Σε μια περίοδο όπου οι τεχνολογικές, οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις μετασχηματίζουν με ταχύτητα το επιχειρηματικό περιβάλλον, το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα αλλάξουν οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι, αλλά πώς θα προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη λειτουργεί ως ένας από τους βασικούς καταλύτες αυτής της αλλαγής, δημιουργώντας ταυτόχρονα νέες δυνατότητες, αλλά και έντονα αισθήματα αβεβαιότητας.
Ο Kyriakos Andreou, Senior Advisor on Strategy & Markets στην PwC Ελλάδας αναλύει στο «Βήμα» τη συνταγή για την επιτυχία στις νέες συνθήκες, υπογραμμίζοντας ότι το κλειδί δεν βρίσκεται στους αλγορίθμους, αλλά στον τρόπο με τον οποίο οργανισμοί και άνθρωποι θα οικοδομήσουν εμπιστοσύνη μέσα σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται συνεχώς.
Αφορμή για τη συζήτηση υπήρξε η δημοσίευση των ελληνικών αποτελεσμάτων της ετήσιας έρευνας της PwC «Workforce Hopes & Fears», μιας από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως έρευνες για το εργατικό δυναμικό.
Η αβεβαιότητα ως νέα κανονικότητα
«Η αβεβαιότητα σήμερα δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο. Είναι το νέο περιβάλλον μέσα στο οποίο λειτουργούν επιχειρήσεις και εργαζόμενοι» σημειώνει.
Συχνά, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στις αλλαγές που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Ανδρέου, η τεχνολογική επιτάχυνση αποτελεί μόνο έναν από τους παράγοντες που διαμορφώνουν το νέο τοπίο της εργασίας. Η πρόσφατη έρευνα της PwC «Workforce Hopes & Fears» δείχνει ότι το 45% των εργαζομένων στην Ελλάδα εκτιμά πως η τεχνολογική αλλαγή θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τη δουλειά του. Την ίδια στιγμή όμως οι εργαζόμενοι αναγνωρίζουν ότι και άλλοι παράγοντες, όπως οι γεωπολιτικές εξελίξεις, οι αλλαγές στη νομοθεσία, η κλιματική μετάβαση, συνδιαμορφώνουν ένα περιβάλλον πολυεπίπεδης και ταυτόχρονης αλλαγής.
«Οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται ότι πολλές αλλαγές συμβαίνουν ταυτόχρονα και επηρεάζουν άμεσα την εργασία τους. Η αβεβαιότητα, επομένως, δεν είναι μόνο τεχνολογική. Είναι βαθιά ανθρώπινη και συνδέεται με την αίσθηση ασφάλειας, την επαγγελματική προοπτική και το ίδιο το νόημα της εργασίας» τονίζει.
Σε αυτό το κλίμα ανασφάλειας, όπως σημειώνει, συχνά βρίσκει έδαφος και ο λαϊκισμός. «Η εύκολη απάντηση στην αβεβαιότητα είναι ο λαϊκισμός, γιατί προσφέρει απλές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα» αναφέρει. Η ουσιαστική απάντηση, όμως, βρίσκεται αλλού: στην εξοικείωση με την αλλαγή, στην επένδυση στις δεξιότητες και στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου οι εργαζόμενοι κατανοούν τι αλλάζει και συμμετέχουν ενεργά σε αυτή τη μετάβαση.
Σε αυτό το σημείο, η έννοια της εμπιστοσύνης αποκτά καθοριστικό ρόλο. «Η εμπιστοσύνη λειτουργεί ως σταθεροποιητικός μηχανισμός σε περιβάλλον διαρκούς αλλαγής» σημειώνει ο κ. Ανδρέου. Όταν οι εργαζόμενοι κατανοούν τη στρατηγική κατεύθυνση ενός οργανισμού και βλέπουν ότι η αλλαγή συνοδεύεται από επένδυση στις δεξιότητές τους, τότε η αβεβαιότητα μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία.

Η «ψηφιακή ανισότητα»
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αλλαγών υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθούν και νέες μορφές ανισότητας. Ο κ. Ανδρέου επισημαίνει ότι η ψηφιοποίηση προχωρεί με ταχύτητα σε κλάδους όπως οι τράπεζες, το λιανεμπόριο και ο δημόσιος τομέας μετασχηματίζοντας τον τρόπο λειτουργίας υπηρεσιών και εργασίας. Ωστόσο, αυτή η μετάβαση δεν επηρεάζει όλους με τον ίδιο τρόπο. Ενα μέρος των εργαζομένων και των πολιτών κινδυνεύει να μείνει πίσω, κυρίως λόγω περιορισμένης ψηφιακής γνώσης ή έλλειψης εξοικείωσης με τις νέες τεχνολογίες. Η λεγόμενη «ψηφιακή ανισότητα» δεν αφορά μόνο την πρόσβαση σε τεχνολογικά εργαλεία, αλλά και την ικανότητα αξιοποίησής τους στην καθημερινή εργασία και ζωή.
Παρότι οι ψηφιακές υπηρεσίες διευκολύνουν σημαντικά την εξυπηρέτηση και την παραγωγικότητα, μπορούν ταυτόχρονα να δημιουργήσουν εμπόδια για όσους δεν διαθέτουν τις απαραίτητες δεξιότητες ή την κατάλληλη υποστήριξη για να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις. Ετσι, η τεχνολογική πρόοδος, αντί να λειτουργεί μόνο ως μοχλός ανάπτυξης, μπορεί να εντείνει υφιστάμενες κοινωνικές και επαγγελματικές ανισότητες.
