«Για μας προτεραιότητα είναι η ασφάλεια των ναυτικών μας, που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στον Περσικό Κόλπο, καθώς και των ελληνικών πλοίων, τα οποία βρίσκονται εγκλωβισμένα στην περιοχή. Καλούμε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, και ιδίως το Ιράν, να διασφαλίσουν την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και να απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια παραβιάζει το διεθνές δίκαιο της θάλασσας».
Μία ακόμη έκκληση απηύθυνε ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών, αυτή τη φορά από το Βερολίνο, δίπλα στον Γερμανό ομόλογό του, εν μέσω έντονης διπλωματικής κινητικότητας στη γερμανική πρωτεύουσα. Η συνάντηση του κ. Γεραπετρίτη με τον Γιόχαν Βάντεφουλ άνοιξε την αυλαία των σημερινών επαφών, με επόμενη τη συνάντηση με τη Ρομπέρτα Μέτσολα, πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και τη συνάντηση στην καγκελαρία με τον Φρίντριχ Μερτς. Παρών στο Βερολίνο ήταν και ο Ζαν-Νοέλ Μπαρό, ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών, ο οποίος το απόγευμα συμμετείχε μαζί με τον Βάντεφουλ στη Διάσκεψη «Europe 2026», με συνδιοργανωτές τέσσερις γερμανικές εφημερίδες.
Επιστροφή στη διπλωματία
Κοινός παρανομαστής Ελλάδας και Γερμανίας είναι η θέση ότι καμία από τις δύο χώρες δεν έχει στόχο να στείλει πλοία στα Στενά του Ορμούζ, όπως ζήτησε ο πρόεδρος Τραμπ, καθώς κάτι τέτοιο θεωρείται επικίνδυνο τόσο για τους ναυτικούς όσο και για τα εμπορικά πλοία που βρίσκονται στην περιοχή. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να εκληφθεί ως εμπλοκή, κάτι που καμία από τις δύο χώρες δεν επιθυμεί.
«Η κατάσταση είναι δύσκολη, γιατί μας επιβαρύνει και οικονομικά», παραδέχθηκε στην κοινή συνέντευξη Τύπου ο Βάντεφουλ, κάνοντας έκκληση για ρεαλισμό. «Στην τρέχουσα κατάσταση, ασφαλής διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι εφικτή και, αν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις δεν είναι σε θέση να το εξασφαλίσουν στρατιωτικά, τότε πιθανότατα ούτε οι ευρωπαϊκές θα μπορέσουν να το κάνουν. Έχουμε εκφράσει προς τους εταίρους μας στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ισραήλ το αίτημα να μας κρατούν ενήμερους για την εξέλιξη της στρατιωτικής σύγκρουσης. Χρειαζόμαστε ενημέρωση για το πότε οι στρατιωτικοί στόχοι θα θεωρηθεί ότι έχουν επιτευχθεί».
Από την πλευρά του, ο κ. Γεραπετρίτης υπενθύμισε ότι η Ελλάδα, μαζί με την Ιταλία, συμμετέχει στην επιχείρηση «ΑΣΠΙΔΕΣ», η οποία, όπως είναι γνωστό, είναι γεωγραφικά περιορισμένη στην Ερυθρά Θάλασσα, ενώ κανένα κράτος-μέλος της ΕΕ δεν επιθυμεί τη διεύρυνση του επιχειρησιακού της πεδίου. Το μήνυμα του Έλληνα υπουργού ήταν σαφές: επιστροφή στη διπλωματία. «Πιστεύουμε ότι πρέπει να προετοιμαστούμε από κοινού, μαζί με τα κράτη του Κόλπου αλλά και ως ΕΕ, ώστε να συμβάλουμε στην έναρξη συνομιλιών. Διότι, στο τέλος, η ασφαλής ναυσιπλοΐα και σε αυτή την περιοχή μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο στο πλαίσιο μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Απαιτείται ευρύτερη οικουμενική συμμαχία για ελευθερία ναυσιπλοΐας. Πάνω σε αυτό θα πρέπει να εργαστούμε».
