Η μέρα είναι καλή, θερμή και αντιστέκεται σχεδόν πεισματικά στο μουντό ξεκίνημα της άνοιξης. Ο ήλιος μοιάζει απρόσμενα γενναιόδωρος.
Τα μονόζυγα και οι λαβές των οργάνων στο υπαίθριο γυμναστήριο μιας συνοικίας των νότιων προαστίων της Αθήνας είναι ακόμη νοτισμένα και γλιστερά από την πρωινή υγρασία. Ο ήλιος μόλις που έχει αρχίσει να ανατέλλει.
Θα στοιχημάτιζε κανείς πως τα μοναδικά ίχνη ζωής που θα συναντούσε σε έναν τόσο πρωινό περίπατο θα ανήκαν αποκλειστικά σε ηλικιωμένους και συνταξιούχους — σε εκείνους που έχουν προ πολλού διαρρήξει τη στενή σχέση με τον ύπνο και το πρωινό χουζούρι.
Ο ήχος, όμως, από το σύρσιμο ενός καροτσιού σούπερ μάρκετ που διαπερνά με αυθάδεια την εκκωφαντική ησυχία, σε επαναφέρει από τη στερεοτυπική σκέψη στην πραγματικότητα.

Φωτογραφία δημιουργημένη με τη χρήση ΑΙ
Μια παρέα πέντε εφήβων αγοριών που ακόμη και από απόσταση μοιάζουν ευθυτενή, γυμνασμένα και ρωμαλέα, οδηγούν το φορτωμένο με όλα τα γυμναστηριακά συμπαρομαρτούντα — βάρη, μπάρες, kettlebells, λάστιχα — καρότσι στη μέση του υπαίθριου γυμναστηρίου. Τα ακουμπούν με σχεδόν ιερουργική ευλάβεια στον μαλακό τάπητα, στήνουν τους «σταθμούς» για την ημερήσια προπόνησή τους και ξεκινούν να ιδρώνουν τη φανέλα.
Ή μάλλον θα την ίδρωναν, στην περίπτωση που τη φορούσαν. Βλέπετε, έχουν σπεύσει να αποχωριστούν τα t-shirts τους αμέσως μετά το ζέσταμα με μερικές δεκάδες κάμψεις και τις πρώτες έλξεις στο μονόζυγο.

Φωτογραφία δημιουργημένη με τη χρήση ΑΙ
Μοιάζουν όλοι σε κατάσταση και ψυχολογία μάχης — όχι απέναντι στους άλλους, αλλά απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό. Μιας μάχης, μάλιστα, που καταγράφεται δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο από τα κινητά τηλέφωνά τους, τα οποία έχουν στηρίξει στη βάση των οργάνων.
Ποστάρω (το μυώδες σώμα μου), άρα υπάρχω
Παρότι κινδυνεύω να φανώ —στην καλύτερη περίπτωση— ως ο «μοντέρνος» θείος που αποφάσισε να πιάσει κουβέντα με τη νεολαία, τους πλησιάζω και πιάνουμε την κουβέντα.
Η παρέα των αγοριών, που αμέσως μετά την προπόνηση θα καταναλώσει μια γενναία ποσότητα πρωτεϊνικού ροφήματος —αυτού που μοιάζει να έχει πια πάρει τη θέση ενός σύγχρονου μέλανα ζωμού— δεν έχει πολύ χρόνο στη διάθεσή της. Πριν από τις οκτώ θα βρίσκονται ήδη στο προαύλιο του σχολείου.

Το βράδυ θα επιστρέψουν, αν όχι όλοι τουλάχιστον οι περισσότεροι από αυτούς, για τη δεύτερη προπόνηση της ημέρας.
Γιατί όμως τόση —σκληρή, επίπονη και σχεδόν εμμονική— προπόνηση; «Για την υγεία μας», λένε. Και δεν έχεις κανέναν λόγο να διαφωνήσεις μαζί τους. «Αλλά και για τα social media», συμπληρώνουν.
Στην εποχή του «ποστάρω άρα υπάρχω», μια σκληρή προπόνηση και κυρίως ένα μυώδες, δυνατό και εντυπωσιακό στην όψη σώμα φέρνει likes, engagement και followers. Όσο φουσκώνει το σώμα, θεριεύει και το κύμα της ψηφιακής αποδοχής.

Δεν είναι τυχαίο ότι πρόσφατες έρευνες επιβεβαιώνουν πως η καθημερινή έκθεση άνω των 60 λεπτών στα κοινωνικά δίκτυα αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εμμονής με την εικόνα του σώματος, μετατρέποντας τη σύγκριση με τους fitness influencers σε μόνιμη πηγή άγχους και ανεπάρκειας.
Το επιστημονικό παράδοξο: όταν η διαταραχή βαφτίζεται «πειθαρχία»
Κανείς δεν αμφιβάλλει πως η σωματική άσκηση και η υγιεινή διατροφή συνιστούν ελιξίριο καλής και υγιούς ζωής. Όμως ο ανένδοτος αγώνας για το τέλειο ανδρικό σώμα συχνά δεν έρχεται χωρίς κόστος.
Η συζήτηση για τη νευρική ανορεξία έχει ανοίξει εδώ και χρόνια. Η άλλη όψη του νομίσματος, όμως, παραμένει σε μεγάλο βαθμό στο σκοτάδι. Η bigorexia ή, κατά το ελληνικότερο, μεγαλορεξία (μυϊκή δυσμορφία) είναι ένας αναγνωρισμένος τύπος σωματικής δυσμορφικής διαταραχής που πλήττει κυρίως εφήβους και νεαρούς ενήλικες.