Από την έρευνα προκύπτει ότι λιγότεροι από τους μισούς εργαζομένους στην Ελλάδα θεωρούν ότι έχουν πρόσβαση στους πόρους μάθησης και ανάπτυξης που χρειάζονται. Οπως σημειώνει ο κ. Ανδρέου, τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι η πρόκληση δεν είναι να αποφευχθεί η αλλαγή, αλλά να υπάρξουν τα εργαλεία και οι δεξιότητες ώστε εργαζόμενοι και οργανισμοί να μπορούν να προσαρμόζονται σε αυτήν.
Η ΑΙ ως εργαλείο και όχι αυτοσκοπός
Για τις επιχειρήσεις η πρόκληση είναι διπλή: να ενσωματώσουν την τεχνολογία και παράλληλα να δημιουργήσουν ένα κλίμα εμπιστοσύνης στους εργαζομένους τους ότι η ενσωμάτωση περνάει μέσα από αυτούς και ότι έχουν έναν κομβικό ρόλο στην όλη διαδικασία.
Ο κ. Ανδρέου είναι σαφής: «Η AI δεν είναι αυτοσκοπός. Πρέπει να νιώθουμε ότι είναι το εργαλείο για να πετυχαίνουμε συγκεκριμένα αποτελέσματα. Η στρατηγική μιας εταιρείας πρέπει να εστιάζει στις πραγματικές επιχειρηματικές ανάγκες και στον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία θα λειτουργήσει συμπληρωματικά στις υφιστάμενες δομές, βελτιώνοντας την παραγωγικότητα χωρίς να εκμηδενίζει την αξία της ανθρώπινης κρίσης».
Σύμφωνα με τον Partner της PwC Ελλάδας, οι οργανισμοί που θα πρωταγωνιστήσουν είναι αυτοί που θα καταφέρουν να συνδέσουν την τεχνολογική πρόοδο με το όραμά τους. «Πρέπει κάποιος να σταθεί δίπλα στον εργαζόμενο, να τον προσεγγίσει, να του εξηγήσει πώς θα ενσωματώσει σταδιακά το AI στην εργασία του». Η εισαγωγή νέων συστημάτων δεν μπορεί να γίνεται ερήμην των ανθρώπων, καθώς η αντίσταση στην αλλαγή είναι η φυσική αντίδραση σε καθετί που δεν κατανοούμε πλήρως. Τα στοιχεία της έρευνας το επιβεβαιώνουν: Οι εργαζόμενοι που έχουν μεγαλύτερη εξοικείωση με την ΤΝ νιώθουν υψηλότερη εργασιακή ασφάλεια και αυτοπεποίθηση για το μέλλον τους.
Η ανάγκη για διαρκή επαναπροσδιορισμό
Σε ένα περιβάλλον διαρκούς αλλαγής, η ανάγκη για επαναπροσδιορισμό (reinvention) γίνεται καθοριστική τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους εργαζομένους. «Σήμερα, τίποτα στην επιχειρηματικότητα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Μια επιχείρηση πρέπει διαρκώς να επανεξετάζει το λειτουργικό της μοντέλο, τις εφοδιαστικές της αλυσίδες και τις σχέσεις εργασίας. Το reinvention δεν αφορά μόνο τον επαναπροσδιορισμό υφιστάμενων δραστηριοτήτων, αλλά και την είσοδο σε νέες. Πρέπει να έχεις μια πιο τολμηρή αντιμετώπιση» επισημαίνει ο κ. Ανδρέου, τονίζοντας ότι η τόλμη στην επιχειρηματικότητα σήμερα σημαίνει να εγκαταλείπεις παρωχημένες πρακτικές πριν αυτές οδηγήσουν σε αδιέξοδο. Την ίδια στιγμή, η έννοια του reinvention αφορά άμεσα και τον ίδιο τον εργαζόμενο. Η αξία ενός εργαζομένου σήμερα δεν συνδέεται πλέον με τη σταθερότητα του ρόλου του, αλλά με την ικανότητά του να εξελίσσεται και να αναλαμβάνει και διαφορετικούς ρόλους. To προσωπικό reinvention λοιπόν δεν σημαίνει απλώς να ακολουθεί κανείς τις εξελίξεις, αλλά να αναπτύσσει την ικανότητα να προσαρμόζεται διαρκώς σε αυτές.
Από τον φόβο στην αυτοπεποίθηση
Παρά τους αρχικούς φόβους που συνοδεύουν κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή, ο κ. Ανδρέου εμφανίζεται αισιόδοξος. «Οταν οι εργαζόμενοι αρχίζουν να χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη στην πράξη, συχνά αποκτούν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Καταλαβαίνουν ότι δεν έρχεται να τους αντικαταστήσει, αλλά να λειτουργήσει συμπληρωματικά και να κάνει τη δουλειά τους πιο αποτελεσματική».
Το πραγματικό στοίχημα της εποχής μας, όπως επισημαίνει, είναι να χτιστεί εμπιστοσύνη γύρω από τη χρήση της τεχνολογίας και να μετατραπεί η τεχνολογική επανάσταση σε ευκαιρία για όλους. «Στο τέλος της ημέρας, η επιτυχία δεν θα κριθεί από το πόσο έξυπνα είναι τα συστήματα που χρησιμοποιούμε, αλλά από το πόσο τολμηροί είμαστε εμείς να τα καθοδηγήσουμε προς όφελος της κοινωνίας και της οικονομίας».
Σε έναν κόσμο διαρκούς αλλαγής, το reinvention δεν είναι μια στιγμιαία προσαρμογή αλλά μια διαρκής διαδικασία που απαιτεί όραμα, τόλμη και πάνω απ’ όλα διαχείριση ανθρώπων.
