Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, το βιβλιοπωλείο «Ιανός» τιμά τον πολυσχιδή ποιητή Βαγγέλη Χρόνη – έναν δημιουργό που, μέσα από το βαθιά συνεκτικό και στοχαστικό του έργο, κατόρθωσε να περικλείσει στις λέξεις του τις πολυτιμότερες έννοιες της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Βαγγέλης Χρόνης, μετά από έντεκα ποιητικές συλλογές, δίγλωσσες ελληνοαγγλικές εκδόσεις, και μια ανθολογία του έργου του, εξακολουθεί να αποτελεί μια ασβέστη και ταυτόχρονα διακριτική παρουσία, τόσο στα ελληνικά γράμματα όσο και στη συλλογική μας συνείδηση. Η ποίησή του, με βασικούς θεματικούς άξονες τον χρόνο, τη μνήμη, το σώμα και την ελληνικότητα, αναδεικνύει την ουσία εκείνου που παραμένει άρρητο αλλά διαρκώς παρόν.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα», ο ποιητής μιλά με ειλικρίνεια και εσωτερικότητα για τον χρόνο, τη μνήμη, τη μοναξιά και τη σχέση της τέχνης με τη ζωή, προσφέροντας στον αναγνώστη μια σπάνια ευκαιρία όχι μόνο να προσεγγίσει το έργο του, αλλά και να αφουγκραστεί τον ίδιο τον ποιητή.
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης και την εκδήλωση προς τιμήν σας στον Ιανό, πώς νιώθετε όταν κοιτάζετε πίσω, τη διαδρομή των ποιητικών σας συλλογών, από τον «Σύμμαχο Χρόνο» του 99΄, έως την «Έφιππη Ψυχή» και τον «Αειθαλή Χρόνο »; Υπάρχει κάποιο νήμα που πιστεύετε ότι ενώνει / διατρέχει το έργο σας;
Το «νήμα» που διατρέχει πάντα ένα έργο διαπιστώνεται όταν το έργο αυτό έχει ολοκληρωθεί, καθώς δεν μπορεί να γνωρίζει ένας δημιουργός, όποιος και αν είναι ο όγκος του έργου του, μικρός ή μεγάλος, πόση διάρκεια ζωής του επιφυλάσσεται ακόμη, και σε ποιο βαθμό η συνέχεια αυτή θα σταθεί γόνιμη και αποκαλυπτική, ή θα σημάνει το «τέλος» του δημιουργικού του οίστρου. Μιλώντας σας όμως για το ως σήμερα παρατηρούμενο από πλευράς μου «νήμα» στα έντεκα ποιητικά μου βιβλία, θα έλεγα πως είναι μια αποτύπωση των σχέσεων που διατηρεί ο καθένας μας με την έννοια «χρόνος». Σχέσεις όμως που εξειδικεύονται μέσα στο αίσθημα και την συνείδηση ενός ποιητή με έναν τρόπο ώστε παρελθόν, παρόν και μέλλον, χωρίς να χάνουν την ιστορική τους αυτοτέλεια, να ενώνονται συχνά σε ένα «όλον» με αναπότρεπτη συνέπεια ακόμη και ο θάνατος να μεταβάλλεται σε πηγή ζωής.
Σε πολλές από τις συλλογές σας η μνήμη εμφανίζεται ως κεντρικός άξονας. Τι είναι για εσάς η μνήμη; Τόπος επιστροφής, (μια Ιθάκη) ή ένας ορμητήριο για να κατανοήσουμε το παρόν και να σαλπάρουμε στο μέλλον;
Γνωρίζετε πολύ καλά ότι αν μπορούμε να διαχειριστούμε, ως έναν βαθμό, τις σχέσεις μας με τους άλλους, ή τα αισθήματα που μας δημιουργούνται χάρη σε αυτές τις σχέσεις, η μνήμη για τον οποιοδήποτε άνθρωπο, ακόμη και για αυτόν που έχει ζήσει μια καθόλου έντονη ζωή, αποκτά διαστάσεις δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να τις διαχειριστεί. Σε βαθμό που θα έλεγε κανείς ότι αποκτά η μνήμη μια αυθύπαρκτη παρουσία ώστε ακριβώς λόγο του ανεξέλεγκτου, όσον αφορά τον χρόνο που θα προκύψει μέσα μας, να μεταβάλλεται σε μια κινητήρια, δημιουργική δύναμη, την καταλυτικότερη ίσως σε σχέση με όσες διαθέτει ο άνθρωπος. Επομένως μια «ταξινόμηση» της ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως «τόπος επιστροφής», ή ως ένα «ορμητήριο», ή ως ένα «σαλπάρισμα για το μέλλον», μάλλον την αδυνατίζει, αφού τελικά μόνον ως μια σύνθεση μπορεί να εννοηθεί τόσο αυτών των πολύ καίριων χαρακτηριστικών που αναφέρετε, αλλά και πολλών άλλων.