Σύμφωνα μάλιστα με μια πρόσφατη εκτενή ανασκόπηση που δημοσιεύτηκε στο κορυφαίο ιατρικό περιοδικό The Lancet Child & Adolescent Health, το πιο επικίνδυνο χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης διαταραχής είναι ότι συχνά διαφεύγει της διάγνωσης — ακριβώς επειδή η κοινωνία τείνει να την επιβραβεύει.
Σε αντίθεση με τις διατροφικές διαταραχές που προκαλούν ανησυχία στο περιβάλλον, οι ακραίες συμπεριφορές άσκησης και η εμμονή με την πρωτεΐνη συχνά χειροκροτούνται ως δείγματα «πειθαρχίας» και «υγείας». Οι παιδίατροι και οι ειδικοί δυσκολεύονται συχνά να διακρίνουν πού τελειώνει η αγάπη για τον αθλητισμό και πού αρχίζει η παθολογική εμμονή.
Το ανησυχητικό είναι η ραγδαία εξάπλωση του φαινομένου: ενώ στον γενικό πληθυσμό το ποσοστό εκτιμάται γύρω στο 2%, σε ειδικά δείγματα bodybuilders και συστηματικών ασκούμενων γυμναστηρίων τα ποσοστά εμφανίζονται σημαντικά υψηλότερα, με ορισμένες μελέτες να καταγράφουν ακόμη και διψήφιες τιμές.

Κυριότερο σύμπτωμά της; Το επίμονο και ανικανοποίητο αίσθημα ότι το σώμα είναι μικρό, αδύναμο ή όχι αρκετά μυώδες.
Με άλλα λόγια, ο πάσχων αδυνατεί να αναγνωρίσει εκείνο που στους άλλους μοιάζει ηλίου φαεινότερο και προσπαθεί —συχνά εις βάρος των υπόλοιπων δραστηριοτήτων της ζωής του και μέσα από κοινωνική απομόνωση— να το «μεγαλώσει» μέσω εξαντλητικής άσκησης και ενός άκαμπτου, σχεδόν απάνθρωπου διατροφικού προγραμματισμού.
Η «φυλακή» των οκτώ γευμάτων: η ιστορία του Χρήστου
Ο Χρήστος, ένας νεαρός άνδρας στα είκοσί του χρόνια σήμερα, είχε καταφέρει να φτάσει σε ένα εντυπωσιακά χαμηλό ποσοστό σωματικού λίπους και να διαθέτει σωματικές αναλογίες που θα ζήλευε ακόμη και άγαλμα της κλασικής περιόδου.
Κι όμως, μόλις πριν από δύο χρόνια εξακολουθούσε να αντικρίζει στον καθρέφτη του έναν άνδρα που —στα μάτια του— απείχε παρασάγγας από το «τέλειο».

Μιλά για τα οκτώ αυστηρά μετρημένα σε θερμίδες γεύματα που λάμβανε καθημερινά, για τις τεράστιες ποσότητες πρωτεΐνης που κατανάλωνε, για τις αμέτρητες ώρες στο γυμναστήριο αλλά και για το αυστηρό πρόγραμμα ύπνου που ακολουθούσε, προκειμένου να «μεγαλώσει».
Το «χτίσιμο» ενός ρωμαλέου σώματος είχε μετατραπεί για εκείνον σε μια καταναγκαστική ρουτίνα πλήρους απασχόλησης. Τα μαθήματα, η κοινωνική ζωή, οι έξοδοι με φίλους και οι διαπροσωπικές σχέσεις είχαν περάσει σταδιακά σε δεύτερη μοίρα.

Οι φωτογραφίες με τα «gains» που δημοσίευε στα κοινωνικά δίκτυα έφερναν αποθεωτικά σχόλια και εκατοντάδες likes. Ωστόσο ο ίδιος ένιωθε πως δεν πλησίαζε καν τον —προφανώς ουτοπικό— στόχο του.
Σκέφτηκε ποτέ να χρησιμοποιήσει στεροειδή για να τον πετύχει; Παραδέχεται πως ναι. Ωστόσο, όπως λέει, ο φόβος για τις παρενέργειες ήταν εκείνος που τελικά τον απέτρεψε από το να καταφύγει σε παράνομες αναβολικές ουσίες.
Ο Λούις Θερού και ο «Δούρειος Ίππος» της ανδρόσφαιρας
Αν παλαιότερα η συζήτηση για τη σωματική δυσμορφία στους άνδρες άνοιγε δειλά μέσα από μεμονωμένες εξομολογήσεις, σήμερα η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο οργανωμένη — και πολύ πιο σκοτεινή.
Ο Λούις Θερού (Louis Theroux), στο αποκαλυπτικό ντοκιμαντέρ του για το Netflix, περπάτησε στα αχαρτογράφητα νερά της λεγόμενης «ανδρόσφαιρας» (manosphere), φέρνοντας στο φως μια δυστοπική ψηφιακή κοινότητα.

