Την 1η Απριλίου 1976 ιδρύθηκε η Apple, η εταιρεία-κολοσσός που σήμερα μετρά εκατομμύρια πωλήσεις και έχει εντάξει τις συσκευές της στην καθημερινότητα ανθρώπων κάθε ηλικίας.
Από μαθητές μέχρι ανθρώπους τρίτης ηλικίας, iPhone και Mac βρίσκονται πλέον παντού, ιδιαίτερα στην εποχή των social media, που η ευκολία στη χρήση παίζει καθοριστικό ρόλο.
«Η Apple είναι η εταιρεία που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τους υπολογιστές», έγραφε ο Σπύρος Φράγκος στο «BHMA» της 10ης Αυγούστου 1997, περιγράφοντας πώς, χάρη στο λειτουργικό της σύστημα Macintosh, «ο χειρισμός ενός υπολογιστή έγινε πολύ φιλικός», με το ποντίκι και τα εικονίδια να μετατρέπουν μια δύσκολη διαδικασία σε κάτι προσιτό για όλους:
«Στην Apple οφείλεται κατά ένα μεγάλο ποσοστό η εξάπλωση των υπολογιστών σε σπίτια και σχολεία, αφού το σύστημά της είναι τόσο απλό που και ένας μικρός μαθητής ή μια απλή νοικοκυρά μπορεί να το καταλάβει μέσα σε λίγα λεπτά.
Από το γκαράζ στην επανάσταση των υπολογιστών
»Η Apple ιδρύθηκε την Πρωταπριλιά του 1976 από δυο φιλαράκια, τον Στίβεν Τζομπς και τον Στίβεν Βόζνιακ. Ο Τζομπς πούλησε μάλιστα το φορτηγάκι του για να στήσει μαζί με τον φίλο του την καινούργια επιχείρηση στο γκαράζ του σπιτιού των γονέων του, στο Κιουπερτίνο της Καλιφόρνιας […]

Ο Στηβ Τζομπς σε παρουσίαση το 2010, μπροστά σε φωτογραφία από τα πρώτα χρόνια της Apple με τον ίδιο και τον συνιδρυτή της εταιρείας, Στιβ Βόζνιακ.
»Στόχος των δύο Στίβεν ήταν να εξοικειώσουν με τους υπολογιστές ανθρώπους που ποτέ δεν θα σκέφτονταν να ασχοληθούν με αυτούς. Και τα κατάφεραν. Μέσα σε δέκα χρόνια οι υπολογιστές Macintosh έγιναν συνώνυμοι με τη λειτουργικότητα και ανάγκασαν τους γίγαντες του χώρου των υπολογιστών να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους».

Ο Στηβ Τζομπς το 1984 με τον Macintosh, τον πρώτο επιτυχημένο προσωπικό υπολογιστή μαζικής αγοράς
Μέσα σε λίγα χρόνια, οι υπολογιστές της εταιρείας έγιναν σημείο αναφοράς. Αλλά η επιτυχία δεν κράτησε για πάντα. Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, η Apple είχε αρχίσει να χάνει έδαφος.
Όπως σημειωνόταν ήδη στο δημοσίευμα του 1997:
«Το στρατηγικό λάθος της εταιρείας να μην εκχωρήσει τα δικαιώματα του λειτουργικού της συστήματος σε άλλους μεγάλους κατασκευαστές, της στέρησε τη δυνατότητα να κυριαρχήσει σε ολόκληρο τον κόσμο».
Την ίδια ώρα, η Microsoft του Μπιλ Γκέιτς ακολουθούσε το αντίθετο μοντέλο και επικρατούσε σε βάρος της Apple.
Όπως έγραφε ο Σπύρος Φράγκος στο «ΒΗΜΑ»:
«Οι συσσωρευμένες ζημιές της εταιρείας έχουν ξεπεράσει το 1,5 δισ. δολάρια τα τελευταία χρόνια, ενώ το μερίδιό της στην αγορά διαρκώς συρρικνώνεται. Μέσα στο πρώτο τετράμηνο του 1997 η Apple κατέκτησε μόνο το 2,9% της αμερικανικής αγοράς, ενώ πριν από ένα χρόνο είχε το 10,2%. Αλλά και στην Ευρώπη το μερίδιό της μειώνεται εξαιτίας της κυριαρχίας των Windows και της μείωσης του αριθμού των νέων προγραμμάτων που προσφέρονται σε έκδοση για υπολογιστές Macintosh».