Ο χρόνος επίσης, διατρέχει έντονα την ποίησή σας – άλλοτε ως σύμμαχος, και άλλοτε ως δύναμη που μεταμορφώνει τα πάντα. Πώς συνομιλείτε εσείς με τον χρόνο;
Χωρίς κανενός είδους έπαρση, θα μου επιτρέψετε να πω, ή μάλλον να παρατηρήσω, πως και μόνον στους τίτλους, σε όλους τους τίτλους, των επιμέρους ποιητικών μου βιβλίων και αν περιοριστεί κανείς, προκύπτει θα έλεγα, αν όχι ανάγλυφη, εντονότατη, η σχέση μου με τον χρόνο, ο τρόπος δηλαδή που συνομιλώ μαζί του. Για παράδειγμα, θα ανέφερα όχι τα ποιητικά βιβλία «Σύμμαχος χρόνος», ή «Νέοι στον Άδη», όπως θα περίμενε κανείς, αφού οι τίτλοι τους παραπέμπουν ευθέως σε μια – ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός – νεοφανή αίσθηση του χρόνου, αλλά στο βιβλίο «Τα αγάλματα και οι ψυχές». Θα ήταν ποτέ δυνατόν να διαχωρίσει κανείς την έννοια του «αγάλματος» και την έννοια της «ψυχής» από την έννοια του χρόνου, αφού και οι δυο μοιάζει να τον σταθεροποιούν παρά την τρομακτική ρευστότητα που διαθέτει ο ίδιος ο χρόνος ως έννοια. Είναι πάντως εξαιρετικά παράξενο, αλλά και εξίσου γοητευτικό, πως όσο μπορεί να συνομιλήσει κανείς με τον χρόνο χρησιμοποιώντας τόσο υψηλές έννοιες όπως αυτές του «αγάλματος» και της «ψυχής», άλλο τόσο μπορεί να τον οικειωθεί και να τον κάνει δικό του με λέξεις πολύ πιο περιορισμένου βεληνεκούς, σχεδόν καθημερινές. Φαντάζομαι αλλά και ελπίζω, η δεύτερη αυτή εκδοχή να γίνεται αντιληπτή εξίσου στα ποιήματά μου όσο και η αποδιδόμενη με λέξεις καθαρά πνευματικής τάξεως.
Το σώμα εμφανίζεται συχνά στα ποιήματά σας ως φορέας εμπειριών και συναισθημάτων. Θεωρείτε ότι το σώμα μπορεί να λειτουργήσει ως ένας «δεύτερος αφηγητής» της ζωής;
Το «σώμα» παραμένει μέσα σε όλες τις συνθήκες και σε όλες τις εποχές «ο πρώτος αφηγητής της ζωής», ενώ ο ποιητής δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει παρά ως μεταφραστής αυτής της αφήγησης έστω και αν έχει παραχθεί χάρη στο δικό του σώμα. Θα έλεγες πως το «σώμα» μας παράγει ερήμην μας ιστορίες ώστε η ανάγκη μας να τις κατανοήσουμε να μας μεταβάλλει αυτομάτως σε αφηγητές μιας ιστορίας που αποκτά αξία ακριβώς γιατί όσο αφορά εμάς τους ίδιους μπορεί να αφορά και όλους τους άλλους. Μια θαυματουργή σύζευξη ζωής και τέχνης που έχει το επιπλέον πλεονέκτημα η τέχνη να μην συνιστά μόνο μια απόλαυση αλλά και έναν ρυθμιστικό παράγοντα της ίδιας της ζωής.