Ο Θερού στον κόσμο της ανδρόσφαιρας και των incels
Εκεί, η αναζήτηση για το τέλειο σώμα δεν είναι απλώς θέμα υγείας ή ματαιοδοξίας. Είναι ο Δούρειος Ίππος.
Μέσα από βίντεο και αναρτήσεις που αρχικά προσφέρουν αθώες συμβουλές γυμναστικής και διατροφής, δίνουν τεχνογνωσία για «ταπεράκια» και εβδομαδιαία γεύματα και μοιράζουν με το καντάρι «σοφία» για περιόδους cutting και bulking έφηβοι και νεαροί άνδρες εγκλωβίζονται σταδιακά σε ένα οικοσύστημα ακραίου ανταγωνισμού, μισογυνισμού και τοξικής αρρενωπότητας.
Σε αυτόν τον κόσμο, οι διογκωμένοι μύες αποτελούν το υποχρεωτικό οπτικό διαπιστευτήριο για την είσοδο στη φυλή των λεγόμενων Alpha Males. Όπως αναδεικνύεται μέσα από την έρευνα του Θερού, η αναφάλεια για το ανδρικό σώμα εργαλειοποιείται πλήρως από επιτήδειους «γκουρού» της αρρενωπότητας και κήρυκες του looksmaxxing.

Τι ακριβώς είναι αυτό; Πρόκειται για μια εξαιρετικά δημοφιλή –και συχνά επικίνδυνη– διαδικτυακή τάση, γεννημένη στα σπλάχνα της ανδρόσφαιρας. Το looksmaxxing (από τις λέξεις looks και maximizing) αντιμετωπίζει το ανδρικό σώμα και πρόσωπο σαν χαρακτήρα βιντεοπαιχνιδιού που πρέπει να κάνει level up.
Οι οπαδοί του χωρίζονται σε αυτούς που κάνουν softmaxxing (εμμονή με το γυμναστήριο, την περιποίηση του προσώπου και του δέρματος και τις ασκήσεις γνάθου όπως το mewing) και σε εκείνους που περνούν στο hardmaxxing: ακραίες πλαστικές επεμβάσεις, χρήση αναβολικών, μέχρι και σκόπιμο σπάσιμο των οστών του προσώπου (bone smashing) για να αποκτήσουν πιο «αρρενωπές» γωνίες

Το αφήγημα που πουλούν είναι τόσο απλοϊκό όσο και επικίνδυνο: αν δεν είσαι σωματικά επιβλητικός, τότε είσαι αδύναμος, θηλυπρεπής και —κατά συνέπεια— αποτυχημένος.
Πολλοί από αυτούς τους νέους δεν χτίζουν απλώς σώματα. Αλλά ένα οχυρό απέναντι σε έναν κόσμο που αντιλαμβάνονται ως απειλητικό — απέναντι στη γυναικεία χειραφέτηση, απέναντι στη δική τους ανασφάλεια.
Σε αυτή τη βιομηχανία, το σώμα του νεαρού άνδρα παύει να είναι ναός της υγείας και μετατρέπεται σε ένα μπαρουτοκαπνισμένο πεδίο μάχης.
Bigorexia: Μια σιωπηρή επιδημία
Η σύγχρονη ψυχιατρική αναγνωρίζει πλέον πίσω από αυτή τη συμπεριφορά ένα υπόβαθρο «ευάλωτου ναρκισσισμού» — μια κατάσταση κατά την οποία η αυτοπεποίθηση εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την επιβεβαίωση της εξωτερικής εικόνας.
Σύμφωνα με τους ερευνητές του Lancet, αυτό το αίσθημα ανεπάρκειας συνοδεύεται συχνά από έντονο αυτο-στιγματισμό. Οι άνδρες που αντιμετωπίζουν τη bigorexia σπάνια αναζητούν βοήθεια από κάποιον ειδικό, βιώνοντας βουβά τις συχνές συννοσηρότητες με την κατάθλιψη, τις αγχώδεις διαταραχές και την κοινωνική απομόνωση.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο οξύμωρο της εποχής.
Σε έναν κόσμο όπου οι influencers ευζωίας «ταΐζουν» τους followers τους με ατελείωτες φόρμουλες επιτυχίας, όπου το Χόλιγουντ κατασκευάζει υπερηρωικά σώματα για τις ανάγκες κάθε νέας υπερπαραγωγής και όπου το ανδρικό σώμα μοιάζει σχεδόν ένοχο αν δεν ξεχειλίζει από μύες και εμφανείς φλέβες, η bigorexia περνά απαρατήρητη.
Όχι επειδή είναι σπάνια. Αλλά γιατί —στα μάτια της κοινωνίας— μοιάζει υπερβολικά κοντά στο ιδανικό.
