Χρειάζονται πρόωρες εκλογές;

Τις περισσότερες φορές πρόωρες εκλογές προέκυψαν επειδή οι κυβερνήσεις ήθελαν να «προλάβουν τα χειρότερα», ανεξαρτήτως δημοσκοπικού προβαδίσματος.

Χρειάζονται πρόωρες εκλογές;

Από τις είκοσι εκλογές της Μεταπολίτευσης, οι δεκαεννιά έχουν γίνει πρόωρα. Μόνον οι κάλπες του Ιουνίου 1989 έγιναν στην ώρα τους. Το ΠαΣοΚ τότε γνώριζε πως θα ηττηθεί εν μέσω οικονομικής κρίσης και σκανδάλων με συνέπεια να εξαντλήσει τον χρόνο.

Βεβαίως το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Παρατηρείται σε πολλές, αν όχι τις περισσότερες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες στη Δύση και αλλού. Η έντασή του όμως διαφέρει.

Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα δεν είναι τόσο εάν γίνονται πρόωρες εκλογές αλλά εάν και γιατί χρειάζονται.

Πρώτα τα δεδομένα.

Οι αιτίες που τις προκαλούν στην Ελλάδα ποικίλλουν.

Άλλοτε ευθύνεται η έλλειψη κυβερνητικής συνοχής. Αφορά στις κάλπες του Νοεμβρίου 1989 και Απριλίου 1990. Οι κυβερνήσεις συνεργασίας της εποχής αποδείχθηκαν βραχύβιες.

Άλλοτε πάλι διαπιστώνεται αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης – όπως μετά τις εκλογές του Μαϊου 2012 και Μαϊου 2023 που οδήγησαν σε εκείνες του Ιουνίου 2012 και Ιουνίου 2023 αντίστοιχα.

Η αδυναμία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας επίσης μπορούσε στο παρελθόν να πυροδοτήσει εξελίξεις. Συνέβη εν μέρει τον Οκτώβριο 2009, συνέβη και τον Ιανουάριο 2015 όταν εξελέγη για πρώτη φορά ο ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν είναι ακόμη λίγες οι περιπτώσεις αναγκαστικής προσφυγής σε κάλπες λόγω απώλειας της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Το έζησαν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης το 1993 και ο Αλέξης Τσίπρας το Σεπτέμβριο 2015. Το έζησε πιο έμμεσα ο Γιώργος Παπανδρέου το Νοέμβριο 2011 όταν έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης με τον όρο να παραιτηθεί από την πρωθυπουργία για να συγκροτηθεί κυβέρνηση συνεργασίας με βραχύ ορίζοντα. Η κατάληξη ήταν οι πρόωρες εκλογές του Μαϊου 2012.

Άλλες φορές, αιτία ήταν η ανάγκη εκλογικής νομιμοποίησης του νέου αρχηγού του κυβερνώντος κόμματος. Είναι οι περιπτώσεις των Κώστα Σημίτη και Γιώργου Παπανδρέου το 1996 και το 2004 αντίστοιχα.

Τις περισσότερες φορές ωστόσο, πρόωρες κάλπες προέκυψαν επειδή οι κυβερνήσεις ήθελαν να «προλάβουν τα χειρότερα», ανεξαρτήτως δημοσκοπικού προβαδίσματος. Είτε επειδή ανέμεναν επιδείνωση της οικονομίας (όπως το 1985 ή το 2009). Είτε γιατί πιέζονταν από σκανδαλώδεις υποθέσεις που θα επέτειναν την φθορά (το 2007). Είτε επειδή ανησυχούσαν για βαριές εκλογικές απώλειες (όπως στην περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ το 2019 έπειτα από την ήττα στις Ευρωεκλογές). Είτε εκτιμούσαν ότι η ευνοϊκή πολιτική και οικονομική συγκυρία στο άμεσο μέλλον θα μεταβληθεί ευνοώντας την αξιωματική αντιπολίτευση – αφορά στις κάλπες του 1977, του 1981, του 2000 και του Μαϊου 2023.

Η περίπτωση του Κυριάκου Μητσοτάκη σήμερα διαφέρει σε αρκετά σημεία. Η κυβέρνηση του έχει συνοχή, η πλειοψηφία που διαθέτει στο κοινοβούλιο είναι ευρεία, ενώ η προεδρική εκλογή είναι πίσω του και ούτως ή άλλως έχει αποσυνδεθεί από τη διάλυση της Βουλής. Επίσης δεν απειλείται από την αντιπολίτευση που παραμένει αδύναμη και κατακερματισμένη.

