Να μην ενοχοποιείσαι για τη «μεριά». Αν είσαι, για παράδειγμα, απο «τη σωστή» ή «από τη λάθος πλευρά της Ιστορίας».
Γύρνα απο το άλλο πλευρό και συνέχισε.
Το ερώτημα, σου το θέτουν συνήθως οι ισχυροί και ο εφιάλτης των βολεμένων. Ο Κλωντ-Λέβι Στρώς αλλιώς είχε απαντήσει στον Ζαν-Πωλ Σάρτρ: «Στην Ιστορία είσαι μέσα όσο γρηγορότερα βγεις από αυτήν».
Όσο δηλαδή, λάβεις σοβαρά υπ’ όψιν σου όχι μόνο την ιδιοσυγκρασία και την ανάγκη αλλά και την τυχαιότητα του εφήμερού σου σπέρματος. Βλέπεις άλλωστε πού καταλήγουν οι
«σωστές πλευρές». Διαβάζεις; Από τη γραφή τους και μόνον, το κατάλαβες.
Αφού το «ένα και ένα τους κάνουν δύο», παράτα τους και δες στον Ταρκόφσκι: «Μία σταγόνα και μία σταγόνα κάνουν μία μεγαλύτερη σταγόνα, όχι δύο».
Ο Ντομένικο στη « Νοσταλγία» πιστεύει ότι οι άνθρωποι πρέπει να πάψουν να βλέπουν τους εαυτούς τους ως ξεχωριστές μονάδες και να αναζητήσουν μια κοινή μοίρα. Άφησε λοιπόν τη λογική της «μη-αντίφασης» και το «είτε-είτε» τους (ή καλό ή κακό) και σκέψου με μιά λογική σύζευξης(και το ένα και το άλλο, καλό και κακό, εφόσον πλέον το ένα, δεν αποκλείει τα «σχέδια» του άλλου). Διότι δεν χαλάει ο κόσμος αν μπει στη σκέψη σου το “άλλο”. Ο άλλος κόσμος που έτσι κι αλλιώς συζευκτικά θα μπεί -αν δεν είναι ήδη μέσα.
Πόσο θα ήθελα κι εγώ να γράφω όταν θα ήμουν σε θέση να πω στον εαυτό μου: «αυτό που έγραψα δεν μεταφράζεται», όπως το είπε ο Ντερριντά. Ή να παραδεχτώ πως το κείμενο αυτό, δεν είναι ομοιογενές, ούτε και η σημασία του ταυτίζεται εξάπαντος με την κειμενική του πρόθεση. Κάτι άλλο είναι αυτό περί του οποίου ο λόγος.
Και μόνον το ότι σχολιάζω σ’ ένα κείμενο, την κοινοτυπία της νεοφιλελεύθερης «κυνοτοπίας» ή της νεοφονταμενταλιστικής εξαπάτησης (Τραμπ), δηλαδή αυτό που ο μακαρίτης ο Χάμπερμας ονομάζει «μετακοσμική κοινωνία», μου φτάνει.
Ζώντας κι εγώ, ανάμεσα σε «σκυλιά», δεν σημαίνει πως αντιφάσκω όταν κυνολογώ.
Έμαθα οτι η «διαφορά δίχως άρνηση», δεν χρειάζεται να φτάσει στην αντίθεση. Δεν σε υποχρεώνει να είσαι ο αντιεξουσιαστής ή αντίθετα, ο Αχιλλέας- λαγός της αγοράς, αλλά κάποιος που γνωρίζει πως το «βέλος» του παράδοξου με την χελώνα και τον λαγό, δεν θα διασχίσει όλη την απόσταση, εφόσον πρέπει πρώτα να περάσει ένα προς ένα όλα τα σημεία του κοινωνικού πεδίου.
Απαλλαγμένος λοιπόν, όσο γίνεται, από τις αιτιότητες των «κανονικών» λόγων (και των λαγών), συμβιβασμένος όσο το δυνατόν λιγότερο, προσπαθώντας ωστόσο, να διατηρώ στον εαυτό μου τις ίδιες μου τις αντιφάσεις , αντιλαμβάνομαι αυτό που είπε κάποτε ο Ντελέζ*: «Η ερώτηση για το μέλλον της επανάστασης είναι μία κακή ερώτηση γιατί όσο την κάνουμε, υπάρχουν πολλοί που δεν γίνονται επαναστάτες, και είναι φτιαγμένη ακριβώς γι’ αυτό: για να μπλοκάρει την ερώτηση του επαναστατικού γίγνεσθαι του καθενός μας».
Αυτή η δεύτερη τουλάχιστον ερώτηση, για ό,τι συνεχώς γινόμαστε, μας ενδιαφέρει ακόμα; Μας ενδιαφέρει τουλάχιστον ως αντίσταση σ’ ένα σύστημα που γνωρίζει καλά πως να εξαφανίζει τις αντιστάσεις και να καγχάζει με τους γραφικούς ανθιστάμενους.(Έγραψα «γραφικούς» ενώ θα έπρεπε να πω «γραμματικούς»).
Την αντίσταση δεν την καταλαβαίνω μόνον ως αντίθεση σε μια δύναμη που μου επιβάλλεται αλλά ως απελευθέρωση μιας δύναμης δικής μου «Μιας δύναμης ως αδυναμίας του αυτό και σε σχέση με αυτό». Μιας δύναμης «ως πράξη δημιουργίας» για την οποία και ο Άγκαμπεν αφιερώνει ένα κείμενο το 2017, για “το έργο στην εποχή της καπιταλιστικής θρησκείας” όπως υποσημειώνει στον τίτλο του βιβλίου “Δημιουργία και αναρχία”(**).
Παραθέτω ένα πρόσφατο κείμενο του Τζόρτζιο Άγκαμπεν ( 2.3.26) που ανάρτησε η ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου Quodlibet για τους πιο απελπισμένους από τον υπογράφοντα, ως ένδειξη αντίστασης ενός σοφού γέροντα, του μόνου που έχει απομείνει στην «Γερουσία» και την βιβλιοθήκη μου: «Τι είναι ένα κράτος που, αγνοώντας κάθε νομιμότητα, κάθε μορφή δικαίου, δολοφονεί ή απαγάγει μεθοδικά τους ηγέτες των κρατών που αυθαίρετα κηρύσσει εχθρούς; Κι όμως, αυτό είναι που συμβαίνει με την έγκριση ή την αμήχανη σιωπή των ευρωπαϊκών χωρών. Αυτό σημαίνει ότι εμείς ζούμε σε μια εποχή όπου το κράτος έχει πετάξει τις νομικές του μάσκες και πλέον ενεργεί σύμφωνα με την πραγματική του φύση, η οποία σε τελική ανάλυση είναι ο τρόμος. Είναι πιθανό, ωστόσο, ότι αυτή η ακραία κατάσταση να είναι κυριολεκτικά η έσχατη. Τέτοια, δηλαδή που, η απόθεση των μασκών να συμπίπτει με το τέλος της κρατικής μορφής, χωρίς την οποία μια τέτοια νέα πολιτική δεν θα είναι δυνατή».