Ο «ψυχρός πόλεμος»
Η Apple και η Microsoft δεν ήταν απλώς ανταγωνιστές. Ήταν δύο διαφορετικές φιλοσοφίες.
Το ίδιο δημοσίευμα περιγράφει «δύο εντελώς αντίθετους κόσμους» με «φανατικούς οπαδούς», σε έναν ιδιότυπο «ψυχρό πόλεμο» της πληροφορικής. Κανείς δεν ανέμενε την ανατροπή που θα ακολουθούσε.
Στις 6 Αυγούστου 1997, ο Στιβ Τζομπς ανέβηκε στη σκηνή του MacWorld Expo και ανακοίνωσε μια συμφωνία που «ξάφνιασε τους πάντες».
«Ντυμένος όπως πάντα απλά και με το κάπως απόμακρο ύφος που ανέκαθεν τον χαρακτήριζε, ο συνιδρυτής της Apple ανακοίνωσε σε περίπου 2.000 ανθρώπους, που είχαν πάει στη Βοστώνη για να τον ακούσουν, τη συμφωνία που μόλις πριν από λίγο είχε κλείσει με τον κ. Γκέιτς.
“Πρέπει να εγκαταλείψουμε την ιδέα ότι για να κερδίζει η Apple πρέπει να χάνει η Microsoft”, είπε στον κόσμο που τα είχε χάσει και, μόλις κατάλαβε τι συμβαίνει, άρχισε να του σφυρίζει. Και όταν μέσα από μια γιγαντοοθόνη εμφανίστηκε ο ίδιος ο κ. Γκέιτς, οι αποδοκιμασίες έγιναν εντονότερες».

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 10.8.1997, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» | «ΤΑ ΝΕΑ»
Για τον κόσμο της τεχνολογίας η κίνηση αυτή ήταν «κάτι ανάλογο με τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου ή την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου».
Η επένδυση της Microsoft και η «συμφιλίωση»
Η Microsoft είχε επενδύσει 150 εκατομμύρια δολάρια στην Apple, ενώ οι δύο πλευρές συμφώνησαν να βάλουν τέλος στις διαμάχες τους:
«Η τονωτική ένεση των 150 εκατ. δολαρίων από τη Microsoft στην Apple ήταν περισσότερο μια συμβολική κίνηση του Μπιλ Γκέιτς παρά μια ουσιαστική ενέργεια για τη σωτηρία της εταιρείας […] Πρώτη φορά στην ιστορία της πληροφορικής δύο εντελώς αντίθετοι κόσμοι ήρθαν κοντά.
»Από την έδρα της Microsoft, στο Ρέντμοντ της Πολιτείας της Ουάσιγκτον, ο πλουσιότερος άνθρωπος του πλανήτη μας (σύμφωνα με το περιοδικό «Forbes») εξέφρασε τον θαυμασμό του για όσα έχει προσφέρει η Apple στην πληροφορική και δήλωσε ότι ανυπομονεί να τη βοηθήσει να ξεπεράσει τα προβλήματά της.
»Οι συγκεντρωμένοι δεν πίστευαν στα αφτιά τους. Για τους πιστούς της Apple η είδηση της συνεργασίας ισοδυναμεί με παράδοση στον κατακτητή και με το τέλος της μοναδικότητας που προσφέρει το λειτουργικό σύστημα της εταιρείας. Έχουν όμως έτσι τα πράγματα;»
Ο συμβιβασμός
Η συμφωνία είχε ξεκάθαρους κερδισμένους και από τις δύο πλευρές:
«Η συμφωνία προβλέπει την αγορά από τη Microsoft ενός πακέτου μετοχών της Apple αξίας 150 εκατ. δολαρίων, που ισοδυναμεί με το 7% της αξίας της. Με τις μετοχές αυτές ο κ. Γκέιτς δεν αποκτά δικαίωμα ψήφου, ενώ έχει δεσμευτεί να μην τις πουλήσει μέσα στα επόμενα τρία χρόνια.