Ωστόσο φαίνεται να πιέζεται για να προσφύγει σε εκλογές προκειμένου να αποτρέψει την επιτάχυνση της φθοράς. Το επιχείρημα είναι ότι η συγκυρία του πολέμου και η δημοσκοπική ενίσχυση ανοίγει ένα «παράθυρο ευκαιρίας» πριν ο πληθωρισμός διογκωθεί και πριν οι ανοικτές υποθέσεις των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ επηρεάσουν την πολιτική ατζέντα.

Βεβαίως ο εκάστοτε πρωθυπουργός έχει πάντα πληρέστερη αντίληψη των πραγμάτων. Από θεωρητική σκοπιά, διαθέτει σαφέστερη εικόνα για την εσωτερική λειτουργία της κυβέρνησής, την πορεία της οικονομίας καθώς και το σύνολο των θεμάτων. Συνεπώς ουδείς άλλος μπορεί να γνωρίζει σε επαρκέστερο βαθμό τι θα ακολουθήσει.

Μπορούν όμως να γίνουν τρεις επισημάνσεις.

Πρώτον, η κοινή γνώμη σπανίως πείθεται από την επίσημη ρητορική των κυβερνήσεων για τους λόγους πρόωρης προσφυγής σε εκλογές. Ιδίως όταν προκύπτουν με κυβερνητική πρωτοβουλία αρκετά νωρίτερα από το τέλος της θητείας. Συνήθως υποψιάζεται πολιτικές σκοπιμότητες αρνητικού χαρακτήρα. Προεξοφλεί δηλαδή επιδείνωση των συνθηκών με συνέπεια να αμφισβητεί την ικανότητα της κυβέρνησης να ανταποκριθεί στις προκλήσεις. Ειδικά σε συνθήκες διεθνούς αβεβαιότητας. Αυτό δεν

συνεπάγεται κατ’ανάγκην εκλογική ήττα. Συνεπάγεται όμως επανεκλογή με σαφή φθορά. Μόνο ο Σημίτης το 2000 και ο ίδιος ο Μητσοτάκης το 2023 επανεξελέγησαν με υψηλότερο ποσοστό. Σε συνθήκες όμως ισχυρού δικομματισμού επιδιώκοντας δεύτερη θητεία. Σήμερα δικομματισμός δεν υπάρχει, ενώ ο ίδιος πρωθυπουργός επιδιώκει, για πρώτη φορά από το 1974, τρίτη συνεχή θητεία.

Δεύτερον, οι ψηφοφόροι γενικώς εκλέγουν τον συγκριτικά καλύτερο. Στο πλαίσιο αυτό, ο Μητσοτάκης διατηρεί δημοσκοπικό προβάδισμα έναντι των αντιπάλων του. Έχει επίσης ταυτίσει επικοινωνιακά το πολιτικό του brand με το αφήγημα της σταθερότητας και της κανονικότητας. Άρα προκήρυξη εκλογών εν μέσω συναγερμού και αστάθειας συνιστά εγγενή πολιτική αντίφαση που πλήττει την πολιτική αξιοπιστία.

Τρίτον, υποθέσεις που παραπέμπουν σε θέματα διαφάνειας, όπως οι υποκλοπές ή ο ΟΠΕΚΕΠΕ, παρότι επιβαρύνουν το πολιτικό κλίμα, παραμένουν χαμηλά στις προτεραιότητες της κοινής γνώμης – εν μέρει λόγω του διαχρονικού και διακομματικού τους χαρακτήρα. Βεβαίως εάν προκύψουν αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία για εμπλοκή πολιτικών προσώπων, τότε οι συνέπειες μπορεί να είναι πολιτικά σημαντικές. Τέτοιες εξελίξεις ωστόσο, βάσει της διεθνούς εμπειρίας, συμβαίνουν ανεξάρτητα από το αν έχει προηγηθεί ανανέωση της λαϊκής εντολής ή όχι.

*Ο Πάνος Κολιαστάσης είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης του Queen Mary University of London (QMUL) και διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας & ΜΜΕ του EKΠΑ.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version