. Κλίνον σταυρέ, ίνα τω υιώ μου ως μήτηρ συντάξωμαι».
Ετούτη είναι η εικόνα η τρομερή: Ο σταυρός θα γέρνη όλος, σαν δεντρί στον άνεμο της αγάπης και σάν κερί στη θέρμη της τριπλής επίκλησης της Μάνας, θα γέρνη, για ν’ αγγίξη η έρμη μάνα το σπλάχνο-της ξανά. Μόνο στο ελληνικό δημοτικό τραγούδι θα βρήτε μιαν εικόνα, λιγότερο τραγική μεν, αλλά ανάλογα σημαδιακή του μητρικού άλγους: Πρόκειται για τη φοβερή εκείνη μάνα του Κίτσου, που τολμά να τα βάζη με τον ίδιο τον νόμο της βαρύτητας: «Ποτάμι-μ’ γύρνα πίσω, για να περάσω αντίπερα». Τον γυιό-της τον ξερριζωμένο ήθελε να πάη ν’ αγκαλιάση κι ετούτη…
4 Υπάρχει δε και μια ακόμα πιό ανθρώπινη προσθήκη, σ’ άλλη έκδοση του ίδιου απόκρυφου ευαγγελίου: «Πού το κάλλος σου, υιέ μου γλυκύτατε; πού σου η ευπρέπεια, υιέ μου παμφίλτατε; Ο ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων, ουκ έχεις είδος ουδέ κάλλος, υιέ μου γλυκύτατε, υπό χειρών ανόμων. Λοιπόν σύν σοί θανούμαι».
Και, ναί βέβαια, ετούτος ο τελευταίος σπαραγμός που θα οδηγούσε στον θάνατο της Μάνας δέν συνάδει προς την ορθοδοξία. Συνάδει όμως προς το μέγεθος του μητρικού πόνου – και δέν είναι πρωτόφαντος στην ιστορία και τη μυθολογία των λαών.
Κι ήτανε υγιός γλυκός ο Ιησούς, στ’ αλήθεια: Σ’ ένα άλλο απόκρυφο (Θωμά, Κεφ. Χ) έχομε μιαν ανθρώπινη περιγραφή της υιϊκής αυτής σχέσεως του Ιησού – παιδιού με τη Μάνα: «Γενομένου δε αυτού ετών στ΄, απέστειλεν αυτόν Μαριάμ η μήτηρ αυτού κομίσαι ύδωρ εκ της πηγής. Πορευόμενος δε συνετρίβη η υδρία αυτού. Και απελθών εν τη πηγή ήπλωσε τον επενδύτην αυτού, και αντλήσας ύδωρ εκ της πηγής έπλησεν αυτόν, και λαβών απήγαγε το ύδωρ τη μητρί αυτού. Ιδούσα δε εκείνη εξεπλάγη, και περιπλακείσα κατεφίλει αυτόν». Το ίδιο τούτο αγκάλιασμα, τα ίδια φιλιά που θ’ αγωνιούσε η Παναγιά να του δώση κάτω απ’ τον σταυρό, ύπερ’ απο εικοσιτόσα χρόνια.
Κι ο νούς-μου πάει τώρα σε μιαν άλλη μάνα, τη μάνα του εσκιμώου στο βαθύ το γήρας-της, που δέ θέλει πιά να είναι βάρος, και βγαίνει αθόρυβα μια νύχτα απ’ τη σκηνή, νά πάη να κάτση ακίνητη στην παγωνιά για να πεθάνη, να τηνε φάη η αρκούδα, που θα θρέψη τη φαμελιά του γυιού-της ύστερα, όταν ο λεβέντης-της θα τη σκοτώση την αρκούδα στο κυνήγι. (Ανάλογη εσκιμώικη ιστορία για πατεράδες δεν έχομε ακούσει…).