Η μοναξιά είναι ακόμα ένα έντονο στοιχείο στα έργα σας. Τι σημαίνει για εσάς και τη ποίησή σας;
Για να είμαι ειλικρινής αποδέχομαι τον όρο «μοναξιά», σε σχέση με την ποίησή μου, γιατί αναγνωρίζω ότι η ελευθερία που δικαιούται ο αναγνώστης μπορεί να τον οδηγήσει σε συμπεράσματα που ο ίδιος ο ποιητής δεν είχε κατά νου όταν έγραφε τα συγκεκριμένα ποιήματά του. Επομένως αν υπάρχει ένα είδος μοναξιάς – και ευτυχώς που υπάρχει – αφορά στον χρόνο που γράφεται ένα ποίημα – χρόνος που ενδέχεται να είναι πολύ μακρύς – ή στον χρόνο που γίνεται μέσα στο μυαλό του ποιητή η επεξεργασία του ποιήματος, ένα χρόνο χωρίς χαρτί και μολύβι που θα ήταν αδύνατον να τον μοιραστεί με οποιονδήποτε άλλον. Έναν χρόνο που ακόμη και μέσα στην κατανυκτικότερη ατμόσφαιρα θα ήταν αδύνατον να υπάρξει ως μια εξομολογούμενη και επομένως δυνατόν να μεταγγιστεί εμπειρία. Η επιτυχία ενός ποιήματος έγκειται ακριβώς, όταν ο μη μεταδόσιμος, μέσω της άμεσης επικοινωνίας δυο ανθρώπων αυτός χρόνος, αποκαλύπτεται σε όλο το εύρος των ποιημάτων του στον αναγνώστη.
Σε αρκετά ποιήματά σας διακρίνεται ένα αρχαιόθεμο στοιχείο, είτε αυτό αφορά αγάλματα, είτε ιστορικά πρόσωπα . Τι σημαίνει για εσάς αυτή η σχέση με την αρχαιότητα;
Έχει γίνει πολύς και, σε πολλές περιπτώσεις, εύστοχος λόγος τόσο για την αρχαιογνωσία που χαρακτηρίζει τα ποιήματα μου όσο και για την αρχαιολατρία που διακρίνει εμένα ως άτομο. Το να θέλει να αναλύσει κανείς, αν και Έλληνας, τις δυο αυτές ιδιότητες, είναι σαν να επιδιώκει να μεταβάλλει το αυτονόητο σε ακατανόητο. Με μια όμως διαφορά όσον αφορά τα ποιήματά μου. Η σχέση μου με την αρχαιότητα δεν χαρακτηρίζεται τόσο από μια νοσταλγική επιστροφή στο απώτατο παρελθόν μας, επειδή το σήμερα μού (μάς) είναι δυσβάστακτο ή τόσο ευτελές ώστε να μην αξίζει να το ζει κανείς. Η σχέση μου με το παρελθόν έχει να κάνει κυρίως με τις προοπτικές που δημιουργεί το παρελθόν αυτό στους μεταγενέστερους αιώνες και, επομένως, και στα δικά μας χρόνια ώστε όσο καλύτερα το γνωρίζουμε τόσο περισσότερο να μπορούμε να διευρύνουμε τους σκοπούς της ύπαρξής μας. Παρατηρούμε την έννοια του «νήματος», όπως την διατυπώσετε με την πρώτη κιόλας ερώτησή σας, να διαιωνίζεται ευεργετικά σε όλους τους τομείς της ζωής μας, είτε το δυναμώνουμε το «νήμα» αυτό, είτε προσπαθούμε με πολλούς τρόπους που δεν χρειάζεται να τους απορυθμίσουμε να το αδυνατίσουμε.
Παρότι δεν κατάγεστε από κάποιο νησί, τα ελληνικά νησιά και ιδιαίτερα οι Κυκλάδες εμφανίζονται συχνά στο ποιητικό σας σύμπαν. Τι είναι αυτό που σας γοητεύει τόσο σε αυτά τα τοπία;
Είναι τόσα αυτά που με γοητεύουν στις Κυκλάδες ώστε με πολύ μεγαλύτερη ευχέρεια θα σας απαντούσα σε μια ερώτηση σε σχέση με το τι είναι αυτό που δεν με γοητεύει στα ομώνυμα νησιά. Το περίεργο είναι πως όσο και αν με την ποίηση μπορείς να εκφράζεις τα αισθήματά σου με έναν τρόπο πρωτότυπο, επιχειρώντας κάτι ανάλογο ως απάντηση σε μια σχετική ερώτηση, να γίνεσαι αφάνταστα κοινοτοπικός και αμήχανος.