Αμέριστη αλληλεγγύη στην Κύπρο
Ο Βάντεφουλ τόνισε για άλλη μια φορά ότι η Γερμανία βρίσκεται στο πλευρό της Κύπρου και ότι επισκέφθηκε το νησί σε ένδειξη αλληλεγγύης, όχι με λόγια αλλά με έργα. «Αυτό σημαίνει ότι αν προκύψει κάποια ανάγκη σε επίπεδο ασφάλειας ή στρατιωτική ανάγκη για περισσότερες δράσεις, τότε η Γερμανία θα το πράξει φυσικά. Στεκόμαστε στο πλευρό της Κύπρου, αυτό είναι απολύτως αδιαμφισβήτητο», ξεκαθάρισε, κάνοντας αναφορά στη ρήτρα ευρωπαϊκής συνδρομής. Από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία, προτεραιότητα της Γερμανίας είναι η προστασία της βόρειας και ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. «Αυτό σημαίνει ότι οι ναυτικές μας δυνάμεις είναι πλέον πολύ έντονα εμπλεκόμενες στον Βόρειο Ατλαντικό. Είμαστε πολύ έντονα εμπλεκόμενοι στις χώρες της Βαλτικής, τόσο με τις αεροπορικές δυνάμεις, όσον αφορά στην αεροπορική επιτήρηση, όσο και με τις χερσαίες δυνάμεις. Συζήτησα επίσης με τον κοινό μας συνάδελφο Κωνσταντίνο Κόμπο εάν υπάρχει περαιτέρω ανάγκη από στρατιωτική άποψη, και προς το παρόν δεν διαπιστώνεται κάτι τέτοιο. Εάν όμως προκύψει, η Γερμανία θα είναι αμέσως εκεί».
Σε ερώτηση του Β εάν η Γερμανία θα στήριζε διεύρυνση του ΝΑΤΟ με την Κύπρο, κι εάν θα ασκούσε την επιρροή της προς την πλευρά της Τουρκίας, ο Γιόχαν Βάντεφουλ απέφυγε να απαντήσει. Προτίμησε να αναφερθεί γενικά στο Κυπριακό και τη θέση του ότι τώρα υπάρχει ιστορική ευκαιρία για προσέγγιση και για επίλυση των προβλημάτων που δεν επιλύθηκαν επί δεκαετίες. «Οι Ευρωπαίοι συνέδεσαν την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ με την ελπίδα ότι τα θέματα θα επιλύονταν», επισήμανε. «Δυστυχώς έγινε το αντίθετο, οι αντιθέσεις σκλήρυναν, γι’ αυτό νομίζω ότι πρέπει να κάνουμε νέες προσπάθειες να επιτύχουμε νέα ευελιξία, ίσως να ανοίξουμε νέες πόρτες που στο παρελθόν ήταν κλειστές». Και επανέλαβε ότι η Γερμανία είναι διατεθειμένη να συμβάλει θετικά σε μια μεγαλύτερη ύφεση. «Είμαι έτοιμος γι’ αυτό».
Όλα τα σενάρια ανοιχτά, ανησυχία για Λίβανο
Πάνω από δύο εβδομάδες πολέμου με το Ιράν και επιθέσεων του Ιράν σε όμορες χώρες, και με μπλοκαρισμένα τα Στενά του Ορμούζ, τα μηνύματα δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά για τα μελλούμενα. Πρόβλεψη δεν μπορεί να γίνει για το πότε και πώς θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος, που δεν τον θέλει κανείς από τις ευρωπαϊκές χώρες και πέρα από αυτές, καθώς οι ηγεσίες τους δεν ενημερώθηκαν ούτε και ερωτήθηκαν. Κοινή αίσθηση από τη σημερινή διπλωματική κινητικότητα στο Βερολίνο και τις επαφές των δύο υπουργών Εξωτερικών είναι ότι οι πολιτικές ηγεσίες πρέπει να ετοιμάζονται για όλα τα σενάρια, πολιτικά και οικονομικά, άμεσα, μεσοπρόθεσμα, αλλά κυρίως μακροπρόθεσμα. Που σημαίνει, με άλλα λόγια, ότι δεν υπάρχει σενάριο εξόδου, δεν υπάρχει συνομιλητής από το Ιράν και με άγνωστες τις προθέσεις του Ισραήλ.
Εκείνο που επίσης ανησυχεί ιδιαίτερα Αθήνα και Βερολίνο είναι οι εξελίξεις στον Λίβανο, με καθημερινή κλιμάκωση των συγκρούσεων, τον φόβο έναρξης εκτεταμένων ισραηλινών χερσαίων επιχειρήσεων και τη χώρα να βυθίζεται στα πρόθυρα εμφυλίου και εξτρεμισμού. Στο πλαίσιο της επίσκεψής του ο κ. Γεραπετρίτης συναντήθηκε επίσης με τον Άρμιν Λάσετ, πρόεδρο της Επιτροπής Εξωτερικών, ο οποίος αναφέρθηκε τουλάχιστον δύο φορές στη συνέντευξη που παραχώρησε στο κυριακάτικο Β, και τον Τόμας Ράχελ, εντεταλμένο της γερμανικής κυβέρνησης για Θρησκευτικές Υποθέσεις και πίστη, ενώ εξαιρετικά χρήσιμη ήταν και η συνάντηση με πολιτικούς αναλυτές και διαμορφωτές κοινής γνώμης στο Ίδρυμα Μπέρτελσμαν.