5 Ευτυχώς για τα θρησκευτικά-μας πράγματα, η Παναγία θα βρή όλη την ανθρώπινη άνεση να θρηνήση το σπλάχνο-της μέσα στους επιτάφιους θρήνους. (Και μαζύ-της όλοι όσοι δέν χοντροπετσιάσανε ακόμη, κι έχουν την ύψιστη σοφίαν να συμμετέχουν σκυφτά στο προαιώνιο λαϊκό δρώμενο της Ανοιξης, στο ξόδι του Κυρίου την νύχτα της μεγάλης περιφοράς, ως άλλοι «απατηθέντες, σοφότεροι των μή-απατηθέντων»): «Τίς μοι δώση ύδωρ και δακρύων πηγάς ίνα κλαύσω τον γλυκύν-μου; Πότε ίδω σε, την χαράν και ηδονήν της καρδίας-μου; Ιδε την σην μητέρα, τέκνον, και φθογγήν δός!».
Βάλτε δίπλα τα λαϊκά-μας μοιρολόγια, και θα καταλάβετε (β). Κι ακούστε και τον δίσκο της ορθόδοξης Λιβανής καλόγριας της Μαρί Κερούζ («Πάθος και Ανάσταση», στα ελληνικά και τα αραβικά), για να συνειδητοποιήσετε τί θα ‘πή παράδοση (εθιμική, γλωσσική, μουσική) δυό χιλιάδων ετών – χειροπιαστή, όχι φιλολογίες.
6 Πρακτικότερη η Μαρία η Μαγδαληνή, στο κατα Νικόδημον (ΧΙ, 5) πάντα, κλαίει αλλά απελεί να πάη στη Ρώμη μόνη-της για να καταγγείλη τον Πιλάτο στον Καίσαρα: «Ακούσατε, λαοί φυλαί και γλώσσαι, καί μάθετε ποίω θανάτω οι παράνομοι Ιουδαίοι τον μυρία καλά προς αυτούς πεποιηκότα παραδεδώκασιν. Ακούσατε και θαυμάσατε. Τίς ακουστά ποιήσει ταύτα προς άπαντα κόσμον;
Εγώ εν Ρώμη μόνη προς τον Καίσαρα απελεύσομαι• εγώ τούτω δηλώσω όσον κακόν ο Πιλάτος τοις παρανόμοις Ιουδαίοις πειθόμενος πέπραχεν». Μια Μαγδαληνή την οποίαν κι οι κανονικοί Ευαγγελιστές αναγνωρίζουν ονομαστικώς ως παρούσαν σ’ όλες τις φάσεις του Δράματος, αλλά και στην Ανάσταση. Ετούτο, μάλιστα! Είναι καίρια αναγνώριση της γυναίκιας λεβεντιάς, όταν (αντιθέτως προς τα περι του αντιθέτου λεγόμενα) οι άνδρες μάλλον απέχουν, και… συσκέπτονται.
Αλλωστε, χίλια πεντακόσια χρόνια αργότερα, σ’ ένα χωριό που το λέγαν Αθήνα, μια άλλη μοναδική γυναίκα, η Ρηγούλα του Μπενιζέλου, θα επιβεβαιώση τη θηλυκιά πρακτικότητα, και θα στήση την πρώτη ελληνική επανάσταση: Μιαν επανάσταση μέσω της μεθοδευμένης μορφώσεως και της συλλογικής οργάνωσης. Μιαν επανάσταση, για χάρη της οποίας θα μαρτυρήση ως αγία Φιλοθέη, στις 14 Φεβρουαρίου του 1589.
Μήπως λοιπόν δέν έχει μελετηθή αρκετά ο ρόλος αυτού του θηλυκού στοιχείου (και στοιχειού) στην πονεμένη ιστορία της ανθρωπότητας; (Ηρθε μάλλον η ώρα να ξαναγραφή η ιστορία της «ήττας» των Αμαζόνων…).
(α) Τί θα γίνη επιτέλους μ’ αυτήν την πλημμυρίδα του κακόζηλου «απλά» (in a simple way) στη θέση του «απλώς» (merely);
(β) Εστω δέ το κείμενο τούτο μνήμη του Δασκάλου Μελέτη Μπεναρδή, που μυούσε τα παιδιά στην ποιητική των εκκλησιαστικών κειμένων στα Μέγαρα, πρίν απο πενήντα χρόνια.
Ο κ. Θεοδόσης Π. Τάσιος είναι ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου. Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην έντυπη έκδοση του «Βήματος της Κυριακής» το Πάσχα του 1997. Στο κείμενο έχει τηρηθεί η ορθογραφία του αρθρογράφου.