Ξεκινήσατε να γράφετε από πολύ μικρή ηλικία, ωστόσο η πρώτη σας συλλογή εκδόθηκε αρκετά αργότερα. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να περιμένετε τόσο μέχρι να δημοσιεύσετε το έργο σας;
Για να είμαι ειλικρινής δεν με χαρακτήριζε ποτέ κανενός είδους ανυπομονησία για κάτι που ήταν και παραμένει για εμένα το ουσιαστικότερο κομμάτι της αυστηρά προσωπικής μου ζωής, όπως είναι η ποιητική έκφραση. Και χαίρομαι να αναγνωρίζω σήμερα πως το τόσο μακρύ χρονικό διάστημα της επώασης και της κυοφορίας των ποιημάτων μου υπήρξε το ίδιο δημιουργικό όσο αναγνωρίζω τα εικοσιεπτά χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την έκδοση του πρώτου μου βιβλίου. Οπότε, χρόνος αναμονής και χρόνος υλοποίησης των ποιητικών μου σχεδίων φαίνεται να συμπίπτουν ως προς το μέγεθος της χαράς είτε μιλάμε για την περίοδο της κυοφορίας είτε για τα χρόνια της γέννησης των έντεκα ποιητικών μου βιβλίων.
Έχετε εκδώσει πλέον τόσο συλλογές, όσο και τα Άπαντά σας, μέχρι το 2020. Πώς βλέπετε σήμερα το έργο σας ως σύνολο; Υπάρχει κάποια συλλογή που αισθάνεστε πιο κοντά στην ψυχή σας;
Αν αναγνωρίζω κάτι πιο κοντά ή μάλλον ταυτόσημο με την ψυχή μου, είναι κυρίως η ίδια η ποίηση που η κατανομή της σε επιμέρους βιβλία εξυπηρετεί κυρίως πρακτικούς και όχι ηθικοαισθητικούς σκοπούς όπως συμβαίνει με την ποίηση στην αυτόνομη λειτουργία της. Όταν πιστεύεις ότι χωρίς την ποίηση θα αισθανόσουνα ακρωτηριασμένος, δεν παύει να αγαπάς και συχνά να εκτιμάς τα ποιήματά σου καθώς σε συνδέουν με ον μεγάλο και ορμητικό ποταμό της ποίησης ως έννοιας διαχρονικής και αναλλοίωτης.
Ας περάσουμε στην ενότητα: Αλέκος Φασιανός. Η συνεργασία σας με τον Αλέκο Φασιανό υπήρξε ιδιαίτερα στενή, σε τέτοιο βαθμό που τα περισσότερα ποιήματά σας φαντάζουν σύμφυτα με σκίτσα και το εικαστικό σύμπαν του Φασιανού. Πώς γεννήθηκε αυτή η σχέση και πώς επηρέασε η εικαστική του ματιά τη δική σας ποιητική γραφή;
Η φιλία μου με τον Αλέκο Φασιανό αποτελεί ένα μεγάλο κεφάλαιο της ζωής μου και, αν αισθάνομαι ιδιαίτερα ευτυχής, είναι τόσο για όσα ζήσαμε μαζί για δεκαετίες, αλλά και για τη δημιουργία ενός πλήθους έργων και σχεδίων του εμπνευσμένων από ποιήματά μου. Τα φυλάσσω με την ευλάβεια και το δέος που περιβάλλει τα έργα τέχνης, όταν ο δημιουργός που τα φιλοτέχνησε έχει φύγει από τη ζωή και αισθάνομαι την κοινή μας έκδοση όσον αφορά την δική του εικαστική δημιουργία και τη δική μου ποιητική κατάθεση, που πραγματοποίησε το Ίδρυμα Θεοχαράκη, να καταχωρείται ως ένα σημαντικό κομμάτι στην όποια παρακαταθήκη θα μπορούσε να συγκροτήσει η αμιγώς προσωπική μου εργασία. Αναζητώντας τις απαρχές αυτής της πολύτιμης φιλίας και συνεργασίας, θα τις τοποθετούσα στο γεγονός πως τον Φασιανό, παρά το εύρος και την ζωηρότητα των εικαστικών του απεικονίσεων, τον συγκινούσε ως ζωγράφο η περιεκτικότητα, η σύνοψη, η ολιγολογία και τα στοιχεία αυτά, όπως ο ίδιος είχε ομολογήσει, ήταν που τον συγκινούσαν εξαρχής στην ποίησή μου. Διατηρώ, όπως είναι φυσικό, ολοζώντανες τις αναμνήσεις της κοινής καλλιτεχνικής και ανθρώπινης πορείας μας και αισθάνομαι τόσο τις καταγεγραμμένες σε κείμενά μας, αλλά και όσες δεν έχουν καταγραφεί, να στοιχειώνουν την ψυχή μου και να με συνοδεύουν σε κάθε βήμα της ζωής μου.