»Η Microsoft θα συνεχίσει να προσφέρει δημοφιλή προγράμματά της, όπως το Office, και σε έκδοση για υπολογιστές Macintosh (τουλάχιστον για πέντε χρόνια), ενώ η Apple θα εφοδιάζει από εδώ και πέρα όλα τα νέα της μηχανήματα με τον Internet Explorer (το απαραίτητο λογισμικό για την περιήγηση στο Διαδίκτυο) της Microsoft. Θα διευρυνθεί δηλαδή η ήδη υπάρχουσα συνεργασία των εταιρειών σε επίπεδο προγραμμάτων, αφού η Microsoft είναι εδώ και χρόνια ένας από τους κυριότερους προμηθευτές της Apple.
»Οι δύο πλευρές συμφωνησαν επίσης να τερματίσουν τη μακρόχρονη διαμάχη τους για τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας των Windows και να αναπτύξουν από κοινού μια δική τους εκδοχή της Java, δηλαδή της νέας “γλώσσας” που θα χρησιμοποιεί η καινούργια γενιά των υπολογιστών που προορί ζεται μόνο για την εξερεύνηση του Διαδικτύου […]
»Κερδισμένη είναι σίγουρα η Apple, στην οποία θα εισρεύσει ζεστό χρήμα σε μια περίοδο που το έχει μεγάλη ανάγκη».
Η εταιρεία είχε την ευκαιρία να δηλώσει ξανά παρούσα στην αγορά, έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη του κυρίαρχου στην παγκόσμια αγορά. Ενώ παράλληλα, κατακτούσε ξανά την αξιοπιστία της στα μάτια των νέων αγοραστών.
Το όφελος του Μπιλ Γκέιτς
Για τη Microsoft, του Μπιλ Γκέιτς, η κίνηση είχε πολιτική και επιχειρηματική αξία:
«Έχοντας κατακτήσει το 80% της αμερικανικής αγοράς, έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει προβλήματα με τις ομοσπονδιακές αρχές που δεν βλέπουν με καλό μάτι τις μονοπωλιακές τάσεις του. Με τη συμφωνία αυτή εξασφαλίζει την έξωθεν καλή μαρτυρία, γιατί ποιος θα μπορέσει να τον κατηγορήσει ότι καταβροχθίζει τους αντιπάλους του, όταν ο ίδιος ενισχύει έναν από τους βασικούς ανταγωνιστές του;»
Παράλληλα, διασφαλιζόταν η παρουσία βασικών προϊόντων της Microsoft στους υπολογιστές της Apple και άνοιγε ο δρόμος για ευρύτερες συνεργασίες.
Η αρχή μιας επιστροφής που κανείς δεν προέβλεπε
Το 1997, τίποτα δεν ήταν βέβαιο και τα ερωτήματα για τις συνέπειες της συμφωνίας ήταν ανοιχτά:
«Μπορεί να μην προχωρήσει παραπέρα ή μπορεί να οδηγήσει και σε εξαγορά της Apple από τον κ. Γκέιτς. Ο,τι και να συμβεί, όμως, το σίγουρο είναι ότι μετά τις 6 Αυγούστου ο κόσμος των υπολογιστών δεν είναι πια ο ίδιος. Τα τείχη έπεσαν και ο ιστορικός συμβιβασμός έγινε πραγματικότητα».
Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά, είναι σαφές ότι η συμφωνία εκείνη δεν σήμανε το τέλος της Apple, αλλά την αρχή της επιστροφής της.
Σήμερα, η Apple και η Microsoft συγκαταλέγονται στις μεγαλύτερες εταιρείες τεχνολογίας στον κόσμο, με αποτιμήσεις που αγγίζουν ή και ξεπερνούν τα 4 τρισεκατομμύρια δολάρια. Δεν αποτελούν πλέον αντίπαλα στρατόπεδα, αλλά δύο υπερδυνάμεις που σε κάποια πεδία ανταγωνίζονται και σε άλλα συνυπάρχουν.