Πολύ συχνά, κατά την ανάγνωση των ποιημάτων σας, έχω την αίσθηση πως το ποιητικό σας ύφος, διαδέχεται ένας έντονος φιλοσοφικός τόνος και αντίστροφα- με την ίδια μαεστρία -και σκωπτικότατα ορισμένες φορές-, που εντοπίζει κανείς στη ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη. Μιλήστε μου παρακαλώ για αυτό. Είναι τελικά, η ποίηση για εσάς, ένας τρόπος αυτογνωσίας;
Σε σχέση με το τόσο μεστό νόημα που υποβάλλεται με την ερώτησή σας, θα ήθελα να πω ότι ο «φιλοσοφικός τόνος» των ποιημάτων μου συμπίπτει σε πολλά σημεία με το «ποιητικό ύφος», δεν πρόκειται δηλαδή για δυο έννοιες που η μια διαφοροποιείται σε σχέση με την άλλη. Όπως πολύ καλά γνωρίζετε βέβαια στην ποίηση δεν γίνεται τίποτε «από σκοπού», δηλαδή μια πρόθεση, όσο συνειδητή και αν είναι λειτουργεί ερήμην μας ως προς τα αποτελέσματά της. Και αλίμονο αν παρά αυτό το τόσο καθοριστικό «ερήμην» στην ποίηση, που ο βαθμός του, όπως ποικίλλει, καθορίζει και το ταλέντο ενός ποιητή, δεν λειτουργούσε η ποίηση, έτσι όπως την γράφει ο καθένας μας, και ως μια προϋπόθεση αυτογνωσίας που κανένα άλλο «μέσον», σε σχέση με όσα έχει εφεύρει η ανθρώπινη διάνοια δεν μπορεί να εξασφαλίσει σε τόσο μάλιστα υψηλό ποσοστό.
Στη σημερινή εποχή της ταχύτητας και της ψηφιακής επικοινωνίας, ποια πιστεύετε ότι είναι η θέση της ποίησης; Μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως χώρος περισυλλογής για τον σύγχρονο άνθρωπο;
Σαν να φαίνεται με την ερώτηση σας πως περιμένετε μια απάντηση που θα σας έκανε να μελαγχολήσετε. Θα συμβεί όμως το ακριβώς αντίθετο, αν σας διαβεβαίωνα πως πιστεύω ακράδαντα, όπως ακριβώς το τεκμηριώνει ο Ερνστ Φίσερ στο βιβλίο του «Η αναγκαιότητα της τέχνης» πως η ποίηση θα υπάρχει όσο υπάρχει ο άνθρωπος, όποιες εξελίξεις συγκλονιστικές, θεαματικές ή ανατρεπτικές και αν πρόκειται να ακολουθήσουν. Καθώς δεν θα πάψει ποτέ να υφίσταται ο καημός να προσπαθήσει να εννοήσει ο άνθρωπος τον λόγο του ερχομού του στον κόσμο αυτό και γιατί, αφού ήρθε, πρέπει να φύγει, και τέλος να εννοήσει πως όσο του θέτει ερωτήματα ο εαυτός του, οι άλλοι που συνυπάρχει μαζί τους, αντί να αποτελούν μια απόκριση στα ερωτήματα του, του τα πολλαπλασιάζουν. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ένας άνθρωπος που ζει ως ερημίτης στην απόφασή του αυτή οδηγήθηκε χάρη στους άλλους. Επομένως η ποίηση δεν θα πάψει να υπάρχει ούτε ως γέφυρα προς τον μέσα μας κόσμο είτε ως προϋπόθεση για να συναντηθούμε και να καταλάβουμε τους άλλους.
Αν επιστρέφατε στον νεαρό Βαγγέλη Χρόνη, τόσο τον ποιητή, όσο και τον άνθρωπο όπως αυτός διαμορφώθηκε μέσα από το έργο του, τι συμβουλή θα του δίνατε σήμερα;
Χωρίς να λογαριαστεί ως έπαρση, με μεγάλη τρυφερότητα και με μια συγκινημένη αγάπη για όσα έχει ζήσει το παιδί αυτό είτε οφείλονταν σε συνειδητές επιλογές είτε σε «συμπτώσεις», όπως τις καθόρισαν οι άλλοι και η εποχή του, θα το συμβούλευα να μην παρεκκλίνει από τον σκοπό που φαίνεται εξ υπαρχής να έφερνε μέσα, αλλά χρειάστηκε πολύ δουλειά και πολύς πόνος, αφού τον συνειδητοποίησε, να τον κάνει πράξη.

